ΙράνΙσραήλ
Ιεμπραχέμ Μουσλέμ
Ιατρός, Μέλος της Ευρωπαϊκής Διπλωματικής Αντιπροσωπείας του κουρδικού PYD από τη Ροζάβα

Κουρδικό Ζήτημα: Ανθρωπολογία του τόπου και σύγκρουση για την ταυτότητα

Κουρδικό Ζήτημα: Ανθρωπολογία του τόπου και σύγκρουση για την ταυτότητα
ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Διαβάστε σχετικά για Αμπντουλάχ Οτσαλάν, Ιεμπραχέμ Μουσλέμ, Ιράκ, Ιράν, Κουρδιστάν, Κούρδοι, Μέση Ανατολή, Ντεβλέτ Μπαχτσελί, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, Συρία, Τουρκία,

Al-Hewar Al-Mutamadin, τεύχος 8810 — 27 Αυγούστου 2026

Θεματική ενότητα: Πολιτικά ζητήματα και μελέτες

Μελέτη για την ονοματοδοσία ως εργαλείο εξουσίας και αναδιαμόρφωσης της συλλογικής μνήμης

Η παρούσα μελέτη διερευνά τους κοινωνικοπολιτικούς μηχανισμούς της γεωγραφικής μετονομασίας -της λεγόμενης «τοπωνυμικής βίας»- και της συμβολικής εξάλειψης στην Ανατολική Μεσόγειο, με ιδιαίτερη εννοιολογική εστίαση στον κουρδικό γεωγραφικό χώρο.

Αντλώντας από τα θεωρητικά σχήματα του Μισέλ Φουκό, του Πιερ Μπουρντιέ, του Αμπντάλα αλ-Κασίμι και του Αμπντουλάχ Οτσαλάν, η έρευνα αναλύει τον τρόπο με τον οποίο τα εθνικά κράτη -και ειδικότερα οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του αραβικού εθνικισμού, του κεμαλισμού στην Τουρκία και του σύγχρονου ιρανικού συγκεντρωτισμού- χρησιμοποίησαν τη γλωσσική μηχανική για να υποτάξουν αμφισβητούμενους χώρους, να επιβάλουν την κυριαρχία τους και να παραγάγουν πολιτική νομιμοποίηση.

Μέσα από την εξέταση των θεσμικών στρατηγικών του εκτουρκισμού, του εκπερσισμού και του εξαραβισμού, η μελέτη καταδεικνύει ότι οι τοπωνυμικές αλλαγές δεν αποτελούν ουδέτερες διοικητικές πράξεις.

Αντιθέτως, λειτουργούν ως μηχανισμοί βιοπολιτικής, με στόχο την αποψίλωση της ιστορικής μνήμης των αυτόχθονων κοινοτήτων.

Παράλληλα, εξετάζονται οι στρατηγικές υπαρξιακής αντίστασης που ανέπτυξε η κουρδική κοινωνία απέναντι στη γλωσσική εξάλειψη.

Οι στρατηγικές αυτές εκτείνονται από τη σημασιολογική διττότητα και την προφορική αρχειοθέτηση -όπως η παράδοση των Dengbêj- μέχρι τη δομική αναδιατύπωση της ταυτότητας και του τόπου μέσα από το πρότυπο της «δημοκρατικής συνομοσπονδίας».

Εξετάζοντας τις σύγχρονες γεωπολιτικές δυναμικές έως το 2026, συμπεριλαμβανομένων των μηχανισμών γραφειοκρατικής κηδεμονίας και των μετασχηματισμών του επίσημου λόγου, η μελέτη καταλήγει ότι εξακολουθεί να υφίσταται μια δομική αντίφαση: από τη μία βρίσκονται οι χαρτογραφικές αφηγήσεις που επιβάλλονται από την εξουσία και από την άλλη η επίμονη συλλογική μνήμη, η οποία παραμένει χαραγμένη στην πολιτισμική αντίληψη για τη γη.

Εισαγωγή: Η ανθρωπολογία του τόπου και η σύγκρουση για το όνομα

Τα ονόματα δεν αποτελούν ουδέτερες γλωσσικές νησίδες, οι οποίες χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη λειτουργική δήλωση προσώπων ή τόπων.

Αποτελούν θεμελιώδη συστατικά της συμβολικής δομής μέσω της οποίας οι κοινωνίες και τα κράτη διαμορφώνουν τις αντιλήψεις τους για την ιστορία και συγκροτούν τα πλαίσια της ταυτότητας και του ανήκειν.

Από αυτή την αφετηρία, κατά τις τελευταίες δεκαετίες σημειώθηκε μια γνωσιολογική στροφή προς τα πεδία της «πολιτικής ονοματοδοσίας» (Political Toponymy) και της «κοινωνιολογίας της ονοματοδοσίας» (Sociology of Naming).

Πρόκειται για επιστημολογικά πλαίσια που διερευνούν τις διασυνδέσεις ανάμεσα στη γλώσσα και την εξουσία και αναλύουν τον τρόπο με τον οποίο τα τοπωνύμια χρησιμοποιούνται ως στρατηγικά εργαλεία για την αναδιαμόρφωση του χώρου και την παραγωγή ή την απόκρυψη της πολιτικής νομιμοποίησης.

Η κοινωνιολογική αυτή προσέγγιση στηρίζεται σε μια βασική υπόθεση: ο έλεγχος της ονοματοδοσίας δεν αποτελεί μια αθώα λεξικογραφική πρακτική, αλλά πράξη συμβολικής κυριαρχίας.

Παρέχει στον πολιτικό δρώντα τη δυνατότητα να μονοπωλεί το «καθεστώς της αλήθειας» και να καθορίζει τα γνωστικά όρια της πραγματικότητας.

Όταν μια εξουσία υποβάλλει μια πόλη, μια γεωγραφική περιοχή ή μια ανθρώπινη κοινότητα σε διαδικασία μετονομασίας, η πράξη δεν περιορίζεται στην αντικατάσταση μιας γλωσσικής επιγραφής από μια άλλη.

Συνιστά ριζική ανακατασκευή του ιστορικού φαντασιακού που συνδέεται με τον τόπο και επιβάλλει μια επιστημολογική τομή ανάμεσα στη ζωντανή μνήμη και στο ιστορικό πλαίσιο της γης.

Οι συγκριτικές ανθρωπολογικές αναλύσεις στις μεθοριακές ζώνες και στις περιοχές γεωπολιτικών συγκρούσεων, όπως τα Βαλκάνια και η Μέση Ανατολή, αποκαλύπτουν ότι η αντιπαράθεση γύρω από τις λεκτικές σημασίες του τόπου αποτελεί συχνά εκδήλωση βαθύτερων συγκρούσεων.

Αυτές αφορούν την κυριαρχία, την υπαρξιακή αναγνώριση και τη δομή του ανήκειν.

Η μακρόχρονη ιστορική διένεξη μεταξύ της Ελλάδας και της Βόρειας Μακεδονίας γύρω από τη σημασιολογική ταυτότητα του ονόματος «Μακεδονία» αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα.

Η διαμάχη δεν αφορούσε απλώς μια φωνητική διαφοροποίηση, αλλά μια δομική σύγκρουση για το δικαίωμα εκπροσώπησης του «συμβολικού» και ιστορικού κεφαλαίου που περικλείει το όνομα.

Αφορούσε επίσης την προσπάθεια νομιμοποίησης μιας εθνικής υπόστασης μέσα από την οικειοποίηση μιας γεωγραφικής ονομασίας, η οποία προσδίδει σε μια νεοσύστατη οντότητα ιστορικό βάθος που δεν διαθέτει στην υλική πραγματικότητα.

Υπό αυτό το πρίσμα, οι διαδικασίες μετονομασίας που συνόδευσαν τη συγκρότηση των σύγχρονων εθνικών κρατών δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως ουδέτερα διοικητικά ή τεχνικά μέτρα.

Πρέπει να αναλυθούν ως δομικές στρατηγικές που αποσκοπούν στη διαγραφή του «παλίμψηστου» του τόπου και στην αναπαραγωγή του πολιτισμικού και πολιτικού χώρου κατά τρόπο συμβατό με την τοτεμική αφήγηση του κυρίαρχου κράτους.

Οι στρατηγικές αυτές περιλαμβάνουν τη συστηματική σημασιολογική αποψίλωση των φυσικών και ανθρώπινων ονομασιών -πόλεων, χωριών και γεωμορφολογικών στοιχείων-, ώστε να επαναταξινομηθούν και να ενταχθούν σε εννοιολογικές κατηγορίες που υπηρετούν τον συγκεντρωτισμό της εξουσίας.

Η δυναμική αυτή δεν πηγάζει από μια χονδροειδή ή επιφανειακή τάση «παραχάραξης», αλλά από τη βούληση για κυριαρχία, η οποία αποβλέπει στην «κατοχή του χώρου μέσω της γλωσσικής ιδιοποίησης».

Όποιος διαθέτει την εξουσία να ονομάζει διαθέτει αναγκαστικά και την εξουσία να ορίζει την ιστορία και να κατευθύνει τις διαδρομές της συλλογικής μνήμης.

Στο πλαίσιο αυτό, η θέση αυτή συναντά τη συλλογιστική του Έλληνα διανοητή Μιχάλη Χαραλαμπίδη, σύμφωνα με τον οποίο όποιος έχει τη δυνατότητα να δίνει ονόματα κατέχει εξαρχής τη μισή δύναμη της λύσης ή του ελέγχου.

Η συλλογιστική αυτή τον οδήγησε στη διατύπωση της έννοιας του «τουρκικού προβλήματος» στο ομώνυμο έργο του.

Κατά την άποψή του, οι κρίσεις ταυτότητας στον γεωγραφικό χώρο της περιοχής -κουρδική, ελληνική και κυπριακή- δεν αποτελούν αφ’ εαυτών δομικά αδιέξοδα.

Είναι το άμεσο αποτέλεσμα των μηχανισμών εξάλειψης και εξαναγκαστικής ονοματοδοσίας που εφαρμόζει η ιδεολογία του τουρκικού κράτους ως μέσο υποταγής του χώρου και καταστροφής των ανθρωπολογικών του τεκμηρίων.

Το Ισλάμ και οι ονομασίες: Γνωσιολογική ρήξη και σημασιολογική μηχανική

Ίσως να μην υπάρχει στην ιστορία συλλογικός δρων που να αντιλήφθηκε τόσο έντονα ότι η ονοματοδοσία αποτελεί εργαλείο εξουσίας και αναδιαμόρφωσης της μνήμης -και να εφάρμοσε αυτή την αντίληψη στην υλική πραγματικότητα- όσο οι μουσουλμάνοι Άραβες κατά τις περιόδους της θεμελίωσης και της επέκτασής τους.

