ΙράνΙσραήλ
Δρ. Άγγελος Κότιος
Πανεπιστημιακός

Φιλελευθερισμός ή ευνοιοκρατικός καπιταλισμός (crony capitalism); Πιο είναι τελικά το οικονομικό σύστημα της χώρας μας;

Φιλελευθερισμός ή ευνοιοκρατικός καπιταλισμός (crony capitalism); Πιο είναι τελικά το οικονομικό σύστημα της χώρας μας;
ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Διαβάστε σχετικά για Άγγελος Κότιος, Διάκριση Εξουσιών, Δικαιοσύνη, Ελευθερία Τύπου, Νεοφιλελευθερισμός, Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), Ορντοφιλελευθερισμός (Ordoliberalismus),

Ακούω ένα ακροδεξιό υπουργό να λέει ότι κυβερνά η «φιλελεύθερή παράταξη». Ακούω άλλους της αντιπολίτευσης να λένε ότι «μας κατάστρεψαν οι φιλελεύθερες πολιτικές». Παρακολουθώντας ένα τηλεοπτικό πάνελ κομματικών εκπροσώπων, διαπιστώνω για πολλοστή φορά, πόσο επίμονη και ανόητη είναι η εννοιολογική και σημασιολογική σύγχυση που διατρέχει τον ελληνικό δημόσιο διάλογο.

Πολιτικοί, δημοσιογράφοι και αναλυτές χρησιμοποιούν διαρκώς τους όρους «φιλελευθερισμός» και «νεοφιλελευθερισμός», άλλοτε για να υπερασπιστούν και άλλοτε για να καταγγείλουν την οικονομική πολιτική.

Πόσο φιλελεύθερο, όμως, μπορεί να χαρακτηριστεί ένα σύστημα στο οποίο πολλές από τις βασικές προϋποθέσεις της ελεύθερης και ανταγωνιστικής οικονομίας είτε απουσιάζουν, είτε λειτουργούν ανεπαρκώς;

Μήπως συγχέουμε την ιδιωτική ιδιοκτησία με τον ελεύθερο ανταγωνισμό, τις ιδιωτικοποιήσεις με την απελευθέρωση των αγορών και την επιχειρηματικότητα με την προνομιακή πρόσβαση στην κρατική εξουσία;

Μήπως, τελικά, αποκαλούμε «φιλελευθερισμό» ένα σύστημα που διατηρεί ισχυρά χαρακτηριστικά κρατισμού, πελατειακών σχέσεων και συγκεντρωμένης οικονομικής ισχύος;

Ο οικονομικός φιλελευθερισμός, ιδιαίτερα στις σύγχρονες θεσμικές και ορντοφιλελεύθερες εκδοχές του, δεν ταυτίζεται ούτε με την απουσία του κράτους, ούτε με την ασυδοσία των ισχυρών.

Προϋποθέτει σταθερούς και διαφανείς κανόνες, προστασία της ιδιοκτησίας, ασφάλεια δικαίου, ισονομία, ελεύθερη είσοδο στις αγορές και ουσιαστικό ανταγωνισμό.

Η οικονομική επιτυχία οφείλει να προκύπτει από την παραγωγικότητα, την καινοτομία και την ικανότητα εξυπηρέτησης του καταναλωτή, όχι από την πολιτική εύνοια.

Στο πλαίσιο αυτό, το κράτος δεν είναι αναγκαστικά μικρό ή ανίσχυρο. Είναι περιορισμένο ως προς την αυθαιρεσία του, αλλά ισχυρό στην επιβολή γενικών κανόνων.

Οφείλει να αντιμετωπίζει τα καρτέλ, την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, τις αρνητικές εξωτερικότητες (π.χ. στο περιβάλλον) και τις ασυμμετρίες πληροφόρησης, διασφαλίζοντας παράλληλα την κοινωνική προστασία και την ισότητα ευκαιριών.

Η ανεξέλεγκτη συγκέντρωση ιδιωτικής ισχύος δεν αποτελεί θρίαμβο της ελεύθερης αγοράς, αλλά δυνητική απειλή εναντίον της.

