Ισλαμικό ΚράτοςΑρμενία
Αίθουσα Σύνταξης
Τμήμα ειδήσεων tribune.gr

Στη Βόρεια Μακεδονία η δεξιά επιμένει ότι υπάρχει «μακεδονική μειονότητα» στην Ελλάδα

Στη Βόρεια Μακεδονία η δεξιά επιμένει ότι υπάρχει «μακεδονική μειονότητα» στην Ελλάδα
ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Η υποψήφια πρόεδρος στη Βόρεια Μακεδονία, Γκορντάνα Σιλιάνοφσκα, που υποστηρίζεται από το δεξιό «αρχαιομακεδονικό» VMRO-DPMNE, εξαπέλυσε επίθεση στον Νίκολα Ντιμιτρόφ.

Η Γκορντάνα Σιλιάνοφσκα αντέδρασε έντονα στη δήλωση του Νίκολα Ντιμιτρόφ ότι «η μακεδονική γλώσσα που ομιλείται από τους πολίτες και την διασπορά της Βόρειας Μακεδονίας δεν έχει καμία σχέση με τους Έλληνες Μακεδόνες».

Η υποψήφια του κόμματος του VMRO-DPMNE στις προεδρικές εκλογές, που θα διεξαχθούν στις 21 Απριλίου και 5 Μαΐου 2019, με ανάρτησή της στο Facebook, έγραψε:

«Είμαι έκπληκτη από τη δήλωση του υπουργού Εξωτερικών, κ. Ντιμιτρόφ, ότι η μακεδονική γλώσσα, την οποία μιλούν οι πολίτες της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, δεν έχει καμία σχέση με την γλώσσα των Ελλήνων Μακεδόνων.

»Πέρασαν 24 ώρες και κανείς δεν έχει διαψεύσει ακόμα αυτόν τον ισχυρισμό.

»Αναρωτιέμαι, εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε σε ποια γλώσσα μιλούσαν οι πρόγονοι του Ντιμιτρόφ, που έχει καταγωγή από τη Μακεδονία του Αιγαίου;

»Σε γλώσσα διαφορετική από αυτή που ο ίδιος μιλά σήμερα;

»Σε ποια γλώσσα μιλούσαν και οι δικοί μου πρόγονοι και οι πρόγονοι χιλιάδων άλλων Μακεδόνων που ζουν στην Δημοκρατία της Μακεδονίας και έλκουν τις ρίζες τους από τη Μακεδονία του Αιγαίου;

»Όχι στο όνομά μας, κύριε Ντιμιτρόφ!», σχολίασε η καθηγήτρια νομικής στα Σκόπια, παλιά συνεργάτης του Ιδρύματος του Τζορτζ Σόρος.

Η δήλωση που εξόργισε

Ο Νίκολα Ντιμιτρόφ, μετά την υπογραφή με τη Σία Αναγνωστοπούλου στις 8 Μαρτίου στα Σκόπια της συμφωνίας για την διάνοιξη νέου συνοριακού περάσματος μεταξύ Ελλάδας – Βόρειας Μακεδονίας στην περιοχή των Πρεσπών (Λαιμός-Μάρκοβα Νόγκα), δήλωσε:

«Η μακεδονική γλώσσα, και είναι σημαντικό για μας, που ομιλείται από τους πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας και την διασπορά μας και, όπως έχει συμφωνηθεί με το άρθρο 7 της Συμφωνίας των Πρεσπών, δεν έχει καμία σχέση με τους Έλληνες Μακεδόνες».

Με αυτή τη σαφή θέση ο υπουργός Εξωτερικών της Βόρειας Μακεδονίας έληξε από την πλευρά του το θέμα «μακεδονικής μειονότητας» στην Ελλάδα.

Επιθέσεις και με εθνικιστικά δημοσιεύματα

Στον Νίκολα Ντιμιτρόφ επιτέθηκε και η εθνικιστική ιστοσελίδα REPUBLIKA:

«Η καταγωγή του υπουργού Ντιμιτρόφ είναι από τη Μακεδονία του Αιγαίου, όπου εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι μιλούν την μακεδονική γλώσσα, την οποία η Ελλάδα αρνείται να αναγνωρίσει, όπως αρνείται να αναγνωρίσει και μακεδονική μειονότητα, την οποία η Αθήνα αποκαλεί σλαβική και αρνείται να της εκχωρήσει δικαιώματα».

Ακόμα και στην κριτική τους παραπληροφορούν. Η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει καμία σλαβική μειονότητα. Η Ελλάδα μιλά για Έλληνες σλαβόφωνους.

Οι Έλληνες σλαβόφωνοι, οι Γραικομάνοι, ήταν τόσο αφοσιωμένοι Έλληνες που πάμπολλοι πολέμησαν στον Μακεδονικό Αγώνα υπερασπιζόμενοι την ελληνικότητα της Μακεδονίας.