Από την αρχή του θρησκευτικού κηρύγματος -σύμφωνα με την ιδρυτική αφήγηση-, η τοπωνυμική και συμβολική αλλαγή αποτέλεσε μέσο διακήρυξης της ρήξης με την προηγούμενη κληρονομιά.

Αυτό αποτυπώθηκε στη μετονομασία της «Γιαθρίμπ» σε «Αλ-Μαντίνα αλ-Μουναουάρα», δηλαδή «Φωτισμένη Πόλη».

Με αυτή την πράξη αποδόθηκε στον τόπο μια νέα, φωτεινή νομιμοποίηση και αφαιρέθηκε από αυτόν ο προϊσλαμικός του χαρακτήρας.

Η σημασιολογική αυτή μηχανική επεκτάθηκε στην ταξινόμηση της κοινωνικής και ιδεολογικής δομής μέσα από ένα σύστημα όρων με αποφασιστικό πολιτικό και νομικό φορτίο, όπως «μουσουλμάνοι», «άπιστοι», «ντίμι» -οι μη μουσουλμάνοι υπήκοοι υπό προστασία-, «Αμπού Τζαχλ» και «Μουσαϊλίμα ο Ψεύτης».

Παράλληλα, ο συνολικός χαρακτηρισμός «Τζαχιλίγια», δηλαδή «εποχή της άγνοιας», αποδόθηκε στην προϊσλαμική αραβική κληρονομιά.

Παρότι το Ισλάμ διαμορφώθηκε σε ένα ιστορικό περιβάλλον επηρεασμένο από προγενέστερα ρεύματα και θρησκείες, όπως ο Χριστιανισμός, ο Ιουδαϊσμός και ο Ζωροαστρισμός, αναπαρήγαγε τις σημασίες και τα σύμβολα μέσα σε ένα σύστημα ονομασιών που έφερε τον χαρακτήρα μιας αυτοτελούς ιδρυτικής παράδοσης.

Με τη γεωγραφική εξάπλωση πέρα από την Αραβική Χερσόνησο, ο νέος δρων ήρθε αντιμέτωπος με πολιτισμούς και κόσμους μεγάλου ανθρωπολογικού και ιστορικού βάθους: τους Σασσανίδες, τους Βυζαντινούς, τους Αιγυπτίους και τους Αμαζίγ.

Ως απάντηση σε αυτή την πολιτισμική συνάντηση, η υλική κυριαρχία συνδέθηκε με την αναδιαμόρφωση της λεξιλογικής δομής και του συμβολικού χώρου.

Έτσι, οι εισβολές ονομάστηκαν «κατακτήσεις» ή «ανοίγματα», οι χρηματικές επιβαρύνσεις «τζίζια» και η αιχμαλωσία «ιδιοκτησία της δεξιάς χειρός». Παράλληλα, μετονομάστηκαν αστικά κέντρα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απόδοση του ονόματος «Ντιγιάρμπακιρ» στην ιστορική πόλη Αμέντ [Ἄμιδα‎‎], μετά την εγκατάσταση εκεί της φυλής Μπανί Μπακρ.

Την ονομασία υιοθέτησαν αργότερα οι οθωμανικές και στη συνέχεια οι τουρκικές Αρχές, καθιερώνοντάς την στους επίσημους χάρτες.

Το όνομα «Αμέντ» [Ἄμιδα‎‎], ωστόσο, παρέμεινε ζωντανό στη συλλογική μνήμη των Κούρδων κατοίκων της.

Το ίδιο φαινόμενο επαναλήφθηκε στην πόλη Κομπάνι, στην οποία αποδόθηκε επισήμως η αραβική ονομασία «Άιν αλ-Άραμπ» και η τουρκική «Αράπ Πινάρ», χωρίς αυτό να εξαλείψει την αρχική της σημασία για την τοπική κοινωνία.

Τα γλωσσικά εργαλεία του αραβικού εθνικισμού: Από τη συμβολική κυριαρχία στο «ηχητικό φαινόμενο»

Η περίοδος ανόδου του αραβικού εθνικισμού, τόσο στη νασερική όσο και στη μπααθική εκδοχή του, χαρακτηρίστηκε από εντατική επεξεργασία εννοιών και όρων.

Αυτοί χρησιμοποιήθηκαν ως ιδεολογικό οπλοστάσιο για την αναδιαμόρφωση του γεωπολιτικού και πολιτισμικού χάρτη της περιοχής.

Η μορφή αυτή «σημασιολογικής αποικιοκρατίας» εκδηλώθηκε με τη δημιουργία περιεκτικών ονομασιών, οι οποίες περιόρισαν την εθνοτική και ανθρωπολογική πολυμορφία σε ένα ενιαίο σχήμα.

Ο χώρος κωδικοποιήθηκε σημασιολογικά μέσα από όρους όπως «αραβική πατρίδα» και «ενιαίο αραβικό έθνος».

Οι ιστορικές περιοχές των Αμαζίγ στη Βόρεια Αφρική μετατράπηκαν σε «Αραβικό Μαγκρέμπ», ενώ ο γεωγραφικός χώρος του Κουρδιστάν υποβλήθηκε σε εξαναγκαστική σημασιολογική αποψίλωση και μετατράπηκε, στον επίσημο λόγο, σε «βόρειο Ιράκ» ή «βορειοανατολική Συρία».

Όταν αυτά τα ιδεολογικά συστήματα βρέθηκαν αντιμέτωπα με τις δομικές τους αποτυχίες στην υλική πραγματικότητα, δεν επιχείρησαν να επανεξετάσουν τα γνωστικά τους εργαλεία.

Αντιθέτως, κατέφυγαν στη διαμόρφωση μιας εναλλακτικής γεωγραφίας «γλωσσικής αυταπάτης», αντικαθιστώντας τις πραγματικές στρατιωτικές ήττες με λεκτικές αιτιολογήσεις που μετρίαζαν το βάρος της πραγματικότητας.

Έτσι, οι μεγάλες ήττες μετατράπηκαν σε «Νάκμπα» -Καταστροφή- ή «Νάκσα» -Οπισθοδρόμηση.

Η ίδια η αντιπαράθεση με το Ισραήλ έγινε πεδίο διαδοχικών ηχηρών ονομασιών, φτάνοντας μέχρι νεότερες στρατιωτικές ενέργειες που χαρακτηρίστηκαν «Κατακλυσμός».

Με τον τρόπο αυτό επιχειρήθηκε η παραγωγή φαντασιακών συμβολικών νικών, οι οποίες θα αντιστάθμιζαν την αδυναμία επίτευξης αποφασιστικού αποτελέσματος επί του πεδίου.

Γνωσιολογική αντιστοιχία: μεταξύ συμβολικής αντιστάθμισης και δομικής κυριαρχίας

Η γλωσσική αυτή δυναμική αποκτά βαθύτερες αποδομητικές διαστάσεις όταν συσχετίζεται με τη θέση του Σαουδάραβα διανοητή Αμπντάλα αλ-Κασίμι, όπως αυτή διατυπώνεται στο έργο του Οι Άραβες είναι ένα ηχητικό φαινόμενο, και εξετάζεται παράλληλα μέσα από τα κριτικά σχήματα του Μισέλ Φουκό και του Πιερ Μπουρντιέ.

Η ακαδημαϊκή ανάλυση απαιτεί, ωστόσο, την επιστημολογική αποσαφήνιση και τη διάκριση μεταξύ αυτών των δύο προσεγγίσεων.

Ο δομικός μηχανισμός δεν κινείται προς μία μόνο κατεύθυνση, αλλά αντανακλά μια λειτουργική αντίφαση ως προς τη χρήση της εξουσίας της γλώσσας:

1. Η οπτική του Φουκό και του Μπουρντιέ: η γλώσσα ως εργαλείο υπέρμετρης κυριαρχίας

Ο Φουκό θεωρεί ότι ο λόγος δεν αποτελεί απλώς παθητική αντανάκλαση της πραγματικότητας, αλλά τον μηχανισμό μέσω του οποίου αυτή παράγεται και πλαισιώνεται.

Η εξουσία έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει, μέσω της γλώσσας, ένα «καθεστώς αλήθειας».

Έτσι, η ονοματοδοσία μετατρέπεται σε κυρίαρχη πολιτική πράξη, η οποία ασκεί συμβολικό καταναγκασμό.

Η προσέγγιση αυτή συναντά την έννοια του «συμβολικού κεφαλαίου» του Μπουρντιέ.

Ο Μπουρντιέ αντιμετωπίζει την εξουσία της ταξινόμησης και της απόδοσης ονομασιών ως μια μορφή ήπιας κυριαρχίας, περισσότερο καταστροφικής ακόμη και από τον υλικό εξαναγκασμό, επειδή διεισδύει στην ίδια τη δομή της αντίληψης και στις νοητικές αναπαραστάσεις των εξουσιαζομένων.

Στο πλαίσιο αυτό, η αντικατάσταση των κουρδικών ονομασιών με αραβικές αποτελεί μια μορφή «ηχητικής βίας», η οποία κατευθύνεται από πάνω -την εξουσία- προς τα κάτω -την αυτόχθονη κοινωνία- με σκοπό την αποκοπή της από τη γεωγραφική της ταυτότητα και τη διαγραφή της ιστορικής της παρουσίας.

2. Η οπτική του αλ-Κασίμι: η γλώσσα ως μηχανισμός αμυντικής αντιστάθμισης

Σε αντίθεση με την άνωθεν κυριαρχία που περιγράφουν ο Φουκό και ο Μπουρντιέ, ο αλ-Κασίμι αποδομεί τη συγκρότηση της αραβικής συλλογικής συνείδησης από τη σκοπιά της ψυχοκοινωνιολογικής κριτικής.

Θεωρεί ότι η βύθιση του αραβικού πολιτισμού στη ρητορεία αποτελεί «πράξη αδυναμίας» και όχι «πράξη ισχύος».

Όταν το εθνικιστικό σύστημα απώλεσε τις προϋποθέσεις της υλικής και στρατιωτικής ισχύος στην πραγματικότητα, αναδιπλώθηκε στον εαυτό του και οικοδόμησε ένα λεκτικό οπλοστάσιο μέσα στο συλλογικό φαντασιακό, προκειμένου να πείσει τον εαυτό του ότι δεν ηττήθηκε.

Η γλώσσα δεν παράγει εδώ αντικειμενική αλήθεια, αλλά ένα «ψευδές ψυχολογικό οχυρό».

Πρόκειται για έναν μηχανισμό που, σύμφωνα με τον αλ-Κασίμι, κάνει το έθνος να ζει αποξενωμένο μέσα στο παρελθόν του και να υπερηφανεύεται για τα κατορθώματα των προγόνων του.