Η ελληνική οικονομία, ωστόσο, διαμορφώθηκε ιστορικά μέσα από μια ιδιαίτερη αλληλεξάρτηση κράτους, πολιτικής εξουσίας και ιδιωτικών συμφερόντων.

Το κράτος υπήρξε συχνά διανομέας πόρων, αδειών, επιδοτήσεων, δημοσίων συμβάσεων και προνομίων, ενώ μέρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας αναζήτησε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα όχι μόνο στην παραγωγή και στην καινοτομία, αλλά και στην εγγύτητα προς τους μηχανισμούς εξουσίας.

Αυτή η σχέση δημιουργεί τις προϋποθέσεις της λεγόμενης ρυθμιστικής αιχμαλωσίας (regulatory capture), όταν δηλαδή οι δημόσιοι κανόνες επηρεάζονται καθοριστικά από τα συμφέροντα εκείνων που υποτίθεται ότι ρυθμίζουν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι κρατικοδίαιτες.

Η χώρα διαθέτει παραγωγικές, εξωστρεφείς και διεθνώς ανταγωνιστικές επιχειρήσεις.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το θεσμικό περιβάλλον επιβραβεύει συστηματικά την παραγωγική υπεροχή ή εξακολουθεί να προσφέρει πλεονεκτήματα στις πολιτικές διασυνδέσεις.

Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική διάκριση ανάμεσα στην ανταγωνιστική οικονομία της αγοράς και στον ευνοιοκρατικό καπιταλισμό (crony capitalism).

Στην πρώτη, η επιτυχία εξαρτάται κυρίως από την αποτελεσματικότητα και την ανταγωνιστικότητα.

Στον δεύτερο, η πρόσβαση στην εξουσία μπορεί να αποδειχθεί σημαντικότερη από την παραγωγική ικανότητα. Πρόκειται για μια έννοια που ερμηνεύει αρκετές παθογένειες της ελληνικής πολιτικής οικονομίας ακριβέστερα από τις γενικευμένες καταγγελίες περί «νεοφιλελευθερισμού».

Άλλωστε, η ύπαρξη ιδιωτικών επιχειρήσεων δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανταγωνιστικές αγορές.

Υψηλά εμπόδια εισόδου, διοικητικές στρεβλώσεις, προνομιακές ρυθμίσεις και καταχρηστικές πρακτικές μπορούν να περιορίζουν ουσιαστικά τον ανταγωνισμό.

Η συγκέντρωση μιας αγοράς δεν αποδεικνύει από μόνη της την ύπαρξη καρτέλ, καθώς μπορεί να οφείλεται σε οικονομίες κλίμακας.

Όταν, όμως, συνδυάζεται με δυσκολία εισόδου νέων επιχειρήσεων, ανεπαρκή εποπτεία και στενές σχέσεις οικονομικής και πολιτικής ισχύος, δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους.

Ο ΟΟΣΑ, στην οικονομική επισκόπηση της Ελλάδας το 2024, αναγνώρισε την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων, επισημαίνοντας παράλληλα εμπόδια στον ανταγωνισμό ορισμένων υπηρεσιών, διοικητικές επιβαρύνσεις και δυσκολίες πρόσβασης στη χρηματοδότηση.

Συνεπώς, δεν είναι ακριβές ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει, αλλά ούτε ότι έχει ολοκληρωθεί η μετάβαση σε μια ώριμη ανταγωνιστική οικονομία.

Το πραγματικό ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι απλώς πόσο παρεμβαίνει το κράτος, αλλά υπέρ ποιου, με ποιους κανόνες και υπό ποιον έλεγχο.

Μια ιδιωτικοποίηση που αντικαθιστά ένα δημόσιο μονοπώλιο, με ένα ανεπαρκώς ρυθμιζόμενο ιδιωτικό μονοπώλιο, δεν συνιστά κατ’ ανάγκην φιλελεύθερη μεταρρύθμιση.

Αντίστοιχα, οι φωτογραφικές ρυθμίσεις, οι επιλεκτικές επιδοτήσεις και η άνιση εφαρμογή της νομοθεσίας, συχνά συντηρούν προνόμια, αντί να ενισχύουν την οικονομική ελευθερία.

Ιδιαίτερα επίκαιρη παραμένει η διδασκαλία της ορντοφιλελεύθερης σχολής του Freiburg στη μεταπολεμική Γερμανία.

