ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
When old age shall this generation waste,
Thou shalt remain, in midst of other woe
Than ours, a friend to man, to whom thou say’st,
“Beauty is truth, truth beauty,—that is all
Ye know on earth, and all ye need to know.”
John Keats (1795-1821), Ode on a Grecian Urn
Το ερώτημα κατά πόσον η Ρωσία υπήρξε και εξακολουθεί να είναι φιλελληνική συνοδεύει τις ελληνορωσικές σχέσεις εδώ και περισσότερο από δύο αιώνες.
Το παρόν πόνημα εξετάζει κυρίως την ιστορική διάσταση του ερωτήματος, με αναφορά και στην εκκλησιαστική κρίση του 2019, χωρίς όμως να επιχειρεί μια συνολική αποτίμηση της σημερινής ρωσικής πολιτικής.
Στη συλλογική μνήμη πολλών Ελλήνων η Ρωσία εμφανίζεται ως η μεγάλη ορθόδοξη δύναμη που συμπαραστάθηκε στον αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία και διατήρησε στενούς δεσμούς με τον ελληνισμό. Ωστόσο, η ιστορική πραγματικότητα είναι σημαντικά πιο σύνθετη.
Από τη μία πλευρά, στον ρωσικό πολιτισμό, στην πνευματική ζωή, στη λογοτεχνία και στην εκκλησιαστική συνείδηση αναπτύχθηκαν γνήσια φιλελληνικά αισθήματα, που στηρίζονταν τόσο στον θαυμασμό προς την αρχαία Ελλάδα όσο και στην κοινή βυζαντινή και ορθόδοξη κληρονομιά.
Όμως ταυτόχρονα, από την άλλη πλευρά, η πολιτική της ρωσικής αυτοκρατορίας, της Σοβιετικής Ένωσης και της μετασοβιετικής Ρωσίας υπαγορεύθηκε πρωτίστως από γεωπολιτικές επιδιώξεις και όχι από συναισθηματικές ή πολιτισμικές συγγένειες.
Στην παρούσα ανάλυση, ο όρος «φιλελληνισμός» διακρίνεται σε πολιτισμικό θαυμασμό, κοινωνική αλληλεγγύη και κρατική υποστήριξη συγκεκριμένων ελληνικών επιδιώξεων.
Οι εκδηλώσεις αυτές μπορούν να συνυπάρχουν, αλλά δεν ταυτίζονται.
Αντίστοιχα, οι σχέσεις με το ελληνικό κράτος, τις ελληνικές κοινότητες, το ΚΚΕ και τους εκκλησιαστικούς θεσμούς εξετάζονται ως διαφορετικά πεδία και όχι ως ισοδύναμοι δείκτες μιας ενιαίας στάσης απέναντι στον ελληνισμό.
Για να κατανοηθεί αυτή η αντίφαση, είναι απαραίτητο να εξεταστούν τόσο οι ιδεολογικές και πολιτισμικές ρίζες του ρωσικού φιλελληνισμού όσο και η πρακτική πολιτική που ακολούθησε διαχρονικά το ρωσικό κράτος απέναντι στην Ελλάδα.
Αναφερόμενοι στις ιστορικές ρίζες του ρωσικού φιλελληνισμού παρατηρούμε ότι, Ο ρωσικός φιλελληνισμός διέφερε ουσιαστικά από τον αντίστοιχο δυτικοευρωπαϊκό.
Στη Γαλλία, τη Βρετανία και τη Γερμανία το φιλελληνικό κίνημα αντλούσε κυρίως την έμπνευσή του από τον θαυμασμό προς τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.
Στη Ρωσία, αντίθετα, ο θαυμασμός αυτός συνδέθηκε με μια δεύτερη και εξίσου σημαντική διάσταση: τη βυζαντινή και ορθόδοξη παράδοση.
Οι Ρώσοι αντιλαμβάνονταν τους Έλληνες όχι μόνο ως απογόνους της κλασικής αρχαιότητας αλλά και ως κληρονόμους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, από την οποία η Ρωσία είχε παραλάβει την ορθόδοξη πίστη, τη λειτουργική παράδοση και σημαντικά στοιχεία της πολιτικής και πολιτισμικής της ταυτότητας.
Σε αυτά τα πλαίσια η ιδέα της Μόσχας ως «Τρίτης Ρώμης» ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτήν την αντίληψη.
Είναι γνωστό ότι η ιδέα της «Τρίτης Ρώμης», η οποία διατυπώθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα από τον μοναχό Φιλόθεο του Πσκοφ, απέδιδε στη Μόσχα τον ρόλο του τελευταίου προπυργίου της Ορθοδοξίας μετά την απομάκρυνση της παλαιάς Ρώμης από την ορθόδοξη πίστη (όπως ερμήνευαν οι γεωπολιτικοί ταγοί της «αγίας Ρωσίας» τη Σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας (1438-1439)) και την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453.
Στην αρχική της διατύπωση είχε κυρίως θρησκευτικό και εσχατολογικό χαρακτήρα και δεν αποτελούσε απλώς πρόγραμμα εδαφικής επέκτασης.
Επομένως η σύνδεσή της με τον ρωσικό φιλελληνισμό ήταν έμμεση και αμφίσημη: η αναγνώριση της βυζαντινής κληρονομιάς μπορούσε να ενισχύει το ενδιαφέρον για την ελληνική εκκλησιαστική και πνευματική παράδοση, ενώ η αντίληψη ότι το κέντρο της ορθόδοξης προστασίας είχε μεταφερθεί στη Μόσχα μπορούσε να τροφοδοτεί αξιώσεις ρωσικής πρωτοκαθεδρίας.
Έτσι, ο σεβασμός προς την ιστορική συμβολή του ελληνισμού δεν συνεπαγόταν αυτομάτως αποδοχή της σύγχρονης ελληνικής εκκλησιαστικής ηγεσίας ή την άνευ όρων υποστήριξη των ελληνικών εθνικών επιδιώξεων.
Πέρα όμως από τις ιδεολογικές αυτές αντιλήψεις και τις αντιφάσεις τους, οι ελληνορωσικοί δεσμοί είχαν και μια πιο άμεση, κοινωνική διάσταση, που συνδεόταν με την παρουσία του ελληνισμού στον ρωσικό χώρο.
Η εγκατάσταση πολυάριθμων ελληνικών κοινοτήτων στη νότια Ρωσία, ιδιαίτερα στην Οδησσό, στη Μαριούπολη και στην Κριμαία, συνέβαλε στη δημιουργία στενών σχέσεων μεταξύ των δύο λαών.
Η Οδησσός εξελίχθηκε σε σημαντικό κέντρο του ελληνισμού της διασποράς και ως γνωστόν αποτέλεσε το λίκνο της Φιλικής Εταιρείας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναπτύχθηκε μια ιδιαίτερα ισχυρή φιλελληνική παράδοση, η οποία εκφράστηκε τόσο από κρατικούς παράγοντες όσο και από διανοουμένους, στρατιωτικούς, εκκλησιαστικούς ηγέτες και απλούς πολίτες.