Η αντίληψη αυτή συνοψίζεται στη γνωστή φράση του:

«Όλοι οι λαοί γεννούν νέες γενιές· μόνο εμείς γεννάμε τους πατέρες και τους παππούδες μας».

Οι ανθρωπολογικές ρίζες της ηχητικής κεντρικότητας

Η αναγωγή του λεκτικού λόγου σε αυτοτελές συμβολικό επίτευγμα έχει ανθρωπολογικές ρίζες που φτάνουν βαθιά στην αραβική ιστορία.

Από την προϊσλαμική εποχή, ο «λόγος» και η ονοματοδοσία προηγούνταν της υλικής πράξης και την καθόριζαν.

Καταστροφικοί πόλεμοι διεξάγονταν και αίμα χυνόταν επί γενεές εξαιτίας ενός και μόνο στίχου -σατιρικού ή εγκωμιαστικού-, καθώς η ηχητική επίδραση ενός ποιήματος μπορούσε να αποτελέσει άμεση αιτία εκδίκησης και φόνων μεταξύ φυλών.

Η δολοφονία του Καμπ ιμπν αλ-Ασράφ παρουσιάζεται ως ένα πρώιμο ιστορικό τεκμήριο της πολιτικής και υπαρξιακής επικινδυνότητας που αποδιδόταν στον λόγο μέσα στο αραβικό φαντασιακό.

Υπό αυτό το πρίσμα, η κοινωνιολογία του αραβικού εθνικιστικού λόγου αποκαλύπτει μια ταυτότητα σε κρίση, η οποία δεν ολοκληρώνεται παρά μόνο μέσα από την υιοθέτηση «φαντασιακών νικών» και την οικειοποίηση γεωγραφικών χώρων και πολιτισμών που δεν ανήκουν στο αρχικό περιβάλλον της ερήμου.

Έτσι, οι μεταγενέστερες γενιές εμφανίζονται σαν να υπήρχαν ανέκαθεν μέσα σε έναν εξαραβισμένο χώρο.

Η ηχητική αυτή υπερδιόγκωση, την οποία αποδόμησε ο αλ-Κασίμι, δεν αποτελεί τόσο εργαλείο κυριαρχίας επί του άλλου όσο μηχανισμό εγκλωβισμού του ίδιου του εαυτού σε μια «γεωγραφία της αυταπάτης».

Ο λόγος υποκαθιστά την πράξη και η ονοματοδοσία μετατρέπεται, από εργαλείο διαχείρισης της σύγκρουσης, σε τελευταίο καταφύγιο διαφυγής από την πραγματικότητα.

«Συστηματικός εκτουρκισμός»: Η κατασκευή των «λευκών χαρτών» και η γνωσιοκτονία του τόπου

Η άνωθεν συγκρότηση της τουρκικής εθνικιστικής ιδεολογίας, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, συνοδεύτηκε από ένα έντονο επιστημολογικό αδιέξοδο.

Η ιστορική αντίφαση έγκειται στο γεγονός ότι οι περισσότεροι θεωρητικοί αυτής της νεοσύστατης εθνικιστικής σκέψης προέρχονταν από εθνοτικά και γεωγραφικά περιβάλλοντα εκτός του χώρου της Ανατολίας.

Η άνοδος αυτής της ιδεολογίας βρέθηκε αντιμέτωπη με μια εξαιρετικά σύνθετη ανθρωπολογική πραγματικότητα: έναν γεωγραφικό χώρο που κατοικούνταν από ολοκληρωμένους πολιτισμούς, βαθιά ριζωμένους στον χρόνο και στον τόπο –Έλληνες, Κούρδους και Αρμενίους-, οι οποίοι είχαν συνυπάρξει επί αιώνες στο πλαίσιο ενός αυτοκρατορικού προτύπου, χωρίς δομική τάση εξάλειψης του άλλου.

Με την αποδόμηση της κοινής οθωμανικής και ισλαμικής κληρονομιάς, οι θεωρητικοί του κεμαλισμού βρέθηκαν ενώπιον ενός «γλωσσικού σημαίνοντος» -της «Τουρκίας»- το οποίο, κατά τον συγγραφέα, στερούνταν ενός σύγχρονου, ομοιογενούς ιστορικού και πολιτισμικού σημαινομένου.

Στην αναζήτηση νομιμοποίησης για τη νεοσύστατη κρατική οντότητα και υπό την αυξανόμενη γνωστική επιρροή Γερμανών στρατιωτικών και πολιτικών συμβούλων -οι οποίοι επηρεάζονταν από το οργανικό πρωσικό εθνικιστικό πρότυπο– διατυπώθηκε η θέση ότι το κράτος δεν μπορούσε να σταθεροποιηθεί χωρίς την αναγκαστική συγχώνευση των κοινωνικών δομών και την παραγωγή του «πρότυπου Τούρκου ανθρώπου» (Homo Turcus).

Καθώς ο πολιτισμικός ανταγωνισμός ή η γνωστική αντιπαράθεση με τους αυτόχθονες πολιτισμούς ήταν αδύνατη, λόγω του ιστορικού και ανθρωπολογικού τους βάθους, επιλέχθηκε η λύση της «δημογραφικής και σημασιολογικής μηχανικής».

Το σχέδιο αυτό απαιτούσε τη διαμόρφωση ενός «ομοιογενούς έθνους» χωρίς πολιτισμικές αποκλίσεις.

Μετά τις επιχειρήσεις φυσικής εξόντωσης και αναγκαστικού εκτοπισμού Αρμενίων, Ελλήνων και Κούρδων, το κράτος πέρασε στο στάδιο της «υποταγής του χώρου», μέσω της παραχάραξης της υλικής ιστορίας και της μετονομασίας των τόπων.

Κυρίαρχη θεσμοποίηση και κατασκευή των «λευκών χαρτών»

Η εξάλειψη των αρχικών ονομασιών στην Τουρκία δεν προέκυψε από τυχαίες αποφάσεις ή παροδικά τοπικά διοικητικά μέτρα.

Αποτέλεσε συστηματική θεσμική δραστηριότητα, η οποία βρισκόταν στον πυρήνα της «βιοπολιτικής» του συγκεντρωτικού κράτους.

Η αυστηρή αυτή οργάνωση εκφράστηκε με τη συγκρότηση της «Ειδικής Επιτροπής Αλλαγής Ξένων Ονομασιών» (Ad Değiştirme İhtisas Komisyonu), η οποία ανέλαβε να αποψιλώσει σημασιολογικά τη γεωγραφία.

Σύμφωνα με ιστορικές τοπωνυμικές μελέτες, η επιτροπή άλλαξε τις ονομασίες περισσότερων από 28.000 γεωγραφικών τοποθεσιών από τη δεκαετία του 1930 έως τη δεκαετία του 1980.

Οι αλλαγές περιλάμβαναν πόλεις, χωριά, κωμοπόλεις, βουνά, ποταμούς, ακόμη και φυσικά σπήλαια.

Μετέτρεψαν έτσι τον χάρτη σε μια «λευκή επιφάνεια» -μια tabula rasa- έτοιμη να δεχθεί την αφήγηση της εξουσίας.

Μηχανισμοί σημασιολογικής εκκαθάρισης και μετονομασίας

Για την επιβολή αυτού του γεωγραφικού αποκλεισμού και την εμπέδωσή του στις επόμενες γενιές, η τουρκική γραφειοκρατική σκέψη εφάρμοσε τρεις στρατηγικούς μηχανισμούς γλωσσικής αναδιαμόρφωσης του χώρου:

1. Παραμορφωμένη κυριολεκτική μετάφραση

Η αρχική ονομασία -κουρδική, αρμενική ή ελληνική- μεταφερόταν σε μια αδέξια τουρκική μορφή, η οποία την απέκοπτε από το ανθρωπολογικό της πλαίσιο και την απογύμνωνε από τον ιστορικό συμβολισμό και το γνωστικό φορτίο που συνδεόταν με τη μνήμη της τοπικής κοινότητας.

2. Φωνητική ή ακουστική ομοιότητα

Το ιστορικό σημαίνον αντικαθιστόταν από μια τουρκική λέξη με παρόμοιο ήχο, αλλά εντελώς διαφορετικό γνωστικό περιεχόμενο.

Η αποτελεσματικότητα αυτού του μηχανισμού έγκειται στο γεγονός ότι διευκόλυνε την αναγκαστική γλωσσική εξοικείωση του τοπικού πληθυσμού με τη νέα ονομασία μέσα από τη διαδοχή των γενεών.

Η ακουστική παραλλαγή μετατρεπόταν έτσι σε εργαλείο οργανωμένης λήθης.

3. Έτοιμες ιδεολογικές και στρατιωτικές ονομασίες

Σε ιστορικές πόλεις και χωριά επιβάλλονταν ονομασίες με εθνικιστική ή στρατιωτική χροιά.

Με τον τρόπο αυτό, η καθημερινή γεωγραφία μετατρεπόταν σε ένα σύνολο από «γλωσσικές φρουρές».

Η ονοματοδοσία λειτουργούσε ως διαρκής ένδειξη κυριαρχίας, επιβεβαιώνοντας το κρατικό μονοπώλιο στην παραγωγή του χώρου και καταργώντας την ιδιαιτερότητα της τοπικής κοινωνίας.

Η ιδεολογική δικαιολόγηση: Η «Θεωρία της Ηλιακής Γλώσσας»

Για να προσδώσει σε αυτή την παραχάραξη ένα επιστημονικό -αν και επίπλαστο- περίβλημα, η Τουρκική Γλωσσική Εταιρεία επινόησε τη δεκαετία του 1930 τη λεγόμενη «Θεωρία της Ηλιακής Γλώσσας» (Güneş Dil Teorisi).

Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, «η τουρκική γλώσσα αποτελεί την προέλευση όλων των γλωσσών του κόσμου» και όλοι ανεξαιρέτως οι αρχαίοι πολιτισμοί είχαν τουρκική καταγωγή.

Με βάση αυτή την ψευδοεπιστημονική θέση -την οποία επινόησε ο Κεμάλ Ατατούρκ ως απάντηση στους γλωσσολόγους που επισήμαιναν ότι η τουρκική ήταν μια απλή γλώσσα με μεγάλο αριθμό κουρδικών, αραβικών και ελληνικών λέξεων-, οι πολιτικές και πνευματικές ελίτ, αλλά και το ευρύτερο κοινό, οδηγήθηκαν στην πεποίθηση ότι η αλλαγή των ονομασιών των πόλεων και των χωριών δεν αποτελούσε παραχάραξη.

Παρουσιαζόταν αντιθέτως ως «αποκατάσταση του δικαίου» και διόρθωση της ιστορίας, μέσω της επιστροφής των ονομασιών στην υποτιθέμενη τουρκική τους προέλευση.