Προφανώς και άνθρωποι που πολέμησαν για την ελληνικότητα της Μακεδονίας, ανεξάρτητα της γλώσσας που μίλαγαν ή της διγλωσσίας τους, είναι Έλληνες.

Διότι οι ίδιοι αυτοπροσδιορίστηκαν ως Έλληνες.

Η οικογένεια Ντιμιτρόφ

Σε ό,τι αφορά τον κ. Ντιμιτρόφ, αφού τα πράγματα πρέπει να απηχούν στην αλήθεια, ο πατέρας του Δημήτριος Παπαδημητρίου (Ντίμιταρ Ντιμιτρόφ), αρχικά δήλωνε «Βούλγαρος».

Αργότερα το γύρισε σε «Μακεδόνας».

Η ντοπιολαλιά -τα «μακεδονίτικα»- που μιλούν οι Έλληνες σλαβόφωνοι -όσοι ακόμα τη μιλούν- είναι αμοιβαία κατανοητά με τα βουλγάρικα.

Αυτό δεν τους κάνει Βούλγαρους ή «Μακεδόνες».

Εξάλλου μέχρι το 1850 δεν υπήρχε βουλγαρικό έθνος.

Οι Βούλγαροι θεωρούνταν ομογενείς των Ελλήνων.

Βούλγαροι

Μέχρι πρόσφατα πιστευόταν ότι οι Βούλγαροι είναι φυλή τουρκικής προέλευσης.

Τα αποτελέσματα των ερευνών δεν έδειξαν καμιά τέτοια σχέση, αντίθετα δείχνουν ότι ο βουλγαρικός πληθυσμός είναι γενετικά «ινδοευρωπαϊκός» και βρίσκεται πλησιέστερα στην ομάδα των σλαβικών λαών, με τις στενότερες γενετικές ομοιότητες να έχουν βρεθεί με τους Κροάτες, τους Πολωνούς και τους Ουκρανούς.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το θρακικό και το πρωτοβουλγαρικό DNA είναι επίσης παρόν, στη περίπτωση που οι Πρωτοβούλγαροι διέφεραν γενετικά από τα τουρκικά φύλα και κατάγονταν από το Ανατολικό Ιράν.

Σύμφωνα με άλλους ερευνητές, όπως ο Διαχειριστής της Βουλγαρικής Ομάδας της (Εταιρείας) Family Tree DNA, τα σημαντικότερα τμήματα του βουλγαρικού πληθυσμού είναι πελασγικής και Απλοομάδας I (ευρωπαϊκής) καταγωγής.

Επί τουρκοκρατίας οι Βούλγαροι, όπως οι υπόλοιποι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, συμπεριλήφθηκαν σε μια ειδική εθνικοθρησκευτική κοινότητα υπό την Ελληνοβυζαντινή κυριαρχία ονομαζόμενη Ρουμ Μιλλέτ (Έθνος των Ρωμαίων).

Για τους κοινούς ανθρώπους το ότι ανήκαν σε αυτή την Ορθόδοξη κοινοπολιτεία έγινε σημαντικότερο από την εθνική τους καταγωγή.

Η κοινότητα αυτή αποτέλεσε τόσο βασική μορφή κοινωνικής οργάνωσης όσο και πηγή ταυτότητας για όλες τις εντός της εθνικές ομάδες.

Κατ΄αυτό τον τρόπο τα εθνώνυμα σπανίως χρησιμοποιούντο και μεταξύ του 15ου και του 19ου αιώνα οι περισσότεροι ντόπιοι άρχισαν σταδιακά να αυτοπροσδιορίζονται απλώς ως χριστιανοί.

Εντούτοις κληρικοί με κοινωνική συνείδηση σε μερικά απομονωμένα μοναστήρια κρατούσαν ακόμη ζωντανή τη διακριτή βουλγαρική ταυτότητα, πράγμα που τη βοήθησε να επιβιώσει κυρίως σε αγροτικές, απομακρυσμένες περιοχές.

Παρά τη διαδικασία εθνικοθρησκευτικής συγχώνευσης μεταξύ των Ορθοδόξων Χριστιανών έντονα εθνικιστικά αισθήματα διατηρούνταν στη ρωμαιοκαθολική κοινότητα, στο βορειοδυτικό τμήμα της χώρας.

Εκείνη την περίοδο σημειώθηκε μια διαδικασία μερικού εξελληνισμού μεταξύ της διανόησης και του αστικού πληθυσμού, αποτέλεσμα του υψηλότερου κύρους του Ελληνικού πολιτισμού και της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας μεταξύ των Χριστιανών των Βαλκανίων.