Ο ρωσικός φιλελληνισμός απέκτησε συγκεκριμένη μορφή μέσα από προσωπικότητες που έβλεπαν στην Ελλάδα είτε την κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, είτε το ιστορικό κέντρο της Ορθοδοξίας.
Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει ο Τσάρος Αλέξανδρος Α΄, ο οποίος, παρά τις πολιτικές επιφυλάξεις που επέδειξε κατά την Ελληνική Επανάσταση, διατηρούσε προσωπική συμπάθεια προς τους Έλληνες.
Παρομοίως, η αυτοκράτειρα Ελισάβετ συμμετείχε σε φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες υπέρ των προσφύγων του Αγώνα για την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό.
Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε επίσης ο ναύαρχος Λογγίνος Χέυδεν (Lodewijk van Heiden), ο οποίος ηγήθηκε της ρωσικής μοίρας κατά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, ενώ ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αν και Έλληνας, αποτελεί χαρακτηριστική μορφή των ελληνορωσικών δεσμών, καθώς αναδείχθηκε σε στρατηγό του ρωσικού στρατού και υπασπιστή του Τσάρου.
Παράλληλα, ένα ολόκληρο ρεύμα Ρώσων διανοουμένων προσέγγισε τον ελληνισμό μέσα από το πρίσμα της κοινής πολιτισμικής και θρησκευτικής κληρονομιάς.
Οι σλαβόφιλοι στοχαστές Aleksey Khomiakov και Ivan Kireyevsky, ο πολιτικός φιλόσοφος Nikolay Danilevsky, ο διπλωμάτης και στοχαστής Konstantin Leontiev και ο μεγάλος συγγραφέας Fiodor Dostoyevsky εξέφρασαν επανειλημμένα τον θαυμασμό τους για τη βυζαντινή και ορθόδοξη παράδοση του ελληνισμού.
Ωστόσο, εδώ εμφανίζεται η πρώτη μεγάλη αντίφαση. Οι περισσότεροι από αυτούς τους στοχαστές έβλεπαν την Ελλάδα ως μέρος ενός ευρύτερου ορθόδοξου κόσμου, στον οποίο η Ρωσία προοριζόταν να κατέχει ηγετική θέση.
Ο φιλελληνισμός τους ήταν πραγματικός, αλλά δεν σήμαινε πάντοτε αποδοχή της ελληνικής πρωτοκαθεδρίας στον ορθόδοξο χώρο.
Η ένταση ανάμεσα στον φιλελληνισμό της ρωσικής κοινωνίας και στα συμφέροντα του ρωσικού κράτους έγινε εμφανής κατά την Ελληνική Επανάσταση.
Το 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ξεκίνησε την επαναστατική δράση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες έχοντας την προσδοκία ότι η Ρωσία θα στήριζε τον αγώνα των Ελλήνων.
Η εκτίμηση αυτή δεν ήταν παράλογη. Η κοινή ορθόδοξη πίστη, οι ιστορικοί δεσμοί και η προηγούμενη ρωσική πολιτική έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δημιουργούσαν εύλογες προσδοκίες.
Ωστόσο ο Τσάρος Αλέξανδρος Α΄ βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα διαφορετικό σύνολο προτεραιοτήτων.
Ως βασικός πυλώνας της Ιεράς Συμμαχίας είχε αναλάβει την υποχρέωση να αντιταχθεί σε κάθε επαναστατικό κίνημα που απειλούσε την ευρωπαϊκή ισορροπία μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους.
Για τον λόγο αυτό αποκήρυξε τον Υψηλάντη και αρνήθηκε να στηρίξει επισήμως την εξέγερση.
Αν και η στάση αυτή προκάλεσε βαθιά απογοήτευση στους Έλληνες όμως η φιλελληνική κινητοποίηση στο εσωτερικό της Ρωσίας συνέχισε να αναπτύσσεται.
Επιτροπές αρωγής συγκέντρωσαν σημαντικά χρηματικά ποσά, υποστήριξαν πρόσφυγες και ενίσχυσαν το φιλορθόδοξο κίνημα συμπαράστασης προς τους εξεγερμένους Έλληνες.
Η πολιτική της Ρωσίας μεταβλήθηκε σταδιακά μόνο όταν οι γεωπολιτικές συνθήκες το επέτρεψαν.
Η συμμετοχή της στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου και, αργότερα, ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος του 1828-1829 συνέβαλαν καθοριστικά στη διεθνή αναγνώριση της ελληνικής ανεξαρτησίας.
Ο πανσλαβισμός και τα όρια του φιλελληνισμού
Για να κατανοήσει κανείς τις πραγματικές διαστάσεις του ρωσικού φιλελληνισμού, είναι απαραίτητο να εξετάσει τη σχέση του με τον πανσλαβισμό, ένα από τα ισχυρότερα ιδεολογικά ρεύματα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα.
Στα πλαίσια του πανσλαβισμού γίνεται εμφανές ότι, η συμπάθεια προς τον ελληνισμό είχε σαφή όρια, τα οποία καθορίζονταν από τις ευρύτερες στρατηγικές επιδιώξεις της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.
Ο πανσλαβισμός δεν ήταν απλώς ένα πολιτικό πρόγραμμα. Αποτελούσε μια ιστορική και πολιτισμική θεωρία σύμφωνα με την οποία όλοι οι σλαβικοί λαοί συνδέονταν μεταξύ τους μέσω κοινής καταγωγής, γλώσσας και πολιτισμού και όφειλαν να συνεργαστούν υπό την ηγεσία της Ρωσίας.
Ορισμένοι πανσλαβιστές πίστευαν ότι η Ρωσία είχε ιστορική αποστολή να απελευθερώσει τους σλαβικούς λαούς από την οθωμανική και αυστροουγγρική κυριαρχία· άλλοι προχωρούσαν ακόμη περισσότερο, θεωρώντας ότι έπρεπε να δημιουργηθεί μια μεγάλη ένωση σλαβικών εθνών με κέντρο την Αγία Πετρούπολη.
Αρχικά, οι Έλληνες δεν αντιλαμβάνονταν αυτό το κίνημα ως απειλή.
Αντιθέτως, πολλοί θεωρούσαν ότι η ρωσική επέκταση στα Βαλκάνια θα συνέβαλλε και στην απελευθέρωση των υπόδουλων ελληνικών πληθυσμών.
Ωστόσο, καθώς το πανσλαβικό ιδεώδες ενισχυόταν, έγινε σαφές ότι η Ρωσία ενδιαφερόταν πρωτίστως για τη στήριξη των σλαβικών λαών και όχι αναγκαστικά για την προώθηση των ελληνικών εθνικών στόχων.
Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία εμφανίσθηκε στο εκκλησιαστικό πεδίο.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε λειτουργήσει ως κέντρο της ορθόδοξης ενότητας.
Μέσω των μητροπόλεων και των σχολείων του ασκούσε σημαντική πνευματική και πολιτιστική επιρροή στα Βαλκάνια.
Όμως, κατά τον 19ο αιώνα η άνοδος των εθνικισμών οδήγησε πολλούς βαλκανικούς λαούς να επιδιώξουν ανεξάρτητες εκκλησιαστικές δομές.
Στο πλαίσιο αυτό η Ρωσία υποστήριξε ενεργά τη βουλγαρική εκκλησιαστική ανεξαρτησία. Η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870 αποτέλεσε κομβικό γεγονός.
Για τους Βουλγάρους ήταν ένα βήμα εθνικής απελευθέρωσης. Όμως για το Οικουμενικό Πατριαρχείο και για ένα μεγάλο μέρος του ελληνισμού σήμαινε τη σοβαρή υπονόμευση της εκκλησιαστικής ενότητας και της ιστορικής παρουσίας του ελληνικού στοιχείου στα Βαλκάνια.
Η υποστήριξη της Ρωσίας προς το βουλγαρικό ζήτημα αποκάλυψε ότι, η κοινή Ορθοδοξία δεν αρκούσε πάντοτε για να διασφαλίσει την ταύτιση ελληνικών και ρωσικών συμφερόντων.
Όταν η επιλογή βρισκόταν ανάμεσα στη διατήρηση της παραδοσιακής θέσης του Οικουμενικού Πατριαρχείου και στην ενίσχυση ενός σλαβικού συμμάχου, η Αγία Πετρούπολη συχνά προτιμούσε το δεύτερο.
Η αντίφαση αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη ούτε από τους ίδιους τους Ρώσους διανοουμένους.
Ορισμένοι, όπως ο Konstantin Leontiev, έβλεπαν στον ελληνισμό ένα απαραίτητο συστατικό της βυζαντινής παράδοσης και προειδοποιούσαν ότι η υπερβολική ενίσχυση του εθνικισμού των σλαβικών λαών θα μπορούσε να αποδυναμώσει την ευρύτερη ορθόδοξη κοινότητα.
Άλλοι, όμως, θεωρούσαν ότι η ιστορική πρωτοκαθεδρία των Ελλήνων είχε εξαντληθεί και ότι η Ρωσία όφειλε να αναλάβει πλέον τον ηγετικό ρόλο στον ορθόδοξο κόσμο.
Αυτή η αντίληψη συνδέεται κυρίως με τον Nikolay Danilevsky και, στο ευρύτερο πανσλαβικό πλαίσιο, με τον Ivan Aksakov.
Η ουσιώδης διάκριση είναι ανάμεσα στη γεωπολιτική ή πολιτισμική ηγεσία της Ρωσίας και στην εκκλησιαστική πρωτοκαθεδρία της Κωνσταντινούπολης.
Στην επίμαχη αντίληψη αυτά τα επίπεδα συγχωνεύονται, συνεπώς, τα δύο παραπάνω ονόματα προσδιορίζουν το σχετικό ιδεολογικό περιβάλλον.
Στην πραγματικότητα, πίσω από τη θεωρία του πανσλαβισμού βρισκόταν ένας βαθύτερος γεωπολιτικός στόχος: η κάθοδος της Ρωσίας προς τα θερμά ύδατα, η επιρροή στα Στενά και η ενίσχυση της παρουσίας της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι βαλκανικοί λαοί, είτε Έλληνες είτε Σέρβοι είτε Βούλγαροι, αντιμετωπίζονταν συχνά ως παράγοντες ενός ευρύτερου στρατηγικού σχεδιασμού.
Η υποστήριξη που λάμβανε κάθε λαός εξαρτιόταν από το κατά πόσον εξυπηρετούσε τις εκάστοτε ρωσικές επιδιώξεις.
Αυτό όμως δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι ο φιλελληνισμός ήταν προσχηματικός.
Πλήθος Ρώσων διανοουμένων, κληρικών, στρατιωτικών και απλών πολιτών έτρεφαν ειλικρινή αγάπη και θαυμασμό προς την Ελλάδα.
Όμως η συμπάθεια αυτή συνυπήρχε με μια διαφορετική αντίληψη περί της ιστορικής αποστολής της Ρωσίας.
Ενώ οι Έλληνες συχνά θεωρούσαν τη Ρωσία φυσική προστάτιδα δύναμη του ελληνισμού, πολλοί Ρώσοι έβλεπαν την Ελλάδα ως μέρος μιας ευρύτερης ορθόδοξης και γεωπολιτικής σφαίρας επιρροής της Ρωσίας.
Η πιο χαρακτηριστική όμως εκδήλωση αυτής της αντίφασης υπήρξε η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου του 1878.
Μετά τη νικηφόρα έκβαση του Ρωσοτουρκικού Πολέμου (1877-1878), η Ρωσία επέβαλε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μία συνθήκη η οποία προέβλεπε τη δημιουργία μιας εξαιρετικά διευρυμένης Βουλγαρίας, εκτεινόμενης από τον Δούναβη έως σχεδόν το Αιγαίο Πέλαγος.
Η λεγόμενη «Μεγάλη Βουλγαρία» θα περιλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας και της Θράκης, περιοχές όπου κατοικούσαν σημαντικοί ελληνικοί πληθυσμοί και στις οποίες το Οικουμενικό Πατριαρχείο διατηρούσε ισχυρή πνευματική και εκπαιδευτική παρουσία.
Για τους περισσότερους Έλληνες της εποχής, η συνθήκη αποτέλεσε ένα σοκ.
Μέχρι τότε πολλοί θεωρούσαν τη Ρωσία φυσικό προστάτη του ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.
Ωστόσο, η Αγία Πετρούπολη εμφανιζόταν τώρα διατεθειμένη να ενισχύσει αποφασιστικά τη βουλγαρική παρουσία στα Βαλκάνια, ακόμη και εις βάρος των ελληνικών διεκδικήσεων.
Η εξέλιξη αυτή αποκάλυψε ότι η ρωσική πολιτική δεν καθοριζόταν αποκλειστικά από θρησκευτικά ή πολιτισμικά κριτήρια αλλά πρωτίστως από τη στρατηγική επιδίωξη δημιουργίας μιας ισχυρής σλαβικής ζώνης επιρροής στα νότια Βαλκάνια.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί Έλληνες λόγιοι και πολιτικοί του τέλους του 19ου αιώνα άρχισαν τότε να αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη επιφύλαξη τη ρωσική πολιτική.
Ενώ ο ελληνικός λαός συνέχιζε να τρέφει αισθήματα ευγνωμοσύνης για τη συμβολή της Ρωσίας στην ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους, γινόταν ολοένα και πιο σαφές ότι τα εθνικά συμφέροντα Ελλάδας και Ρωσίας δεν συνέπιπταν πάντοτε.