Εφόσον, κατά τη θεωρία αυτή, όλες οι γλώσσες προέρχονταν από την τουρκική, οι ομοιότητες με άλλες γλώσσες θεωρούνταν απολύτως φυσιολογικές.

Η χαρακτηριστική ειρωνεία είναι ότι ούτε ο ίδιος ο Κεμάλ εξαιρέθηκε από αυτή τη διαδικασία αλλαγής ονομάτων, καθώς έδωσε στον εαυτό του το όνομα «Ατατούρκ», δηλαδή «πατέρας των Τούρκων».

Το μοναδικό διαθέσιμο μέσο για τη θεμελίωση του τουρκικού κράτους και την παγίωση της ύπαρξης του νέου «φαντασιακού έθνους» ήταν ο δημογραφικός αποκλεισμός και ο αναγκαστικός εκτοπισμός των λαών της περιοχής και, στη συνέχεια, ο εκτουρκισμός των εθνικών μειονοτήτων που απέμειναν.

Η άρχουσα ελίτ δεν διέθετε άλλο μέσο για την επίτευξη αυτού του σκοπού.

Θεσπίστηκαν, λοιπόν, νόμοι που ποινικοποιούσαν τη χρήση διαφορετικών ονομάτων και γλωσσών.

Για παράδειγμα, η ονομασία «Κουρδιστάν» αντικαταστάθηκε από τον όρο «νοτιοανατολική περιοχή της χώρας», ενώ οι Κούρδοι χαρακτηρίστηκαν «Ορεινοί Τούρκοι».

Όποιος παραβίαζε τις νέες αυτές ονομασίες χαρακτηριζόταν «τρομοκράτης» και τιμωρούνταν με φυλάκιση.

«Συστηματικός εκπερσισμός»: Μεταξύ του άριου μύθου και του δογματικού περιβλήματος

Το ιρανικό πρότυπο αποτελεί μια ιδιαίτερη εκδήλωση των πολιτικών κατασκευής της ταυτότητας.

Σε αυτό, ο «σύγχρονος περσικός εθνικισμός» διαπλέχθηκε με την «αρχαία αυτοκρατορική κληρονομιά», για να αναπαραχθούν αργότερα και τα δύο μέσα σε ένα θεοκρατικό και δογματικό πλαίσιο μετά την Επανάσταση του 1979.

Η αποδομητική ανάγνωση της πρώιμης ιστορίας της περιοχής αποκαλύπτει ένα σημασιολογικό αδιέξοδο ως προς τη γένεση της ονομασίας «Περσία».

Οι παλαιές ανθρωπολογικές και γλωσσολογικές πηγές καταγράφουν τη χρήση ετερόκλητων όρων, όπως «Μήδοι», «Μάγοι» και «Ατζάμ», οι οποίοι επηρεάστηκαν από εξωτερικές ελληνικές και βυζαντινές αφηγήσεις.

Έτσι, η ονομασία «Παρς», κατά τις πρώτες ιστορικές της χρήσεις, παρέμεινε περισσότερο δημιούργημα αυτών των εξωτερικών αφηγήσεων παρά προϊόν μιας εσωτερικά ομοιογενούς ταυτότητας.

Η αρχή του σύγχρονου εκπερσισμού

Ο «σύγχρονος εκπερσισμός» άρχισε να εφαρμόζεται ως κρατική στρατηγική κατά τη βασιλεία του Ρεζά Σαχ Παχλαβί (1925–1941), ο οποίος ταυτίστηκε εμφανώς με το κεμαλικό πείραμα.

Επιδίωξε να μετατρέψει το Ιράν από έναν πολυεθνικό μωσαϊκό χώρο -Κούρδων, Αζέρων, Αράβων και Βαλούχων- σε ένα ομοιογενές «περσικό» έθνος, οργανωμένο γύρω από την ιδέα της «φαντασιακής άριας φυλής».

Οι πολιτικές της αναγκαστικής ονοματοδοσίας και της κοινωνιολογικής εξάλειψης εφαρμόστηκαν σε δύο κύριες φάσεις.

Γλωσσική μηχανική και διαγραφή του χάρτη κατά την περίοδο των Παχλαβί

Το 1935 ο Ρεζά Σαχ ίδρυσε την «Ιρανική Ακαδημία Γλώσσας και Λογοτεχνίας» -τη Farhangestān-, η οποία επιχείρησε μάταια να «καθαρίσει» τη σύγχρονη περσική γλώσσα από τις αραβικές της επιρροές.

Η γλωσσική αυτή μηχανική βρέθηκε, ωστόσο, αντιμέτωπη με ένα δομικό αδιέξοδο: ένα μεγάλο μέρος του σύγχρονου περσικού λεξιλογίου έχει αραβική προέλευση.

Αντί γι’ αυτό, οι προσπάθειες της Ακαδημίας επικεντρώθηκαν στην εκ νέου χαρτογράφηση της χώρας και στην αλλαγή των ονομασιών πόλεων και επαρχιών που έφεραν μη περσικές -κουρδικές, αραβικές ή αζερικές τουρκικές- αναφορές.

Ορισμένοι ανατολιστές και γλωσσολόγοι, μεταξύ των οποίων ο Βλαντίμιρ Μινόρσκι, επισήμαναν ότι η κουρδική γλώσσα διατήρησε αρκετά στοιχεία των αρχαίων ιρανικών γλωσσών, τα οποία υποχώρησαν στη σύγχρονη περσική εξαιτίας της αραβικής επιρροής μέσω της θρησκείας.

Αυτό ώθησε ορισμένους υποστηρικτές του γλωσσικού καθαρισμού της περσικής κατά τον 20ό αιώνα να εξετάσουν τις άλλες ιρανικές γλώσσες, συμπεριλαμβανομένης της κουρδικής, ως πιθανές πηγές για την αναβίωση λέξεων με ιρανικές ρίζες, οι οποίες θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν ορισμένα δάνεια.

Ο νέος περσικός εθνικισμός, ωστόσο, με τον διττό περσικό-εθνικιστικό και ισλαμικό-θρησκευτικό χαρακτήρα του, αρνήθηκε -κινούμενος από την υπεροψία του- να δανειστεί όρους από την κουρδική γλώσσα.

Και αυτό παρά το γεγονός ότι η κουρδική συγκαταλέγεται στις καθαρότερες άριες γλώσσες της περιοχής, λόγω του περιορισμένου βαθμού στον οποίο επηρεάστηκε από άλλες γλώσσες και ιδίως από την αραβική μέσω του Ισλάμ.

Ο γεωγραφικός χώρος του Ανατολικού Κουρδιστάν -του Ροζχελάτ– δέχθηκε διπλή επίθεση: εκτουρκισμό στις περιοχές επαφής με τους Αζέρους και συστηματικό εκπερσισμό από την Τεχεράνη.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της σημασιολογικής αποψίλωσης είναι:

Η μετονομασία της ιστορικής πόλης Ούρμια σε «Ρεζαΐγιε», προς τιμήν του Ρεζά Σαχ, ώστε ο συμβολισμός της βασιλικής οικογένειας να επιβληθεί σε έναν πολυεθνικό χώρο.

Η αλλαγή της ονομασίας της ιστορικής κουρδικής πόλης Σαμπλάγ -η οποία αργότερα έγινε πρωτεύουσα της Δημοκρατίας του Μαχαμπάντ- σε «Μαχαμπάντ».

Η αντικατάσταση εκατοντάδων ιστορικών ονομασιών κουρδικών χωριών στην οροσειρά του Ζάγρου με ονόματα που προέρχονταν από τη σύγχρονη περσική.

Στόχος ήταν η διακοπή της ανθρωπολογικής σύνδεσης και η εξάλειψη της ζωντανής γεωγραφικής μνήμης της κουρδικής κοινωνίας.

Πολιτικός εξισλαμισμός και πολιτικοποίηση του χώρου μετά το 1979

Με την άνοδο της θεοκρατικής εξουσίας μετά το 1979, οι προηγούμενες δομές αποκλεισμού δεν εγκαταλείφθηκαν.

Ενσωματώθηκαν και αναπαράχθηκαν, αποκτώντας πλέον «θρησκευτική και δογματική νομιμοποίηση».

Οι πόλεις που έφεραν βασιλικές ονομασίες δεν επέστρεψαν στα αρχικά κουρδικά ή αραβικά τους ονόματα, αλλά υποβλήθηκαν σε νέα ιδεολογική μετονομασία.

Η «Ρεζαΐγιε» -Ούρμια- εντάχθηκε σε έναν νέο ισλαμικό συμβολισμό, το «Μπαντάρ Σαχ» μετατράπηκε σε «Μπαντάρ Τουρκμέν» και το κουρδικό «Σαχαμπάντ» σε «Ισλαμαμπάντ Γκαρμπ».

Παράλληλα, ονόματα θρησκευτικών προσωπικοτήτων και μαρτύρων επιβλήθηκαν σε δρόμους και πλατείες των σουνιτικών περιοχών -στο Κουρδιστάν και στο Βαλουχιστάν. Η πρακτική αυτή χρησιμοποιήθηκε ως βιοπολιτικός μηχανισμός για την αναγκαστική επιβολή της δομικής ταυτότητας του κράτους στον δημόσιο χώρο, ανεξαρτήτως του πολιτισμού των τοπικών κοινωνιών.

Η πανουργία της κοινωνιολογικής ιστορίας και το παλίμψηστο που αρνείται να σβήσει

Η πιο ακραία έκφανση αυτών των ολοκληρωτικών πολιτικών -του εξαραβισμού, του εκτουρκισμού και του εκπερσισμού- υπερέβη την αλλαγή των ονομασιών των τόπων και επεκτάθηκε στην απόπειρα «αναγκαστικής πολιτισμικής ενσωμάτωσης των σωμάτων».

Αυτό εκφράστηκε με την απαγόρευση της απόδοσης κουρδικών ονομάτων στα νεογέννητα, μέσω αυστηρών επίσημων καταλόγων που επέβαλαν τα υπουργεία Εσωτερικών των κρατών μεταξύ των οποίων έχει διαμοιραστεί το Κουρδιστάν.

Η πολιτική αυτή δημιούργησε το φαινόμενο των «διπλών ονομάτων»: ένα όνομα επιβεβλημένο στα επίσημα κρατικά μητρώα και ένα πραγματικό, αυτόχθονο όνομα, το οποίο χρησιμοποιούνταν στον οικείο χώρο -στο σπίτι και στο χωριό.

Έτσι επιβλήθηκε στον Κούρδο άνθρωπο ένας σημασιολογικός διχασμός ανάμεσα σε μια δανεική δημόσια ταυτότητα και μια κρυφή υπαρξιακή ταυτότητα.