Ο ορντοφιλελευθερισμός (Ordoliberalismus) στηρίζεται στην αρχή ότι η οικονομική ελευθερία απαιτεί θεσμική τάξη.

Το κράτος οφείλει να εγγυάται το πλαίσιο του ανταγωνισμού, χωρίς να κατευθύνει αυθαίρετα την οικονομική διαδικασία (economic process).

Η συγκέντρωση ιδιωτικής ισχύος μπορεί να απειλήσει την ελευθερία εξίσου σοβαρά με την υπερσυγκέντρωση κρατικής εξουσίας.

Αυτή η προσέγγιση επηρέασε τη κοινωνική οικονομία της αγοράς (social market economy) σε πολλές χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης (όχι της Ελλάδας), η οποία επιχειρεί να συνδυάσει ανταγωνισμό, κοινωνική συνοχή και θεσμική σταθερότητα.

Η κεντρική της αρχή, θεσμική τάξη αντί αυθαιρεσίας, αναδεικνύει μια διάκριση που συχνά απουσιάζει από την ελληνική συζήτηση.

Προφανώς, δεν πρόκειται απλώς για την επιλογή ανάμεσα στο κράτος και στην αγορά, αλλά ανάμεσα σε μια οικονομία γενικών κανόνων και σε μια οικονομία επιλεκτικών προνομίων.

Η λειτουργία μιας τέτοιας οικονομίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το κράτος δικαίου.

Η ουσιαστική διάκριση των εξουσιών, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, η λογοδοσία, η ελευθερία του Τύπου και η ισονομία αποτελούν προϋποθέσεις όχι μόνο της πολιτικής δημοκρατίας, αλλά και της οικονομικής ανάπτυξης.

Στην Ελλάδα υπάρχουν συνταγματικά κατοχυρωμένοι θεσμοί και δημοκρατικές διαδικασίες, όμως η αποτελεσματικότητά τους δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητη.

Η κυβερνητική επιρροή στη νομοθετική λειτουργία, οι αδυναμίες κοινοβουλευτικού ελέγχου και οι χρόνιες δυσλειτουργίες της Δικαιοσύνης δημιουργούν προβληματισμό για την ουσιαστική λειτουργία των θεσμικών αντιβάρων.

Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου του 2026 καταγράφει θετικές εξελίξεις, αλλά και διαρκείς προκλήσεις.

Μόλις το 33% των επιχειρήσεων αξιολογούσε ως αρκετά ή πολύ καλή την ανεξαρτησία των δικαστηρίων και των δικαστών, έναντι 49% το 2025.

Ο συγκεκριμένος δείκτης αποτυπώνει αντιλήψεις και όχι αποδεδειγμένες παρεμβάσεις, αλλά αναδεικνύει ένα ουσιαστικό έλλειμμα εμπιστοσύνης.

Η θεσμική αβεβαιότητα συνεπάγεται πραγματικό οικονομικό κόστος.

Περιορίζει τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις, αυξάνει τον επιχειρηματικό κίνδυνο και ευνοεί όσους μπορούν να αντισταθμίζουν την αβεβαιότητα μέσω πολιτικών διασυνδέσεων.

Χωρίς εμπιστοσύνη στη σταθερότητα των κανόνων και στην αποτελεσματική δικαστική προστασία, η ισοτιμία των οικονομικών ευκαιριών παραμένει προβληματική.

Στο σημείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η έννοια της «Ανοικτής Κοινωνίας» του Karl Popper.

Στο έργο του «Η Ανοικτή Κοινωνία και οι Εχθροί της», ο Popper υπερασπίστηκε μια κοινωνία που επιτρέπει την κριτική, τον έλεγχο της εξουσίας και τη θεσμική διόρθωση των λαθών.

Η ανοικτή κοινωνία δεν εξαντλείται στη διενέργεια εκλογών, αλλά απαιτεί ουσιαστικούς περιορισμούς της αυθαιρεσίας και ελεύθερη διακίνηση ιδεών.