Η αναθεώρηση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου από το Συνέδριο του Βερολίνου περιόρισε τελικά τη «Μεγάλη Βουλγαρία», αλλά η κρίση είχε ήδη καταστεί σημείο καμπής στις ελληνορωσικές σχέσεις.
Από ελληνική σκοπιά, η υπόθεση του Αγίου Στεφάνου αποτέλεσε μια ακόμη μεγάλη ιστορική ένδειξη ότι ο ρωσικός φιλελληνισμός είχε σαφή όρια.
Η Ρωσία μπορούσε να θαυμάζει τον ελληνικό πολιτισμό, να προβάλλει την κοινή ορθόδοξη κληρονομιά και να εκφράζει συμπάθεια προς τον ελληνισμό, αλλά όταν οι γεωπολιτικές της επιδιώξεις απαιτούσαν διαφορετικές επιλογές, αυτές υπερίσχυαν των φιλελληνικών αισθημάτων.
Υπό αυτή την έννοια, η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου επιβεβαίωσε ένα μοτίβο ήδη ορατό στα προηγούμενα παραδείγματα και επαναλαμβανόμενο στην ιστορία των ελληνορωσικών σχέσεων: τη διαρκή συνύπαρξη πολιτισμικής εγγύτητας και πολιτικής απόκλισης.
Εδώ ακριβώς εντοπίζονται τα όρια του ρωσικού φιλελληνισμού.
Η πολιτισμική και θρησκευτική συγγένεια ήταν πραγματική και βαθιά.
Όταν όμως ερχόταν η στιγμή των κρίσιμων πολιτικών αποφάσεων, η ρωσική εξωτερική πολιτική δεν καθοριζόταν από φιλελληνικά αισθήματα αλλά από τη λογική της ισχύος, της αυτοκρατορικής στρατηγικής και των εθνικών συμφερόντων.
Ο πανσλαβισμός υπήρξε το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας: μια ιδεολογία που μπορούσε ταυτόχρονα να θαυμάζει τον ελληνισμό και να υπονομεύει συγκεκριμένες ελληνικές επιδιώξεις.
Γι’ αυτό και η ιστορία των ελληνορωσικών σχέσεων κατά τον 19ο αιώνα δεν μπορεί να περιγραφεί ούτε ως ιστορία αδιάλειπτης φιλίας ούτε και ως ιστορία συνεχούς αντιπαράθεσης.
Πρόκειται μάλλον για μια διαρκή αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ορθόδοξη αλληλεγγύη, τον πολιτισμικό θαυμασμό και τις αμετάβλητες απαιτήσεις της γεωπολιτικής, η οποία επρόκειτο να επηρεάσει καθοριστικά όχι μόνο την εποχή της τσαρικής Ρωσίας αλλά και τις μεταγενέστερες σχέσεις της Ελλάδας τόσο με τη Σοβιετική Ένωση όσο και με τη σύγχρονη Ρωσική Ομοσπονδία.
Η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 σηματοδότησε μια από τις βαθύτερες τομές στην ιστορία των ελληνορωσικών σχέσεων.
Για περισσότερο από δύο αιώνες, οι σχέσεις Ελλάδας και Ρωσίας είχαν θεμελιωθεί σε μεγάλο βαθμό πάνω στην κοινή ορθόδοξη παράδοση, στη βυζαντινή κληρονομιά και στην εικόνα της Ρωσίας ως προστάτιδας δύναμης των ορθοδόξων λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Με την επικράτηση όμως των Μπολσεβίκων, αυτό το ιδεολογικό υπόβαθρο κατέρρευσε.
Το νέο σοβιετικό κράτος οικοδομήθηκε πάνω στις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού, μιας κοσμοθεωρίας που αντιμετώπιζε τη θρησκεία ως ιστορικό κατάλοιπο και όργανο κοινωνικής χειραγώγησης.
Η Ορθοδοξία, η οποία επί αιώνες είχε αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους συνδετικούς κρίκους μεταξύ Ρώσων και Ελλήνων, βρέθηκε πλέον στο περιθώριο.
Η Ρωσική Εκκλησία υπέστη σκληρές διώξεις, μοναστήρια έκλεισαν, χιλιάδες κληρικοί φυλακίστηκαν ή εκτελέστηκαν και η θρησκευτική ζωή τέθηκε υπό αυστηρό κρατικό έλεγχο.
Η αλλαγή αυτή δεν ήταν απλώς εκκλησιαστική. Σήμαινε ότι η Μόσχα έπαυε να βλέπει τον εαυτό της ως κέντρο του ορθόδοξου κόσμου και επιχειρούσε να μετατραπεί σε κέντρο της παγκόσμιας επανάστασης.
Η θέση που άλλοτε κατείχε η Ορθοδοξία στην εξωτερική πολιτική της τσαρικής Ρωσίας αντικαταστάθηκε από τη διεθνιστική ιδεολογία του κομμουνισμού.
Στη θέση των δεσμών της πίστης εισήλθαν οι δεσμοί της ταξικής αλληλεγγύης.
Η μετατόπιση αυτή είχε άμεσες συνέπειες για την Ελλάδα.
Κατά τον 19ο αιώνα η ελληνική κοινή γνώμη αντιμετώπιζε τη Ρωσία ως μια συγγενή ορθόδοξη δύναμη.
Μετά την επανάσταση του 1917, η σοβιετική προσέγγιση έπαυσε να στηρίζεται στην ομοδοξία και αντιμετώπιζε την Ελλάδα ως τμήμα του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, μέσα στο οποίο αναμενόταν να αναπτυχθεί το εργατικό και επαναστατικό κίνημα.
Στην ανάλυση που ακολουθεί, οι σχέσεις της σοβιετικής ηγεσίας με το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα διακρίνονται από τις διακρατικές σχέσεις με την Ελλάδα.
Στο πλαίσιο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν) το 1919.
Η Μόσχα επιχείρησε να συντονίσει τα κομμουνιστικά κόμματα σε παγκόσμιο επίπεδο, θεωρώντας ότι η επανάσταση δεν μπορούσε να περιοριστεί στα σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας εντάχθηκε σε αυτό το διεθνές δίκτυο και σταδιακά αναπτύχθηκαν στενοί πολιτικοί, ιδεολογικοί και οργανωτικοί δεσμοί μεταξύ Αθήνας και Μόσχας.
Η νέα αυτή σχέση είχε όμως διαφορετικό χαρακτήρα από τις παραδοσιακές ελληνορωσικές σχέσεις.
Η τσαρική Ρωσία ενδιαφερόταν για τους Έλληνες ως ορθόδοξο λαό.