Η βαθύτερη κοινωνιολογική συγκρότηση μιας κοινωνίας, ιδίως ενός λαού με πανάρχαιες ανθρωπολογικές ρίζες όπως ο κουρδικός, διαθέτει αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «πανουργία της κοινωνιολογικής ιστορίας».

Πρόκειται για έναν αμυντικό μηχανισμό που αποδείχθηκε γνωστικά ισχυρότερος από τα εργαλεία εξουσίας των νεοσύστατων εθνικών κρατών, τα οποία κατατρύχονται από υπαρξιακή ανασφάλεια απέναντι στην ιστορικότητα των αυτόχθονων πολιτισμών -του κουρδικού, του ελληνικού και του αρμενικού.

Οι ιστορικοί αυτοί πολιτισμοί διαθέτουν εσωτερική δομική ισορροπία, η οποία τους επιτρέπει να προστατεύουν τον εαυτό τους χωρίς να χρειάζονται καταναγκαστικά εργαλεία εξουσίας.

Το παλίμψηστο που δεν μπορεί να αποξεστεί

Η πραγματική γεωγραφία της περιοχής μοιάζει με αρχαίο παλίμψηστο.

Όσο κι αν οι κυρίαρχες αρχές προσπαθούν να το αποξέσουν και να γράψουν επάνω του τα νεότερα ιδεολογικά τους σύμβολα, τα αρχικά γράμματα εξακολουθούν να προεξέχουν και να παραμένουν ορατά.

Παρά τις δεκαετίες θεσμικής εφαρμογής των πολιτικών εκτουρκισμού στην Τουρκία, εξαραβισμού σε ορισμένα εθνικά κράτη και εκπερσισμού στο Ιράν, ο πολιτισμός της κοινωνίας παρέμεινε «σαν το νερό».

Ο Κούρδος στο χωριό του στη νοτιοανατολική Τουρκία και ο Έλληνας στη Μικρά Ασία εξακολουθούν να διατηρούν τα πραγματικά ονόματα της γης τους στην προφορική μνήμη και στις καθημερινές τους πρακτικές -όπως συμβαίνει με την τέχνη των Dengbêj στους Κούρδους.

Ο επίσημος κρατικός χάρτης παραμένει έτσι ένα διοικητικό κάλυμμα επάνω σε ένα ιστορικό πρόσωπο που αρνείται να λησμονήσει.

Αυτό φάνηκε καθαρότερα κατά τη μάχη του Κομπάνι το 2014. Η ονομασία που είχαν επιβάλει οι συριακές αρχές -«Άιν αλ-Άραμπ»- δεν εμφανίστηκε σχεδόν σε κανένα διεθνές δελτίο ειδήσεων ή μήνυμα αλληλεγγύης.

Αντίθετα, το όνομα «Κομπάνι» διαδόθηκε παγκοσμίως χωρίς να χρειάζεται μετάφραση ή επεξήγηση.

Κατά τον ίδιο τρόπο, η «Άμεντ» αρνείται να διαλυθεί μέσα στο «Ντιγιάρμπακιρ».

Οι Κούρδοι κάτοικοί της χρησιμοποιούν το κουρδικό όνομα στην αγορά, στα τραγούδια και στον πολιτικό τους λόγο, σαν να μην είχε ληφθεί ποτέ η απόφαση της μετονομασίας.

Εδώ αποκαλύπτεται η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στην εξουσία του χαρτιού και στην εξουσία της μνήμης.

Επιπλέον, ο κουρδικός πολιτισμός δεν περιορίστηκε στην αντίσταση κατά της εξαφάνισης.

Επηρέασε και το περιβάλλον γύρω του -όχι μέσω της επιβολής, αλλά χάρη στο βάθος της παρουσίας του.

Αυτό αποτυπώνεται στις βαθιές λεξιλογικές αλληλεπιδράσεις της περιοχής.

Η λέξη «σαρουάλ» στην καθομιλουμένη αραβική διατηρεί σαφή αντήχηση της κουρδικής της προέλευσης, «σαλβάρ».

Η κουρδική λέξη «μπεσαλβάρ», η οποία σημαίνει κυριολεκτικά «εκείνος που δεν φορά σαλβάρι», παρουσιάζεται ως ένα ενδιαφέρον εθνογραφικό τεκμήριο: ο Κούρδος αντιλαμβανόταν τον Άραβα γείτονά του μέσα από αυτή την πολιτισμική διαφορά.

Αυτό σημαίνει ότι το σαλβάρι δεν αποτελούσε κοινό ένδυμα, αλλά κατεξοχήν γνώρισμα της κουρδικής ταυτότητας.

Η συνηθισμένη σχέση αντιστρέφεται: αντί ο κουρδικός πολιτισμός να αποτελεί αντικείμενο εξάλειψης, μετατρέπεται ο ίδιος σε σιωπηλό φορέα πολιτισμικής μετάδοσης, αφήνοντας το αποτύπωμά του στο λεξιλόγιο των άλλων πριν αποχωρήσει.

Χωρογλωσσική εξάλειψη και μηχανισμοί υπαρξιακής αντίστασης

Η ιστορική εξέταση των πολιτικών κυριαρχίας στη Μέση Ανατολή αποκαλύπτει τη δομή ενός εξαιρετικά επικίνδυνου εξουσιαστικού μηχανισμού: την επιβολή μιας «γεωγραφίας της αυταπάτης» ως αναγκαστικού υποκατάστατου της «αλήθειας του τόπου».

Τα πρότυπα του ιδεολογικού εξαραβισμού, του κεμαλικού εκτουρκισμού και του παχλαβικού εκπερσισμού αντιμετωπίζουν την ιστορία και τη γεωγραφία ως «ανθρωπολογικό κενό», το οποίο πρέπει να συμπληρωθεί και να διαμορφωθεί σύμφωνα με τις διαστάσεις της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Οι πολιτικές αυτές υπερβαίνουν τα όρια μιας ουδέτερης διοικητικής διαδικασίας και φτάνουν σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «χωρογλωσσική εξάλειψη» ή topocide.

Στο πλαίσιο αυτό, δεν στοχοποιούνται μόνο τα σώματα μέσω της φυσικής εξόντωσης, αλλά και τα λεκτικά και σημασιολογικά τεκμήρια που μαρτυρούν την ιστορική και πολιτισμική παρουσία των αυτόχθονων κοινωνιών.

Απέναντι σε αυτή την αποψίλωση, η υπαρξιακή αντίσταση του κουρδικού λαού αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας σαφούς κοινωνιολογικής αναγκαιότητας: η εξουσία μπορεί να διαθέτει τη «διοικητική γόμα», αλλά οι λαοί διαθέτουν πάντοτε την «πολιτισμική σμίλη».

Ιστορικά, η κουρδική κοινωνία αντιμετώπισε ταυτόχρονα τρία σχέδια εθνικής αφομοίωσης και τοπωνυμικής παραχάραξης, ενώ παράλληλα ήρθε αντιμέτωπη με τις διευθετήσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων -της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η κατάσταση αυτή κορυφώθηκε κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν το Κουρδιστάν μετατράπηκε σε πεδίο μιας ιδιαίτερης γεωπολιτικής σύγκρουσης.

Στο έδαφός του συγκεντρώθηκαν οι στρατοί των Ρώσων, των Γερμανών, των Βρετανών, των Γάλλων, των Οθωμανών, των Περσών και των Αράβων.

Οι Βρετανοί δεν περιορίστηκαν στη στρατιωτική αντιπαράθεση με τους Κούρδους.

Ανέλαβαν, μαζί με το αρμενικό λόμπι, να αμαυρώσουν πολιτισμικά την εικόνα τους, ώστε να διευκολυνθεί ο αποκλεισμός τους από τις γεωπολιτικές διευθετήσεις της εποχής, καθώς το μοναδικό ενδιαφέρον της Βρετανίας ήταν το πετρέλαιο του Κουρδιστάν.

Παρότι τα κέντρα ισχύος βρίσκονταν στα χέρια οντοτήτων που είχαν συγκροτηθεί πολιτικά πολύ πρόσφατα, σε σύγκριση με την πανάρχαια ανθρωπολογική δομή της κουρδικής κοινωνίας, η καταπιεσμένη αυτή κοινωνία ανέπτυξε εξαιρετικά αποτελεσματικούς αμυντικούς μηχανισμούς για τη διατήρηση της ταυτότητάς της.

Οι σημαντικότεροι από αυτούς ήταν:

1. Σημασιολογική διττότητα

Δημιουργήθηκε ένα παράλληλο γλωσσικό σύστημα χρήσης. Ο τόπος φέρει ένα επίσημο όνομα, επιβεβλημένο από το κράτος για τα έγγραφα και τις διοικητικές υπηρεσίες, και ένα πραγματικό όνομα, το οποίο χρησιμοποιούν οι κάτοικοι στην καθημερινή γεωγραφία τους.

2. Προφορική αρχειοθέτηση

Τα παραδοσιακά τραγούδια και τα λαϊκά έπη -ιδίως μέσω της τέχνης των Dengbêj- μετατράπηκαν σε ζωντανά γεωγραφικά και ιστορικά τεκμήρια, τα οποία περνούν από γενιά σε γενιά.

Μέσα σε αυτά διατηρούνται η μορφολογία της γης και τα ονόματα των χωριών, έξω από τον έλεγχο της επίσημης εξουσίας.

3. Πολιτικοποίηση της καθημερινής ανθρωπολογίας

Τα προσωπικά ονόματα των νεογέννητων μετατράπηκαν σε συμβολικά οχυρά διατήρησης της ταυτότητας.

Διαδόθηκαν ονόματα με πολιτικό και μυθολογικό περιεχόμενο, όπως Αζάντ, Νεβρόζ, Κουρδιστάν και Κάβα, τα οποία λειτουργούσαν ως κωδικοποιημένη δήλωση απόρριψης της υπαρξιακής εξάλειψης.

Οι μηχανισμοί αυτοί αποδεικνύουν ότι η συλλογική μνήμη αντιστέκεται στη γραφειοκρατική χειραγώγηση.

Επιβεβαιώνουν επίσης -όπως ήδη έδειξαν τα παραδείγματα του Κομπάνι και του Αμέντ- ότι τα αρχικά γράμματα της αυτόχθονης γεωγραφίας επανεμφανίζονται καθαρά με την πρώτη ρωγμή στη δομή του αυταρχικού συστήματος.