Η ίδια λογική ισχύει στην οικονομία. Μια ανοικτή αγορά επιτρέπει στους νεοεισερχόμενους να αμφισβητούν τους κατεστημένους, στις νέες επιχειρήσεις να ανταγωνίζονται τις παλαιές και στην καινοτομία να υπερβαίνει τα προνόμια.

Αντίθετα, όταν η πρόσβαση στις ευκαιρίες εξαρτάται υπέρμετρα από πολιτικές, οικογενειακές ή επιχειρηματικές διασυνδέσεις, η κοινωνία παραμένει ουσιαστικά λιγότερο ανοικτή, ανεξάρτητα από τις τυπικές δημοκρατικές της εγγυήσεις.

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην ενιαία αγορά βελτίωσε σημαντικά το θεσμικό περιβάλλον, χωρίς όμως να εξαλείψει αυτομάτως τις εγχώριες πελατειακές δομές.

Το γεγονός αυτό αναδεικνύει ένα βαθύτερο πολιτικό πρόβλημα, που υπερβαίνει τις συνήθεις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις.

Τα ελληνικά κόμματα διαφέρουν ουσιαστικά στη φορολογία, στην αναδιανομή, στις εργασιακές σχέσεις και στον επιθυμητό βαθμό κρατικής παρέμβασης.

Παράλληλα, όμως, διαχρονικά επιβιώνουν κοινές πρακτικές συγκεντρωτικής άσκησης εξουσίας, κομματικής επιρροής στη διοίκηση και επιλεκτικής διαχείρισης των κρατικών πόρων.

Έτσι, κυβερνήσεις διαφορετικών ιδεολογικών προσανατολισμών μπορούν να μεταβάλλουν τις οικονομικές προτεραιότητες, χωρίς να μετασχηματίζουν ουσιαστικά τη σχέση κράτους, αγοράς και οργανωμένων συμφερόντων.

Γι’ αυτό και η αδιάκριτη χρήση του όρου «νεοφιλελευθερισμός», συχνά, συσκοτίζει αντί να εξηγεί την πραγματικότητα.

Ο όρος έχει διαφορετικές ιστορικές και θεωρητικές σημασίες, από τις ευρωπαϊκές προσεγγίσεις, που υποστήριζαν ένα ισχυρό θεσμικό πλαίσιο ανταγωνισμού, έως τις μεταγενέστερες πολιτικές απορρύθμισης και ιδιωτικοποιήσεων.

Δεν μπορεί κάθε ιδιωτικοποίηση ή δημοσιονομικός περιορισμός να χαρακτηρίζεται αυτομάτως νεοφιλελεύθερος, όπως δεν αρκούν οι μειώσεις φόρων ή η υποστήριξη των επενδύσεων για να χαρακτηριστεί μια κυβέρνηση φιλελεύθερη.

Το ουσιαστικό κριτήριο είναι αν η πολιτική εξουσία αποδέχεται τον αυτοπεριορισμό της υπέρ της ισονομίας, της θεσμικής ανεξαρτησίας και του ανταγωνισμού.

Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και η πραγματική μεταρρυθμιστική πρόκληση της Ελλάδας.

Η μετάβαση από μια οικονομία προνομίων σε μια οικονομία κανόνων απαιτεί αξιοκρατική δημόσια διοίκηση, ανεξάρτητη και αποτελεσματική Δικαιοσύνη, ισχυρές αρχές ανταγωνισμού, διαφανείς δημόσιες συμβάσεις και σταθερό φορολογικό και ρυθμιστικό περιβάλλον.

Απαιτεί, επίσης, περιορισμό της αυθαίρετης κρατικής διακριτικής ευχέρειας, αξιολόγηση των δημόσιων παρεμβάσεων και άρση των αδικαιολόγητων εμποδίων εισόδου στις αγορές. Πάνω απ’ όλα, απαιτεί την αποσύνδεση της οικονομικής επιτυχίας από την πολιτική εύνοια.

Μια πραγματική φιλελεύθερη μεταρρύθμιση δεν αντικαθιστά την κρατική παντοδυναμία με την ιδιωτική. Θέτει θεσμικά όρια και στις δύο.