Η Σοβιετική Ένωση ενδιαφερόταν κυρίως για το ελληνικό εργατικό κίνημα και για τις δυνατότητες πολιτικής επιρροής που μπορούσε να αναπτύξει στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Οι παλαιοί θρησκευτικοί και πολιτιστικοί δεσμοί αντικαταστάθηκαν από ιδεολογικές και στρατηγικές επιδιώξεις.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική υπήρξε η στάση της σοβιετικής ηγεσίας απέναντι στους ίδιους τους ελληνικούς πληθυσμούς της Σοβιετικής Ένωσης.
Κατά την τσαρική περίοδο, οι ελληνικές κοινότητες της Μαύρης Θάλασσας, της Κριμαίας, της Γεωργίας και του Καυκάσου είχαν διαδραματίσει σημαντικό οικονομικό και πολιτιστικό ρόλο.
Όμως κατά τη σταλινική περίοδο πολλές από τις κοινότητες αυτές αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία.
Οι εκκαθαρίσεις της δεκαετίας του 1930, οι διώξεις κατά των «εθνικών μειονοτήτων» και κυρίως οι μαζικές εκτοπίσεις Ελλήνων προς την Κεντρική Ασία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξαν τραγικές σελίδες στην ιστορία του ελληνισμού της διασποράς.
Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι δείχνει ότι η σοβιετική πολιτική δεν καθοριζόταν από κάποια ιστορική ή πολιτισμική αλληλεγγύη προς τον ελληνισμό.
Όπως συνέβαινε και σε άλλες περιπτώσεις, η λογική της κρατικής ασφάλειας και της ιδεολογικής ομοιομορφίας υπερίσχυε των παραδοσιακών δεσμών.
Παράλληλα, η Σοβιετική Ένωση αντιμετώπιζε τα Βαλκάνια κυρίως ως γεωπολιτικό πεδίο ανταγωνισμού με τις δυτικές δυνάμεις.
Κατά τον Μεσοπόλεμο και ακόμη περισσότερο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο αυτού του ανταγωνισμού.
Ωστόσο, σε αντίθεση με όσα συχνά πιστεύεται, η Μόσχα δεν ήταν πάντοτε πρόθυμη να στηρίξει χωρίς όρους τα ελληνικά κομμουνιστικά σχέδια.
Η περίπτωση του Ελληνικού Εμφυλίου αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα.
Η σοβιετική ηγεσία θεωρούσε ότι η Ελλάδα ανήκε σε μια περιοχή ιδιαίτερα ευαίσθητη για τις σχέσεις με τη Βρετανία και αργότερα με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Στάλιν, μολονότι υποστήριζε ιδεολογικά το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, δεν ήταν διατεθειμένος να διακινδυνεύσει μια άμεση σύγκρουση των μεγάλων δυνάμεων για χάρη της Ελλάδας.
Η στάση αυτή δημιούργησε απογοητεύσεις στο εσωτερικό του ΚΚΕ και ανέδειξε για άλλη μία φορά το σταθερό χαρακτηριστικό της ρωσικής πολιτικής: την υπαγωγή των ιδεολογικών δεσμών στις ανάγκες της κρατικής στρατηγικής.
Έτσι, η σοβιετική περίοδος αποκαλύπτει μια δεύτερη μεγάλη ιστορική αντίφαση.
Στην εποχή της τσαρικής Ρωσίας, η γεωπολιτική συχνά περιόριζε τον φιλελληνισμό.
Στην εποχή της Σοβιετικής Ένωσης, η γεωπολιτική περιόριζε ακόμη και την κομμουνιστική αλληλεγγύη.
Όπως η Αγία Πετρούπολη δεν υποστήριξε απεριόριστα τις ελληνικές εθνικές επιδιώξεις τον 19ο αιώνα, έτσι και η Μόσχα δεν υποστήριξε απεριόριστα τις επιδιώξεις του ΚΚΕ τον 20ό αιώνα.
Η μετάβαση από την Ορθοδοξία στον Μαρξισμό συνιστούσε βαθιά αλλαγή του ιδεολογικού υποβάθρου, όχι απλώς αντικατάσταση του λεξιλογίου της εξωτερικής πολιτικής.
Εκεί όπου άλλοτε γινόταν λόγος για την προστασία των ορθοδόξων λαών, τώρα προβαλλόταν η παγκόσμια επανάσταση και η ταξική αλληλεγγύη.
Η συνέχεια που αναδεικνύουν τα προηγούμενα παραδείγματα αφορά ένα διαφορετικό επίπεδο: την προτεραιότητα της κρατικής στρατηγικής έναντι των προσδοκιών που γεννούσαν οι θρησκευτικοί ή ιδεολογικοί δεσμοί.
Η διάκριση ανάμεσα στην ιδεολογική τομή και στη στρατηγική συνέχεια αποτελεί ένα από τα κλειδιά για την κατανόηση της σοβιετικής περιόδου και για την εξέταση των μεταγενέστερων σχέσεων της Ελλάδας με τη σύγχρονη Ρωσία.
Το ΚΚΕ και η Κομμουνιστική Διεθνής
Η σχέση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας με τη Σοβιετική Ένωση δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς αναφορά στην Κομμουνιστική Διεθνή (Κομιντέρν), η οποία ιδρύθηκε στη Μόσχα το 1919 με πρωτοβουλία του Βλαντίμιρ Λένιν.
Η Κομιντέρν δεν ήταν απλώς ένας οργανισμός συνεργασίας μεταξύ κομμουνιστικών κομμάτων.
Σκοπός της ήταν η οργάνωση και ο συντονισμός της παγκόσμιας επανάστασης υπό την ιδεολογική καθοδήγηση της Σοβιετικής Ρωσίας.
Στο πλαίσιο αυτό, τα κομμουνιστικά κόμματα των διαφόρων χωρών θεωρούνταν τμήματα ενός ενιαίου διεθνούς κινήματος και όφειλαν να ευθυγραμμίζονται με τις στρατηγικές αποφάσεις της Διεθνούς.
Το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΕΚΕ), που αργότερα μετονομάστηκε σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, εντάχθηκε σύντομα στην Κομμουνιστική Διεθνή και αποδέχθηκε τις αρχές της.
Η ένταξη αυτή υπήρξε καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία του κόμματος.
Το ΚΚΕ απέκτησε διεθνείς διασυνδέσεις, ιδεολογική καθοδήγηση και πολιτικό κύρος μέσα στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, αλλά ταυτόχρονα βρέθηκε σε σημαντικό βαθμό εξαρτημένο από τις κατευθύνσεις που προέρχονταν από τη Μόσχα.
Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία αυτής της σχέσης εμφανίσθηκε στο εθνικό ζήτημα.