Η μυθική σύγκρουση και οι πολιτικές μεταβολές του κουρδικού κινήματος

Μέσα στη συνεχιζόμενη σύγκρουση ανάμεσα στην κουρδική πολιτισμική μνήμη και στα ιδεολογικά εργαλεία εξουσίας των κρατών μεταξύ των οποίων έχει διαμοιραστεί το Κουρδιστάν, το κουρδικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα απέκτησε μεγάλη δυναμική με την εμφάνιση του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν.

Το κίνημα επέφερε μια εννοιολογική μεταβολή, απορρίπτοντας κατακερματιστικούς όρους όπως «Κούρδοι της Τουρκίας» ή «Κουρδιστάν του Ιράκ» και υιοθετώντας εναλλακτικούς εθνικούς γεωγραφικούς όρους, οι οποίοι εκφράζουν την ενότητα της ταυτότητας και τις φυσικές της υποδιαιρέσεις: Βόρειο, Νότιο, Δυτικό και Ανατολικό Κουρδιστάν.

Με την εξέλιξη των μορφών του αγώνα, εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 μια παράλληλη πολιτική πορεία στο Βόρειο Κουρδιστάν και στην Ανατολία.

Η προσέγγιση αυτή είχε τις ρίζες της σε προηγούμενες εμπειρίες του πολιτικού κινήματος στο Δυτικό Κουρδιστάν -τη Συρία-, όπου τα κουρδικά κόμματα είχαν επιλέξει να χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό «κουρδικό» στις επίσημες ονομασίες τους αντί για το όνομα «Κουρδιστάν».

Η επιλογή αυτή επιβλήθηκε από την ανάγκη πολιτικών ελιγμών, με στόχο τον περιορισμό των διώξεων των υπηρεσιών ασφαλείας και τη νομιμοποίηση της πολιτικής δράσης.

Δεν έχει σημασία αν αποτέλεσε προϊόν συνεννόησης με τη Δαμασκό ή προληπτική πρωτοβουλία των ίδιων των κομμάτων.

Παράλληλη πολιτική: ενσωμάτωση και αντίσταση από το εσωτερικό

Η πραγματιστική αυτή πολιτική εκφράστηκε καθαρά στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν η Άγκυρα ήρε εν μέρει την απαγόρευση της χρήσης του ονόματος «Κούρδοι», καθώς και της ομιλίας και των δημοσιεύσεων στην κουρδική γλώσσα.

Αξιοποιώντας αυτή τη σχετική χαλάρωση, οι Κούρδοι ίδρυσαν συλλόγους και πολιτικά κόμματα με ευέλικτες ονομασίες, οι οποίες υποδήλωναν έμμεσα τον σκοπό τους, ώστε να αποφεύγεται το άμεσο κλείσιμό τους.

Οι οργανώσεις αυτές κατόρθωσαν να δραστηριοποιηθούν μέσα στο νομικό σύστημα του κράτους, εφαρμόζοντας μια πολιτική παράλληλη προς την ένοπλη αντίσταση.

Πέτυχαν ουσιαστικά οφέλη, τα οποία διευκόλυναν τον δημοκρατικό μετασχηματισμό και προσέφεραν στους Κούρδους έμμεση πολιτική εκπροσώπηση.

Η εμπειρία αυτή παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με τον ρόλο των κουρδικών ελίτ στο οθωμανικό κοινοβούλιο -τη Βουλή των Αντιπροσώπων, Meclis-i Mebusan- κατά την ύστερη περίοδο της Αυτοκρατορίας.

Νότιο Κουρδιστάν: Η μάχη της πολιτισμικής ταυτότητας και του λεξιλογίου

Στο Νότιο Κουρδιστάν οι Κούρδοι διεξήγαγαν σκληρό αγώνα εναντίον των πολιτικών αφομοίωσης, εξαραβισμού και πολιτισμικής κυριαρχίας, τις οποίες τα διαδοχικά καθεστώτα περιέβαλαν με παραμορφωμένους εθνικιστικούς ή ισλαμικούς μανδύες.

Παρά το μέγεθος των θυσιών, οι Κούρδοι διατήρησαν τη γλώσσα και τον πολιτισμό τους, ακόμη και την εθνική τους εμφάνιση, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από την παραδοσιακή ενδυμασία ως σύμβολο της ύπαρξής τους.

Ο αγώνας δεν περιορίστηκε στη γεωγραφία, αλλά επεκτάθηκε και στο «λεξιλόγιο» των αραβικών Μέσων Ενημέρωσης.

Κούρδοι διανοούμενοι και θεσμοί έδωσαν μια γλωσσική μάχη για την αντικατάσταση του αραβικού τύπου al-Akrād από τον όρο al-Kurd, καθώς ο πρώτος θεωρήθηκε ότι έφερε στερεοτυπικές γλωσσικές συνδηλώσεις.

Η προσπάθεια απέδωσε καρπούς, όταν αρκετοί Άραβες διανοούμενοι και πολιτιστικοί φορείς αποδέχθηκαν το κουρδικό επιχείρημα και το υποστήριξαν.

Δυτικό Κουρδιστάν και το συριακό παράδοξο: Η αλληλεγγύη γύρω από τον όρο και ο φόβος της ομοσπονδίας

Στο Δυτικό Κουρδιστάν -τη Συρία- η αντίφαση εμφανίστηκε ακόμη εντονότερη.

Παρότι η Δαμασκός χρησιμοποίησε σε ορισμένες περιόδους το κουρδικό ζήτημα ως μέσο περιφερειακής πίεσης, στο εσωτερικό εφάρμοσε ακραίες πολιτικές εξαραβισμού, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα την «Αραβική Ζώνη» και την άδικη απογραφή του 1962.

Με την κλιμάκωση του αγώνα και την αξιοποίηση των πολιτικών μεταβολών μετά το 2011, η ονομασία «Δυτικό Κουρδιστάν» εμφανίστηκε επισήμως μέσω του Συμβουλίου του Δυτικού Κουρδιστάν.

Στη συνέχεια, οι στρατιωτικές νίκες καθιέρωσαν αυθεντικούς κουρδικούς όρους, όπως «Ροζάβα» και «Κομπάνι», στις γλώσσες όλου του κόσμου και στα διεθνή φόρα.

Στην κορύφωση αυτής της διαδικασίας ξέσπασε η διαμάχη γύρω από την ονομασία και την ταυτότητα του συριακού κράτους: θα έπρεπε να ονομάζεται «Αραβική Δημοκρατία της Συρίας» ή «Συριακή Δημοκρατία», όπως ήταν η αρχική του ονομασία μετά την ανεξαρτησία;

Εδώ εκδηλώθηκε η μεγάλη πολιτική αντίφαση. Άραβες και εξαραβισμένοι, από την άκρα Αριστερά έως την άκρα Δεξιά και από τους ισλαμιστές έως τους κοσμικούς και τους εθνικιστές, ενώθηκαν για τη διατήρηση του πλήρως αραβικού χαρακτήρα της κρατικής ονομασίας, παρότι σε ολόκληρη την ιστορία τους δεν συμφώνησαν σχεδόν σε τίποτε άλλο.

Η φοβική αυτή συναίνεση αντανακλά την έννοια της ασαμπίγια -της ομαδικής ή φυλετικής αλληλεγγύης- του Ιμπν Χαλντούν και τους μηχανισμούς του «αραβικού πολιτικού νου».

Η αποκλειστική φυλετική σκέψη υπερισχύει της σύγχρονης έννοιας της ιδιότητας του πολίτη.

Στο πλαίσιο της ίδιας λογικής, η «ομοσπονδία» ερμηνεύεται ως «απόσχιση και διαίρεση» και όχι ως συνταγματικός μηχανισμός ένωσης και εταιρικής συμμετοχής.

Πρώτο θύμα αυτής της διανοητικής στειρότητας γίνεται ο ίδιος ο λαός, με όλες τις διαφορετικές του συνιστώσες.

Η «διαδικασία επίλυσης» του 2013–2015 και οι στρατηγικές συμβολικής ενσωμάτωσης

Η «ειρηνευτική διαδικασία», γνωστή στα τουρκικά ως «διαδικασία επίλυσης» (Çözüm Süreci), αποτελεί κοινωνιολογικό εργαστήριο και πρακτικό παράδειγμα της «ηχητικής βίας» και της εξουσίας της ταξινόμησης, σύμφωνα με τις έννοιες του Φουκό και του Μπουρντιέ.

Το τουρκικό κράτος βρέθηκε αντιμέτωπο με ένα γνωστικό και ψυχολογικό αδιέξοδο: πώς θα μπορούσε να διαπραγματευτεί με τον «υπαρξιακό αντίπαλο» χωρίς να του προσδώσει γλωσσική νομιμοποίηση ή συμβολική αναγνώριση που θα κατέρριπτε την επίσημη κρατική αφήγηση;

Η τουρκική στρατηγική στηρίχθηκε στην προσεκτική κατασκευή εναλλακτικών όρων.

Το κράτος αρνήθηκε κατηγορηματικά να χρησιμοποιήσει στις επίσημες ονομασίες της διαδικασίας οποιαδήποτε διατύπωση με κουρδικές εθνικές ή δικαιωματικές αναφορές.

Την αντικατέστησε με κοινωνιολογικά αφομοιωτικές ονομασίες, όπως «Σχέδιο Αδελφοσύνης και Ισότητας» ή «Δημοκρατικό Άνοιγμα» (Demokratik Açılım), το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε «Σχέδιο Εθνικής Ενότητας και Αδελφοσύνης» (Milli Birlik ve Kardeşlik Projesi).

Στόχος ήταν η αξιοποίηση της «συμβολικής εξουσίας» του Μπουρντιέ για την αναταξινόμηση του ζητήματος.

Δεν επρόκειτο πλέον για θέμα «εθνικών δικαιωμάτων, διαγραμμένης γεωγραφίας και απαγορευμένης γλώσσας», αλλά μετατράπηκε, σε επίπεδο λόγου, σε μια απλή «παρεξήγηση μεταξύ αδελφών» μέσα στο ίδιο σπίτι.

Η λύση, επομένως, δεν βρισκόταν στη συνταγματική αναγνώριση της κουρδικής ταυτότητας, αλλά σε μια «τυπική ιδιότητα του πολίτη».

Ο τουρκικός λόγος αντιμετώπισε επίσης το πρόβλημα της ονομασίας του Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ο οποίος κρατείται στη φυλακή του Ιμραλί.

Ενώ για την κουρδική συνείδηση αποτελεί «εθνικό ηγέτη» -Serok-, η τουρκική αφήγηση τον χαρακτηρίζει «τρομοκράτη».

Η εξουσία επινόησε μια υβριδική γλώσσα για τη διαχείριση των διαπραγματεύσεων: περιόρισε το σύμβολο στον τόπο, στο «Ιμραλί». Απέφευγε να προφέρει το όνομα «Οτσαλάν» στις επίσημες δηλώσεις και χρησιμοποιούσε αντ’ αυτού τη διατύπωση «συνομιλίες του Ιμραλί».