Το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα ο Διαφωτισμός στη Δυτική Ευρώπη έδωσε το έναυσμα για το ξεκίνημα της Εθνικής αφύπνισης της Βουλγαρίας το 1762, με το έργο του Αγίου Παϊσίου του Χιλανδαρίου, αντίθετου στην ελληνική θρησκευτική και πολιτιστική κυριρχία επί της Βουλγαρίας, «Ιστορία των Σλαβοβουλγάρων», πρώτου έργου της Βουλγαρικής ιστοριογραφίας.

Έπρεπε να φτάσει η δεκαετία του 1850 για να ξεκινήσουν οι Βούλγαροι έναν αποφασιστικό αγώνα κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η διαμάχη μεταξύ των Βουλγάρων και των Ελλήνων Φαναριωτών εντάθηκε τη δεκαετία του 1860.

Το 1861 το Βατικανό και η Οθωμανική κυβέρνηση αναγνώρισαν μια ξεχωριστή Βουλγαρική Ουνιτική Εκκλησία.

Καθώς οι Έλληνες κληρικοί εκδιώχθηκαν από τις περισσότερες Βουλγαρικές επισκοπές στα τέλη της δεκαετίας΄σημαντικές περιοχές είχαν αποσχισθεί από τον έλεγχο του Πατριαρχείου.

Η κίνηση αυτή αποκατάστησε τη διακριτή βουλγαρική εθνική συνείδηση μεταξύ των απλών ανθρώπων και οδήγησε στην αναγνώριση του Βουλγαρικού Μιλλέτ το 1870 από τους Οθωμανούς.

Οι σπουδαιότεροι λόγοι που συνετέλεσαν στη διαμόρφωση του σλαβικού ιδιώματος (φωνητικά) ανάγονται στη βυζαντινή περίοδο και την τουρκοκρατία που ακολούθησε, όταν αριθμός Βουλγάρων αιχμαλώτων αναζήτησε εργασία στα μεγάλα αγροκτήματα των Βυζαντινών τιμαριούχων.

Ο Απόστολος Βακαλόπουλος αναφέρει ότι συναντώνταν σλαβόφωνοι ως εποχιακοί εργάτες συλλογής βαμβακιού ακόμα και στην περιοχή των Τρικάλων.

Η έλλειψη ουσιαστικών συνόρων στην ελληνική χερσόνησο έκανε εύκολο τον συγχρωτισμό με τους άλλους λαούς και οι μετακινήσεις για εργασία πολλών φτωχών Σλάβων προς τις εύφορες βόρειες περιοχές του ελληνικού χώρου, ήταν συνηθισμένο φαινόμενο.

Έτσι προέκυψε το σλαβικό ιδίωμα, και αποτέλεσε μέσο κοινής συνεννόησης Τούρκων, Ελλήνων και Σλάβων εποίκων για να εξυπηρετούνται εμπορικοί και άλλοι σκοποί.

Σε πολλές περιπτώσεις, οι περιστάσεις ανάγκαζαν τον ελληνικό πληθυσμό να προτιμά να μαθαίνει το προφορικό ιδίωμα αυτό και να προσποιείται πρόσκαιρα ότι είναι σλαβικός ώστε να αποφεύγει το παιδομάζωμα, τις σφαγές και το μίσος των Τούρκων έπειτα από κάθε επανάσταση του ελληνισμού.

Το σλαβoφωνικό γλωσσικό ιδίωμα αποτέλεσε αργότερα τη βάση της βουλγαρικής προπαγάνδας με την ίδρυση βουλγαρικών εξαρχικών σχολείων και καταλήψεις ελληνικών εκκλησιών, σύμφωνα με σουλτανικό φιρμάνι του 1870.

Αυτό όριζε εφόσον οι εξαρχικοί αποτελούσαν το ένα τρίτο του εκκλησιάσματος να λειτουργούν εκ περιτροπής σε εκκλησίες που ποτέ δεν έκτισαν και να δημιουργούν μητροπόλεις αν ήσαν οι μισοί.

Κατά την περίοδο των ελληνοβουλγαρικών αναταράξεων οι σλαβόφωνοι διχάστηκαν σε Πατριαρχικούς και εξαρχικούς στα συνοριακά όμως εδάφη της βόρειας σημερινής ελληνικής Μακεδονίας (1895 – 1908) και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου (1946-49) τη σκυτάλη παρέλαβε ο Τίτο που ήδη είχε συστήσει από 2 Αυγ. 1944 τη «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Μετά όμως τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, τη σκυτάλη την παρέλαβε η Βόρεια Μακεδονία, που μέχρι το 2019 αυτοαποκαλούταν «Μακεδονία».

Για τον ελληνικό Διαφωτισμό οι σλαβόφωνοι της Μακεδονίας και της Θράκης και όλοι οι Βούλγαροι θεωρούνταν ομογενείς των Ελλήνων.

Βούλγαροι πολέμησαν και στην Ελληνική Επανάσταση ως Έλληνες.

Σχετικά άρθρα