Κατά τη δεκαετία του 1920 η Κομμουνιστική Διεθνής επεξεργάστηκε μια στρατηγική για τα Βαλκάνια που στηριζόταν στην αυτοδιάθεση των εθνών και στην αποδόμηση των υπαρχόντων κρατικών σχηματισμών.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο προωθήθηκε η θέση για μια «ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη», θέση την οποία υιοθέτησε και το ΚΚΕ (Βλ. Δάγκας, Αλέξανδρος, και Γιώργος Λεοντιάδης. Κομιντέρν και μακεδονικό ζήτημα: Το ελληνικό παρασκήνιο, 1924. Επίκεντρο, 2008).
Η απόφαση αυτή προκάλεσε βαθιά κρίση στις σχέσεις του κόμματος με την ελληνική κοινωνία.
Για μια χώρα που μόλις είχε εξέλθει από τους Βαλκανικούς Πολέμους και τη Μικρασιατική Καταστροφή, η αναφορά σε ανεξάρτητη Μακεδονία ερμηνεύθηκε από πολλούς ως απειλή κατά της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας.
Το γεγονός αυτό δημιούργησε επί δεκαετίες ένα σοβαρό πολιτικό βάρος για το ΚΚΕ και αποτέλεσε ένα από τα βασικά επιχειρήματα των αντιπάλων του.
Το ζήτημα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τη μελέτη των σχέσεων Ελλάδας και Σοβιετικής Ένωσης, διότι ανέδειξε μια ένταση που θα επανεμφανιζόταν στο μέλλον: τη σύγκρουση ανάμεσα στις αντιλήψεις μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας για τα εθνικά συμφέροντα της χώρας και στους ευρύτερους στρατηγικούς σχεδιασμούς της Μόσχας, τους οποίους καλούνταν να ακολουθήσει το ΚΚΕ.
Από τη σκοπιά της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το μακεδονικό ζήτημα αποτελούσε τμήμα ενός ευρύτερου βαλκανικού σχεδίου.
Από τη σκοπιά μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, όμως, θεωρήθηκε ξένη και επιβεβλημένη πολιτική.
Κατά τις δεκαετίες του 1930 και του 1940 οι δεσμοί του ΚΚΕ με τη Σοβιετική Ένωση ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο.
Η προσωπικότητα του Ιωσήφ Στάλιν απέκτησε σχεδόν μυθικές διαστάσεις στους κόλπους του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Η σοβιετική εκβιομηχάνιση, η νίκη επί του ναζισμού και η μετατροπή της ΕΣΣΔ σε παγκόσμια υπερδύναμη ενίσχυσαν τη γοητεία που ασκούσε η Μόσχα σε χιλιάδες Έλληνες αριστερούς.
Ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Κατοχής, η αντίσταση της Σοβιετικής Ένωσης απέναντι στη ναζιστική Γερμανία προσέδωσε τεράστιο κύρος στο σοβιετικό καθεστώς.
Για πολλούς αγωνιστές του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ η Σοβιετική Ένωση αποτελούσε όχι μόνο πολιτικό πρότυπο αλλά και σύμβολο εθνικής αντίστασης και κοινωνικής δικαιοσύνης.
Παρά την ισχυρή αυτή ιδεολογική σύνδεση, οι σχέσεις ΚΚΕ και Μόσχας δεν ήταν πάντοτε απλές ούτε απαλλαγμένες από εντάσεις. Όπως προείπαμε, η σοβιετική ηγεσία αντιμετώπιζε το ελληνικό ζήτημα μέσα από το πρίσμα των γενικότερων γεωπολιτικών εξελίξεων.
Η Ελλάδα δεν αποτελούσε για τη Μόσχα αυτοσκοπό αλλά τμήμα ενός ευρύτερου διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων.
Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου.
Παρά την ιδεολογική συγγένεια μεταξύ του ΚΚΕ και της Σοβιετικής Ένωσης, η Μόσχα δεν προχώρησε ποτέ σε άμεση και απεριόριστη στρατιωτική στήριξη του Δημοκρατικού Στρατού.
Η στάση του Στάλιν καθοριζόταν κυρίως από τον φόβο μιας άμεσης σύγκρουσης με τη Βρετανία και αργότερα με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Με άλλα λόγια, η κομμουνιστική αλληλεγγύη είχε όρια, όπως ακριβώς και ο φιλελληνισμός της τσαρικής περιόδου.
Η πραγματικότητα αυτή έγινε ακόμη πιο ορατή μετά τη ρήξη Στάλιν–Τίτο το 1948.
Η Γιουγκοσλαβία αποτελούσε τον βασικό δίαυλο ανεφοδιασμού του Δημοκρατικού Στρατού, όμως όταν το ΚΚΕ τάχθηκε υπέρ της σοβιετικής πλευράς στη σύγκρουση μεταξύ Μόσχας και Βελιγραδίου, έχασε μια κρίσιμη πηγή υποστήριξης.
Η απόφαση αυτή ανέδειξε για άλλη μία φορά την προτεραιότητα που είχε για το κόμμα η πίστη στο διεθνές κομμουνιστικό κέντρο έναντι άλλων πολιτικών υπολογισμών.
Η μεταπολεμική περίοδος αποκάλυψε επίσης τα όρια της σχέσης αυτής.
Η περίπτωση του Νίκου Ζαχαριάδη είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική.
Ο ιστορικός ηγέτης του ΚΚΕ ταυτίστηκε όσο λίγοι με την πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης και υπήρξε σταθερός υποστηρικτής του σταλινικού μοντέλου.
Ωστόσο, μετά τον θάνατο του Στάλιν και την αλλαγή της σοβιετικής πολιτικής, απομακρύνθηκε από την ηγεσία του κόμματος με πρωτοβουλία που προήλθε ουσιαστικά από το σοβιετικό στρατόπεδο.
Η τραγική κατάληξή του στη Σιβηρία λειτούργησε συμβολικά για πολλούς αριστερούς ως απόδειξη ότι, ακόμη και οι πλέον πιστοί σύμμαχοι μπορούσαν να θυσιαστούν όταν μεταβάλλονταν οι προτεραιότητες της Μόσχας.
Παρά ταύτα, η επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης στο ΚΚΕ παρέμεινε καθοριστική για πολλές δεκαετίες.
Χιλιάδες πολιτικοί πρόσφυγες βρήκαν καταφύγιο στις σοβιετικές δημοκρατίες μετά το 1949, δημιουργώντας μια ολόκληρη γενιά Ελλήνων που μορφώθηκαν, εργάστηκαν και έζησαν στο σοβιετικό περιβάλλον.
Η εμπειρία αυτή συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας ιδιαίτερης πολιτικής και πολιτισμικής σχέσης ανάμεσα σε τμήματα της ελληνικής Αριστεράς και τη Σοβιετική Ένωση.
Εξετάζοντας τη συνολική πορεία του ΚΚΕ μέσα στην Κομμουνιστική Διεθνή και αργότερα μέσα στο σοβιετικό σύστημα, διαπιστώνει κανείς ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο.