Η αντικατάσταση του ονόματος του επαναστάτη ηγέτη από το όνομα του γεωγραφικού τόπου της φυλακής αποτελεί συνειδητή συμβολική προσπάθεια απογύμνωσής του από το πολιτικό του χάρισμα.

Τον επαναφέρει διαρκώς στη θέση του «κρατουμένου που υπόκειται στην τιμωρητική εξουσία του κράτους».

Η φυλακή, με τους όρους του Φουκό, καταπίνει τον ηγέτη και οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται με έναν «έγκλειστο» και όχι με έναν πολιτικό εταίρο.

Για να γίνει η διαδικασία αποδεκτή από την κοινή γνώμη, το κράτος συγκρότησε την «Επιτροπή Σοφών» (Akil İnsanlar Heyeti) ως μηχανισμό παραγωγής μιας νέας γλωσσικής πραγματικότητας.

Μέσω αυτής, το κράτος μονοπωλούσε τον καθορισμό τού ποιος είναι «συνετός» και ποιος «εξτρεμιστής».

Ο λόγος της Επιτροπής χρησιμοποιήθηκε για την προώθηση της «κοινωνικής ειρήνης, της εγκατάλειψης των όπλων και της οικονομικής ανάπτυξης», αντί για τη συζήτηση των «ιστορικών αδικιών εις βάρος των Κούρδων».

Τον Φεβρουάριο του 2015 ανακοινώθηκε από το ιστορικό ανάκτορο Ντολμάμπαχτσε της Κωνσταντινούπολης κοινή δήλωση δέκα σημείων για την επίλυση του ζητήματος.

Όταν, όμως, ο πρόεδρος Ερντογάν θεώρησε ότι το γλωσσικό πλαίσιο και οι κουρδικές διεκδικήσεις πλησίαζαν στην αναγνώριση της «δημοκρατικής αυτοδιοίκησης», υπαναχώρησε από τη συμφωνία, δηλώνοντας χαρακτηριστικά:

«Δεν υπάρχει τραπέζι διαπραγματεύσεων και δεν υπάρχει κουρδικό ζήτημα στην Τουρκία».

Η «διαδικασία επίλυσης» απέδειξε έτσι ότι το κράτος δεν αναζητούσε μια ειρήνη ενσωμάτωσης.

Ασκούσε μια μορφή «συμβολικής εξουσίας», κατά τον Μπουρντιέ, η οποία αποσκοπούσε στον υλικό αφοπλισμό της επανάστασης, διατηρώντας ταυτόχρονα ακέραιο το κρατικό μονοπώλιο στην παραγωγή της αλήθειας, της γεωγραφίας και της ταξινόμησης.

Οι δυναμικές του 2026: «Καταπιεστική ανεκτικότητα» και γραφειοκρατική κηδεμονία

Το 2026 το κουρδικό ζήτημα στην Τουρκία εισήλθε σε ένα νέο και απροσδόκητο κεφάλαιο της μάχης για την κατασκευή των όρων.

Θα μπορούσε να ονομαστεί «περίοδος της χειραψίας και της ακρωτηριασμένης πρωτοβουλίας».

Εφαρμόζοντας τα αποδομητικά εργαλεία του Φουκό και του Μπουρντιέ στην τρέχουσα συγκυρία, διαπιστώνουμε ότι η τουρκική εξουσία -μέσω της συμμαχίας του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης με το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης- ασκεί μια συνθετότερη μορφή ηχητικής βίας.

Δεν περιορίζεται στην επιβολή των δικών της όρων, αλλά ανακυκλώνει τα σύμβολα, απογυμνώνοντάς τα από το υπαρξιακό τους περιεχόμενο.

Το σημαντικότερο γεγονός αυτής της περιόδου ήταν η χειραψία του ηγέτη των σκληροπυρηνικών εθνικιστών, Ντεβλέτ Μπαχτσελί, με τους βουλευτές του φιλοκουρδικού Κόμματος Ισότητας και Δημοκρατίας των Λαών -DEM- στο κοινοβούλιο.

Ακολούθησε η πρωτοφανής πρόσκλησή του προς τον Οτσαλάν να μιλήσει από το βήμα του κοινοβουλίου και να ανακοινώσει τη διάλυση του κόμματος και τον τερματισμό του ένοπλου αγώνα.

Το κράτος αρνείται κατηγορηματικά να χαρακτηρίσει τα γεγονότα «νέα ειρηνευτική διαδικασία».

Επιμένει να χρησιμοποιεί ονομασίες όπως «Πρωτοβουλία Ιστορικής Αδελφοσύνης και Συνοχής» ή «Τερματισμός της Τρομοκρατίας και Εξάλειψη της Περιφερειακής Απειλής».

Η ονοματοδοσία αυτή εντάσσεται στην έννοια της «καταπιεστικής ανεκτικότητας», όπως την παρουσιάζει το κείμενο αναφερόμενο στον φιλόσοφο και κριτικό θεωρητικό Σλάβοϊ Ζίζεκ.

Η χειραψία και η πρόσκληση δεν προέκυψαν ως ανταπόκριση σε κουρδικές συνταγματικές διεκδικήσεις ή αγώνες.

Παρουσιάστηκαν ως άνωθεν «παραχώρηση της εξουσίας», οι όροι και τα γλωσσικά όρια της οποίας καθορίζονται από τους εθνικιστές.

Στόχος είναι να κατανοήσει η κοινωνία ότι το κράτος «ανέχεται» από θέση ισχύος και ελέγχου και όχι από θέση διαπραγμάτευσης και ισοτιμίας.

Η εξουσία ορίζει το πολιτικό πεδίο και παρέχει συμβολική αναγνώριση ως μέσο ενσωμάτωσης των κεντρικών αιτημάτων -της ισότητας και της αυτονομίας.

Δημιουργείται έτσι η ψευδαίσθηση της πολυφωνίας, ενώ η αποκλειστική δομή της εξουσίας παραμένει αμετάβλητη.

Για να δικαιολογηθούν αυτές οι ονομασίες ενώπιον των εθνικιστικών και ισλαμιστικών ακροατηρίων, ο επίσημος τουρκικός λόγος εντάχθηκε στο πλαίσιο μιας εύφλεκτης περιφερειακής κατάστασης: των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή, των φόβων για αναχάραξη των συνόρων στη Συρία και στο Ιράκ και της επίκλησης του φόβου μιας «ισραηλινής απειλής».

Έτσι υιοθετήθηκαν κατεξοχήν όροι ασφαλείας, όπως «θωράκιση του εσωτερικού μετώπου» (İç Cephenin Tahkimi).

Η ονομασία αυτή περιορίζει ολόκληρο το κουρδικό ζήτημα σε έναν απλό «αμυντικό φάκελο» απέναντι στις γεωπολιτικές μεταβολές.

Αναγκάζει τον κουρδικό πολιτικό παράγοντα να διατυπώνει τον λόγο του υπό το σύνθημα «πρώτα η εθνική ασφάλεια του κράτους», εξαλείφοντας την ιδιαίτερη φύση της ιστορικής κουρδικής αδικίας.

Η έντονη αντίφαση αυτής της περιόδου εκδηλώνεται με την παράλληλη άσκηση υλικής και συμβολικής βίας.

Ενώ ο Μπαχτσελί ανταλλάσσει χειραψίες με Κούρδους βουλευτές στο κοινοβούλιο, το υπουργείο Εσωτερικών καθαιρεί δημοκρατικά εκλεγμένους Κούρδους δημάρχους -όπως στους δήμους Μαρντίν, Μπατμάν και Χαλφέτι- και διορίζει στη θέση τους κυβερνητικούς επιτρόπους, τους λεγόμενους Kayyum.

Ο όρος «επίτροπος» αποτελεί νομικό και γραφειοκρατικό εργαλείο που αδειάζει την τοπική δημοκρατία από το δομικό της περιεχόμενο.

Οι εκλογές τις οποίες κερδίζουν οι Κούρδοι ακυρώνονται μονοκονδυλιά, ενώ ο στρατιωτικός και γραφειοκρατικός έλεγχος των πόλεων χαρακτηρίζεται «αποκατάσταση της κυριαρχίας του νόμου».

Η πρακτική αυτή εφαρμογή της βιοπολιτικής του Φουκό καταδεικνύει ότι επιτρέπεται στο «κουρδικό πολιτικό σώμα» να εκφράζεται λεκτικά μόνο μέσα στην αίθουσα του κοινοβουλίου.

Του απαγορεύεται, όμως, να διαθέτει οποιαδήποτε υλική ή συμβολική εξουσία επί του πραγματικού εδάφους και της καθημερινής γεωγραφίας.

Ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν μεταξύ θεωρίας και πράξης: Η δημοκρατική συνομοσπονδία ως εναλλακτική λύση στο εθνικό κράτος

Παράλληλα με αυτές τις εξελίξεις, ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν διαμόρφωσε από τη φυλακή του στο νησί Ιμραλί μια θεωρητική εναλλακτική πρόταση απέναντι στο εθνικό κράτος: τη «δημοκρατική συνομοσπονδία» (Democratic Confederalism).

Το πρότυπο αυτό στηρίζεται σε ανεξάρτητα λαϊκά συμβούλια, σε συναινετική αυτοδιοίκηση και στην απόρριψη του συγκεντρωτισμού της εξουσίας. Ο Οτσαλάν θεωρεί ότι το «δημοκρατικό έθνος» δεν αποτελεί κρατική μορφή, αλλά μια κοινωνική ενότητα που συγκροτείται μέσα από την ελεύθερη και ισότιμη οργάνωση των λαών, των εθνοτικών και θρησκευτικών κοινοτήτων και των γυναικών στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας.

Η πρόταση αυτή συνιστά ρήξη με το παραδοσιακό αίτημα για ανεξάρτητο εθνικό κράτος. Το υπερβαίνει, επιχειρώντας να διατυπώσει εκ νέου τη σχέση μεταξύ κουρδικής ταυτότητας και τόπου, στη βάση του «διαμοιρασμού της εξουσίας» αντί της «ιδιοκτησίας της γεωγραφίας».

Σε αναλυτικό επίπεδο, η προσέγγιση συναντά την προηγούμενη αποδόμηση των πολιτικών αναγκαστικής ονοματοδοσίας. Ο Οτσαλάν προτείνει ένα πρότυπο ύπαρξης στον χώρο έξω από το πλαίσιο κυριαρχίας του εθνικού κράτους και του μονοπωλίου του επί της αλήθειας και της μνήμης.