Δεν εγκαταλείπει την κοινωνική προστασία, αλλά επιδιώκει μια παραγωγική και ανταγωνιστική οικονομία, ικανή να χρηματοδοτεί αποτελεσματικές κοινωνικές πολιτικές και να προσφέρει ουσιαστικές ευκαιρίες προόδου.

Η Ελλάδα δεν είναι μια οικονομία χωρίς ιδιωτική πρωτοβουλία, ούτε μια απολύτως κλειστή αγορά.

Έχει πραγματοποιήσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις και διαθέτει ουσιαστικές οικονομικές ελευθερίες.

Εξακολουθεί, ωστόσο, να εμφανίζει χαρακτηριστικά κρατικοκεντρικής οργάνωσης, ευνοιοκρατικών σχέσεων και θεσμικών αδυναμιών που περιορίζουν τις αναπτυξιακές της δυνατότητες.

Αν θέλουμε να περιγράφουμε με ακρίβεια την πραγματικότητα, οφείλουμε να διακρίνουμε τον φιλελευθερισμό από τον ευνοιοκρατικό καπιταλισμό, την επιχειρηματικότητα από την προσοδοθηρία, τον ανταγωνισμό από τη συγκεντρωμένη οικονομική ισχύ και το κράτος δικαίου από τη διοικητική αυθαιρεσία.

Ο πραγματικός μετασχηματισμός δεν θα προκύψει απλώς από περισσότερη ή λιγότερη κρατική παρέμβαση, αλλά από την υπαγωγή της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας σε σταθερούς, διαφανείς και καθολικά εφαρμοζόμενους κανόνες.

Διότι το μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι ότι δοκιμάσαμε με συνέπεια τον θεσμικό φιλελευθερισμό και απέτυχε. Είναι ότι ουδέποτε κατορθώσαμε να τον εγκαθιδρύσουμε πλήρως.

Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία του δημόσιου διαλόγου μας: ότι εξακολουθούμε να καταγγέλλουμε ως «φιλελευθερισμό» ή «νεοφιλελευθερισμό» παθογένειες ενός συστήματος που, σε πολλά κρίσιμα σημεία, παραβιάζει σωρηδόν τις ίδιες τις θεμελιώδεις αρχές του φιλελευθερισμού.

Γενικότερα, είτε από άγνοια είτε από πολιτική σκοπιμότητα, η εννοιολογική στρέβλωση στον ελληνικό δημόσιο διάλογο έχει πάψει να παραμορφώνει απλώς την πραγματικότητα. Πλέον την έχει αντικαταστήσει.

  • Μη πυροβολείτε τον Πατριάρχη!
    Ανεξάρτητος Αρθρογράφος
    «Banish Air from Air - Divide Light if you dare - They'll meet While Cubes in a Drop Or Pellets of Shape Fit - Films cannot annul Odors return whole Force Flame And with a Blonde push Over your impotence Flits Steam.» From «Banish Air from Air» by Emily Dickinson. Ο πόλεμος είναι...
  • Μετριότητα που λανσάρεται ως αριστεία… αριβισμός ματαιόδοξων ολιγοελάχιστων
    Φυσικός - Εκπαιδευτικός - Σύμβουλος Σταδιοδρομίας
    Εκείνη η αστική ευγένεια... Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, ο πολιτικός λόγος, αλλά και διάλογος, διέπεται από βαθειά τοξικότητα και πρόδηλη φθήνια. Από αγοραίες εκφράσεις και έλλειψη επιχειρηματολογίας που ως καταφύγιο έχει τις επιθέσεις επί προσωπικού. Πολιτικοί αντίπαλοι λοιδωρούνται, πλήθος δημοσιευμάτων σαν σε διατεταγμένη...
  • Διαφθορά: διαχρονικός αόρατος φόρος και μηχανισμός αναδιανομής εισοδημάτων στην Ελλάδα
    Πανεπιστημιακός
    ...με αφορμή την αποτυχία του κράτους να ελέγξει τη διαφθορά στο παραϊατρικό τομέα Η επικαιρότητα στη χώρα μας προσφέρει, δυστυχώς και πάλι, αυτή τη φορά στον «ιατρικό» τομέα, μετά τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τις πολεοδομίες, τις εφορίες, την ΕΡΓΟΣΕ, τις αδειοδοτήσεις, τις αναθέσεις,...