Όπως κατά την τσαρική περίοδο οι ελληνικές προσδοκίες για μια άνευ όρων φιλελληνική πολιτική προσέκρουσαν στις γεωπολιτικές προτεραιότητες της Αγίας Πετρούπολης, έτσι και κατά τη σοβιετική εποχή οι προσδοκίες για μια άνευ όρων επαναστατική αλληλεγγύη προσέκρουσαν στις στρατηγικές επιλογές της Μόσχας.
Η σύγκριση αφορά την προτεραιότητα που αποδιδόταν στα κρατικά συμφέροντα, όχι την ταύτιση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας με τη Σοβιετική Ένωση ούτε την υπόθεση ότι οι συγκεκριμένοι στόχοι τους παρέμειναν αμετάβλητοι.
Ακόμη και στο απόγειο του κομμουνιστικού διεθνισμού, η εξωτερική πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης καθοριζόταν, σύμφωνα με τα παραπάνω, πρωτίστως από τα συμφέροντα της ίδιας της Σοβιετικής υπερδύναμης.
Οι εκκλησιαστικές σχέσεις
Στο εκκλησιαστικό πεδίο, οι σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Πατριαρχείο Μόσχας φανερώνουν ότι η κοινή ορθόδοξη παράδοση, η λειτουργική συγγένεια και οι πνευματικοί δεσμοί δεν συνεπάγονται πάντοτε συμφωνία ως προς την εκκλησιαστική δικαιοδοσία, τη χορήγηση αυτοκεφαλίας και τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Χαρακτηριστική υπήρξε η κρίση του ουκρανικού αυτοκεφάλου το 2019, η οποία μετέφερε στις σχέσεις Αθήνας και Μόσχας μια ευρύτερη διορθόδοξη αντιπαράθεση.
Στον πυρήνα της διαφωνίας βρίσκονταν δύο διαφορετικές κανονικές προσεγγίσεις: η Εκκλησία της Ελλάδος αποδέχθηκε τη θέση ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε δικαιοδοσία να προβεί στη συγκεκριμένη πράξη, ενώ το Πατριαρχείο Μόσχας θεωρούσε ότι η παρέμβαση αφορούσε δική του κανονική επικράτεια και αμφισβητούσε την κανονική αποκατάσταση των εκκλησιαστικών προσώπων που συγκρότησαν τη νέα Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας.
Η ελλαδική απόφαση δεν παρουσιάστηκε ως απλή διπλωματική επιλογή: προηγήθηκε εξέταση του ζητήματος από τις αρμόδιες συνοδικές επιτροπές επί των Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων και επί των Διορθοδόξων και των Διαχριστιανικών Σχέσεων, οι οποίες κατέθεσαν κοινό πόρισμα στις 13 Αυγούστου 2019.
Στις 12 Οκτωβρίου η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος αποδέχθηκε το κανονικό δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου να παραχωρεί αυτοκεφαλία και την εισήγηση του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου υπέρ της αναγνώρισης της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας.
Το Πατριαρχείο Μόσχας αντέδρασε με συνοδική απόφαση στις 17 Οκτωβρίου, εξουσιοδοτώντας τον Πατριάρχη Κύριλλο να παύσει τη μνημόνευση του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου εφόσον εκείνος προχωρούσε σε πράξεις αναγνώρισης της νέας ουκρανικής Εκκλησίας.
Ακολούθησε η επιστολή του Ιερωνύμου προς τον προκαθήμενό της, Επιφάνιο, με ημερομηνία 21 Οκτωβρίου, και στις αρχές Νοεμβρίου η Μόσχα διέκοψε την ευχαριστιακή κοινωνία με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών· στις 3 Νοεμβρίου ο Κύριλλος έπαψε να μνημονεύει το όνομά του στα δίπτυχα κατά τη Θεία Λειτουργία.
Η μνημόνευση αυτή δεν αποτελεί μια απλή εθιμοτυπική αναφορά, αλλά λειτουργική έκφραση της εκκλησιαστικής κοινωνίας, γι’ αυτό και η παύση της είχε ουσιαστικό συμβολικό και εκκλησιολογικό βάρος.
Ωστόσο, η διακοπή δεν επεκτάθηκε αδιακρίτως στο σύνολο της ελλαδικής Εκκλησίας: η ρωσική πλευρά δήλωσε ότι θα διατηρούσε τους κανονικούς και ευχαριστιακούς δεσμούς με όσους ιεράρχες και κληρικούς δεν αναγνώριζαν τη νέα ουκρανική Εκκλησία και δεν συλλειτουργούσαν με τους εκπροσώπους της.
Επομένως, δεν επρόκειτο για ενιαία ρήξη με όλους τους Έλληνες ιεράρχες, αλλά για διαφοροποίηση ανάλογα με τη στάση τους απέναντι στο ουκρανικό αυτοκέφαλο.
Η κρίση δείχνει ότι οι σχέσεις των δύο Εκκλησιών πρέπει να εξετάζονται σε περισσότερα από ένα επίπεδα: ως σχέσεις κοινής πίστης και πνευματικής παράδοσης, ως διαφωνίες για την ερμηνεία της κανονικής τάξης και ως μέρος των ευρύτερων εντάσεων στον ορθόδοξο κόσμο.
Η γεωπολιτική διάσταση μπορεί να συνεξετάζεται, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει τις συνοδικές αποφάσεις ούτε δικαιολογεί την αυτόματη ταύτιση της Εκκλησίας της Ελλάδος με την ελληνική κρατική πολιτική ή του Πατριαρχείου Μόσχας με κάθε επιλογή της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής.
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: πόσο φιλελληνική είναι τελικά η Ρωσία;
Η απάντηση εξαρτάται καταρχάς από το τι εννοούμε με τον όρο «Ρωσία».
Άλλο είναι η ρωσική κοινωνία, με τις θρησκευτικές, λογοτεχνικές και πολιτισμικές της παραδόσεις, και άλλο το ρωσικό κράτος, το οποίο σε κάθε ιστορική περίοδο λειτουργεί με βάση συγκεκριμένες επιδιώξεις ισχύος και ασφάλειας.
Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη, επειδή επιτρέπει να αναγνωρίσουμε την ειλικρίνεια πολλών φιλελληνικών εκδηλώσεων χωρίς να τις ταυτίσουμε αυτομάτως με την επίσημη εξωτερική πολιτική.
Σε επίπεδο κοινωνίας και πολιτισμού, ο φιλελληνισμός υπήρξε αναμφίβολα ισχυρός.
Η αρχαιοελληνική παιδεία, η βυζαντινή κληρονομιά, η κοινή ορθόδοξη πίστη και η παρουσία ελληνικών κοινοτήτων στον ρωσικό χώρο δημιούργησαν δεσμούς με πραγματικό ιστορικό βάθος.