Ορισμένοι αναλυτές, ωστόσο, θεωρούν ότι το σχέδιό του, παρά τη θεωρητική ρήξη με το εθνικό κράτος, παρουσιάζει δομικές αντιφάσεις. Μια κριτική ανάγνωση υποστηρίζει ότι η δημοκρατική συνομοσπονδία, όπως εφαρμόστηκε στην Αυτόνομη Διοίκηση της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας, δεν κατορθώνει να αμφισβητήσει ριζικά τις αποικιακές δομές των τουρκικών, περσικών και αραβικών κρατών. Ενδέχεται, μάλιστα, να αναπαράγει ορισμένους μηχανισμούς κυριαρχίας των κρατών που κατέχουν το Κουρδιστάν, υπό κουρδικό πολιτικό περίβλημα.

Σύνοψη και συμπεράσματα
Φτάνοντας στη σύνθετη πολιτική πραγματικότητα του 2026, γίνεται φανερό ότι η νέα μάχη των ονομασιών, την οποία διευθύνει η τουρκική εξουσία, αποτελεί την κορύφωση της κατασκευής της «ηχητικής βίας» και του συμβολικού ελέγχου της σύγκρουσης.

Η αντικατάσταση της «ειρηνευτικής διαδικασίας» ή του «ζητήματος των δικαιωμάτων ταυτότητας» από όρους όπως «θωράκιση του εσωτερικού μετώπου» και «πρωτοβουλία ιστορικής αδελφοσύνης» αποτελεί συνειδητή προσπάθεια αναταξινόμησης του κουρδικού ζητήματος. Το περιορίζει στην περιφερειακή διάσταση της ασφάλειας και της γεωπολιτικής, εξυπηρετώντας την επιβίωση της κυρίαρχης εξουσίας και τη διαιώνιση του συγκεντρωτισμού της.

Η δομική αντίφαση ανάμεσα στη δελεαστική χειραψία στην πρωτεύουσα Άγκυρα και στην καταναγκαστική επιβολή κυβερνητικών επιτρόπων στις ιστορικές κουρδικές πόλεις αποκαλύπτει με ακρίβεια τη διάρκεια και τη συνέχεια του αποκλειστικού πυρήνα της εθνικιστικής πολιτικής.

Η συμβολική εξουσία αναπαράγεται μέσω της παροχής περιορισμένης γλωσσικής νομιμοποίησης και του συμβολικού και υλικού αφοπλισμού, με αντάλλαγμα την πραγματική διαγραφή της ελεύθερης πολιτικής βούλησης της κοινωνίας στον ίδιο τον γεωγραφικό της χώρο.

Η «παραχώρηση», επομένως, δεν αποτελεί άνοιγμα, αλλά αναπαραγωγή της ανισότητας με εξελιγμένα συμβολικά μέσα. Το κράτος αξιοποιεί το συμβολικό του κεφάλαιο και το μονοπώλιο καθορισμού τού τι θεωρείται «θεμιτό» στο πολιτικό πεδίο. Μετατρέπει έτσι το υπαρξιακό αίτημα —το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης— σε δευτερεύον πολιτισμικό αίτημα, το οποίο μπορεί να παραχωρηθεί ως χάρη.

Ο αγώνας μετατρέπεται σε ζήτημα διαχείρισης του λόγου: όποιος έχει την εξουσία να ονομάζει το «πρόβλημα» έχει και την εξουσία να καθορίζει τη λύση του.

Στο πλαίσιο αυτό, το κράτος παράγει μια ήπια μορφή κυριαρχίας που δεν χρειάζεται εμφανή βία. Ο εορτασμός της κουρδικής γλώσσας ή μια συνάντηση των ηγεσιών μετατρέπονται σε ψευδεπίγραφες τελετουργίες συναίνεσης. Το ουσιαστικό πολιτικό γεγονός υποβιβάζεται σε παροδικό επικοινωνιακό θέαμα που γρήγορα λησμονείται.

Αυτό περιγράφεται ως «καταπιεστική ανεκτικότητα»: παραχωρείται ένα σύμβολο —μια γλώσσα ή μια χειραψία— ως αντιστάθμισμα για το ουσιαστικό αίτημα, δηλαδή την εξουσία, τον πλούτο και την ισότιμη πολιτική αναγνώριση. Η καταπίεση δεν καταργείται, αλλά επανατοποθετείται, ώστε να μπορεί ευκολότερα να προβληθεί ως εικόνα «δημοκρατίας».

Τελικά, η ελπίδα εναποτίθεται στο ιστορικό βάθος του αυτόχθονου πολιτισμού και στην επιμονή της κουρδικής συλλογικής μνήμης, η οποία ασκεί μια ήπια επιρροή αντίθετη προς την κατεύθυνση της υλικής ισχύος.

Όπως κατέδειξε η υπαρξιακή αντίσταση του κουρδικού λαού μέσα από τους μηχανισμούς της σημασιολογικής διττότητας, της προφορικής αρχειοθέτησης και της τέχνης των Dengbêj, η χάρτινη γεωγραφία και η διοικητική κηδεμονία παραμένουν μια παροδική γλωσσική αυταπάτη. Η αλήθεια του τόπου εξακολουθεί να είναι χαραγμένη στη συνείδηση των λαών και στο ζωντανό τους συναίσθημα, το οποίο αρνείται την εξάλειψη και τη λήθη.

Σήμερα υπάρχει, επιπλέον, το διαδίκτυο, το οποίο καταγράφει τα πάντα. Ίσως, λοιπόν, σε είκοσι χρόνια να δούμε την ονομασία «Αραβικές Δημοκρατικές Δυνάμεις της Συρίας» να έχει αντικαταστήσει τις «Δημοκρατικές Δυνάμεις της Συρίας».

Κατάλογος πηγών
Για τη σύνταξη χρησιμοποιήθηκε τεχνητή νοημοσύνη.

Αραβικές πηγές
Αμπντ αλ-Ραχμάν Ιμπν Χαλντούν, Τα Προλεγόμενα του Ιμπν Χαλντούν, Βηρυτός: Dar al-Kitab al-Lubnani, χωρίς χρονολογία.
Αμπντάλα αλ-Κασίμι, Οι Άραβες είναι ένα ηχητικό φαινόμενο, Βηρυτός: Arab Institute for Research and Publishing, 1994.
Σαγίντ αλ-Κίμνι, Το χασεμιτικό κόμμα και η ίδρυση του ισλαμικού κράτους, Κάιρο: Sina Publishing, 1990.
Κουρδικές πηγές
Mizgîn Osman, Dengî Dengbêjan: Arşîvî Şefewî û Nasnameyî Cografî [Η φωνή των Dengbêj: Προφορική αρχειοθέτηση και γεωγραφική ταυτότητα], Ντιγιάρμπακιρ: Weşanên Serdem, 2016.
Mehmet Emin Kaya, Nav û Nasname: Siyaseta Navguhertinê li Kurdistanê [Όνομα και ταυτότητα: Η πολιτική αλλαγής ονομασιών στο Κουρδιστάν], Άμεντ: Weşanên Lîs, 2017.
Τουρκικές πηγές
Sevan Nişanyan, Yanlış Cennetin Sakinleri: Türkiye’de Rum, Kürt, Ermeni ve Diğer Azınlıkların İsim Değişiklikleri, Κωνσταντινούπολη: Adem Yayınları, 2010.
Sedat Erdem, «“Kayyum” Siyaseti ve Yerel Demokrasinin Tasfiyesi», Birikim Dergisi, αρ. 404 (2022), σ. 23–41.
Ελληνικές πηγές
Βασίλης Δημητριάδης, Μακεδονία: Μια συμβολική γεωγραφία, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2018.
Δημήτρης Μαυροσκούφης, Παλίμψηστο χώρου: Η μνήμη που αντιστέκεται στη διαγραφή, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2020.
Περσικές πηγές
Μασαλλάχ Ατζουντανί, Ο ιρανικός συνταγματισμός και η εθνική ταυτότητα, Τεχεράνη: Nashr-e Akhtaran, 2003.
Ξενόγλωσσες πηγές — θεωρίες και συγκριτικές μελέτες
Michel Foucault, Surveiller et Punir: Naissance de la Prison, Παρίσι: Éditions Gallimard, 1975.
Pierre Bourdieu, Language and Symbolic Power, Κέιμπριτζ: Harvard University Press, 1991.
Slavoj Žižek, Violence: Six Sideways Reflections, Νέα Υόρκη: Picador, 2008.
Πηγές για την πολιτική σκέψη του Αμπντουλάχ Οτσαλάν
Abdullah Öcalan, Democratic Confederalism, Λονδίνο: Transmedia Publishing, 2017.
Kamal Soleimani και Behrooz Shojai, Kurdish Paradox of Statelessness: Öcalan’s Confederalism and Turkeyification Strategies, Cham: Palgrave Macmillan, 2025.
www.ahewar.org

  • Ρομά, κοινωνική συνοχή και ασφάλεια: Σχετικά με τα γεγονότα στον Δήμο Πηνειού
    Εκπαιδευτικός Μαθηματικός, Ανεξάρτητη Αρθρογράφος
    Οι πρόσφατες συμπλοκές μεταξύ Ρομά και αστυνομικών δυνάμεων εντός του Αστυνομικού Τμήματος Γαστούνης προκάλεσαν έντονο προβληματισμό στην τοπική και την ευρύτερη κοινωνία. Ήρθε η ώρα για μια ειλικρινή παραδοχή: το κοινωνικό συμβόλαιο έχει διαρρηχθεί. Η χώρα κινείται στον αυτόματο, ενώ...
  • Ερωτήματα για τον Αμερικανό πρεσβευτή στην Τουρκία: «Υπερβολικά φιλικός με την Άγκυρα;»
    Δημοσιογράφος, Ελληνίδα Ανταποκρίτρια στη Νέα Υόρκη, Πανεπιστημιακός
    Το ερώτημα αν ο Τομ Μπάρακ (Tom Barrack), πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία, διατηρεί υπερβολικά στενούς δεσμούς με την τουρκική ηγεσία θέτει η New York Sun, εκφράζοντας τις αυξανόμενες ανησυχίες που...
  • Ο βολικός «μπαμπούλας»
    Εκπαιδευτικός, E.E. Α.Δ.Ε.Δ.Υ. Αντιπρόεδρος
    Σύμφωνα με την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (12/8/26) η Ν.Δ. προτιμά τον Τσίπρα ως αντίπαλο στις εκλογές. Συγκεκριμένα γράφει: «Τον Αλέξη Τσίπρα επιλέγει ως βασικό αντίπαλο εν όψει των επερχόμενων εκλογών το Μέγαρο Μαξίμου, καθώς εκτιμά ότι η "ΕΛΑΣ" κλειδώνει την δεύτερη θέση...