Οι δεσμοί αυτοί εκφράστηκαν με οικονομική βοήθεια, εκκλησιαστικές επαφές, φιλολογικό ενδιαφέρον, υποστήριξη προσφύγων και θαυμασμό προς την ελληνική ιστορία.
Επομένως δεν πρόκειται για έναν μύθο χωρίς πραγματικό υπόβαθρο.
Εντούτοις σε επίπεδο κρατικής πολιτικής η εικόνα αλλάζει.
Η Ρωσία στήριξε ελληνικές επιδιώξεις όταν αυτές συνέπιπταν με τον ανταγωνισμό της προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία, με την επιθυμία της για πρόσβαση στα Στενά ή με την επιδίωξη ευρύτερης επιρροής στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αντιθέτως όταν οι ελληνικοί στόχοι συγκρούονταν με τον πανσλαβισμό, με τις ισορροπίες των μεγάλων δυνάμεων ή με άλλες ρωσικές προτεραιότητες, η πολιτισμική συγγένεια υποχωρούσε.
Η αποκήρυξη του Υψηλάντη, η υποστήριξη της βουλγαρικής εθνικής και εκκλησιαστικής χειραφέτησης και η προώθηση της Μεγάλης Βουλγαρίας αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Η ίδια λογική συνεχίστηκε, με διαφορετικό ιδεολογικό λεξιλόγιο, κατά τη σοβιετική περίοδο.
Η ορθόδοξη αλληλεγγύη αντικαταστάθηκε από τον κομμουνιστικό διεθνισμό, αλλά και πάλι η Μόσχα έθεσε τα συμφέροντα της υπερδύναμης πάνω από τις προσδοκίες των Ελλήνων συμμάχων της.
Οι σχέσεις με το ΚΚΕ, η περιορισμένη σοβιετική εμπλοκή στον Εμφύλιο και η τύχη των ελληνικών κοινοτήτων της ΕΣΣΔ δείχνουν ότι ούτε η ιδεολογική συγγένεια εξασφάλιζε μια άνευ όρων προστασία.
Επομένως, το ερώτημα δεν πρέπει να τίθεται με απόλυτους όρους, σαν να υπήρξε η Ρωσία είτε αιώνιος προστάτης είτε μόνιμος αντίπαλος του ελληνισμού.
Ιστορικά υπήρξε ένας ισχυρός παράγοντας, με τον οποίο η Ελλάδα μοιράστηκε πολιτισμικούς και θρησκευτικούς δεσμούς, αλλά και συχνά ανταγωνιστικά συμφέροντα.
Μια ωριμότερη προσέγγιση απαιτεί να διακρίνουμε την αλληλεγγύη των ανθρώπων από τις επιλογές της κρατικής εξουσίας και τη ρητορική της κοινής πίστης από την πρακτική της γεωπολιτικής.
Ως εκ τούτου, κατά την προσωπική -και συνεπώς υποκειμενική- άποψη του γράφοντος, η ιστορικά ακριβέστερη διατύπωση είναι η εξής:
Η ιστορική διαδρομή που εξετάστηκε δείχνει τη συνύπαρξη ειλικρινών φιλελληνικών εκδηλώσεων και κρατικών επιλογών που δεν συνέπιπταν πάντοτε με τις ελληνικές επιδιώξεις.
Στις περιπτώσεις που αναλύθηκαν, η Ρωσία ως κράτος υπηρέτησε πρωτίστως τα δικά της στρατηγικά συμφέροντα: όταν αυτά συνέπιπταν με τα ελληνικά συμφέροντα, εμφανιζόταν ως προστάτιδα και σύμμαχος· όταν συγκρούονταν, η γεωπολιτική υπερίσχυε της φιλελληνικής ρητορικής και της ορθόδοξης ή ιδεολογικής αλληλεγγύης.
Οι πολιτισμικοί δεσμοί, επομένως, δεν εξασφάλιζαν σταθερή και άνευ όρων κρατική υποστήριξη.
Η διαπίστωση αυτή αφορά τα ιστορικά παραδείγματα του δοκιμίου και δεν συνιστά από μόνη της συνολική αποτίμηση της σημερινής ρωσικής κοινωνίας ή πολιτικής.
ΥΓ. Βεβαίως το ερώτημα σχετικά με τον φιλελληνισμό της Ρωσίας δικαίως θα μπορούσε να αντιστραφεί και να αναρωτηθούμε: πόσο φιλορωσική ήταν και είναι η πολιτική της Ελλάδας…;
Κάποια Βιβλιογραφία
Frary, Lucien J. Russia and the Making of Modern Greek Identity, 1821–1844. Oxford: Oxford University Press, 2015.
Heraclides, Alexis, και Ada Dialla. Humanitarian Intervention in the Long Nineteenth Century: Setting the Precedent. Manchester: Manchester University Press, 2015, ιδίως κεφ. 6 και 9.
Anscombe, Frederick F. State, Faith, and Nation in Ottoman and Post-Ottoman Lands. Cambridge: Cambridge University Press, 2014, κεφ. 6, «The Post-Ottoman Balkans».
Biondich, Mark. The Balkans: Revolution, War, and Political Violence since 1878. Oxford: Oxford University Press, 2011.
Marantzidis, Nikos. «The Greek Civil War (1944–1949) and the International Communist System». Journal of Cold War Studies 15, αρ. 4 (2013): 25–54.
Μαραντζίδης, Νίκος, και Κώστας Τσίβος. Ο ελληνικός εμφύλιος και το διεθνές κομμουνιστικό σύστημα: Το ΚΚΕ μέσα από τα τσεχικά αρχεία, 1946–1968. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2012.
Rossos, Andrew. «Incompatible Allies: Greek Communism and Macedonian Nationalism in the Civil War in Greece, 1943–1949». The Journal of Modern History 69, αρ. 1 (1997): 42–76.
Lampropoulos, Elaina Maria. Belonging to Greece and the Soviet Union: Greeks of Tashkent, 1949–1974. Μεταπτυχιακή εργασία, York University, 2014.
Clogg, Richard. A Concise History of Greece. 3η έκδ. Cambridge: Cambridge University Press, 2021, ιδίως κεφ. 2, «Ottoman Rule and the Emergence of the Greek State, 1770–1831».
Jelavich, Barbara. History of the Balkans, Volume I: Eighteenth and Nineteenth Centuries. Cambridge: Cambridge University Press, 1983.
Wolikow, Serge. «The Comintern as a World Network». Στο Silvio Pons και Stephen A. Smith (επιμ.), The Cambridge History of Communism, Volume I: World Revolution and Socialism in One Country, 1917–1941, 232–255. Cambridge: Cambridge University Press, 2017.
Polian, Pavel. Against Their Will: The History and Geography of Forced Migrations in the USSR. Budapest: Central European University Press, 2003.
Pohl, J. Otto. Ethnic Cleansing in the USSR, 1937–1949. Westport, CT: Greenwood Press, 1999.



