ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Τις προηγούμενες ημέρες το Υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε τα αποτελέσματα του Διαγωνισμού PISA 2025.
Αποτελέσματα που δε μας ξαφνιάζουν καθόλου. Καθώς κεντρικό θέμα συζήτησης σε κάθε σπίτι και σε κάθε σχολείο είναι η ανεπάρκεια του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας.
Την ίδια αλήθεια τη μοιραζόμαστε όλοι: η παραπαιδεία και τα φροντιστήρια ξεκινούν από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, η εντατικοποίηση και τα έξοδα βαραίνουν κάθε νοικοκυριό, ο κρατικός εκπαιδευτικός μηχανισμός αδυνατεί να σταθεί αντάξιος των προσδοκιών και την ώρα των εξετάσεων ή των διεθνών διαγωνισμών αποτυγχάνει.
Και μιλάμε μονάχα για τους… «έχοντες». Τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα δεν ακολουθούν καν αυτό το δρόμο.
Η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις του ΟΟΣΑ όσον αφορά τις επιδόσεις στις φυσικές επιστήμες, στα μαθηματικά και στην κατανόηση κειμένου.
Τί πραγματικά όμως φταίει;
Πολλοί κατηγορούν τους εκπαιδευτικούς ως ανεπαρκείς.
Σε ποια στοιχεία βασίζονται όμως; Γιατί αρκετές φορές κοιτάμε το δάχτυλο και όχι το δάσος…
Το 2023 ξεκίνησε να εφαρμόζεται η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας, το 98% των εκπαιδευτικών κρίνεται «επαρκές», «πολύ καλό» και «εξαιρετικό»!
Τη στιγμή λοιπόν που επιλέγουμε να «μετράμε» με αξιολογήσεις και scores τις επιδόσεις σε εργασία και ζωή, οφείλουμε να σεβόμαστε όλες τις μετρήσεις και όχι όσες μας βολεύουν.
Και τα αποτελέσματα της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών αποδεικνύουν ότι οι εκπαιδευτικοί δεν ευθύνονται για τις χαμηλές επιδόσεις στο διαγωνισμό PISA.
Πολλοί βέβαια θα πουν ότι «δεν είναι κατάλληλη η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών» καθώς «δε γίνεται να βγαίνουν όλοι καλοί» και άλλα παρεμφερή.
Ωστόσο αυτή ακριβώς η διαδικασία είναι που παρουσιάζεται στο δημόσιο διάλογο ως επιτυχία του κυβερνητικού σχεδίου.
Αν οπότε διαφωνούμε και θεωρούμε ότι δε λειτουργεί σωστά, οι ευθύνες πρέπει να βαρύνουν την κυβέρνηση και όχι τους υπαλλήλους.
Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθεί για ακόμα μια φορά η πάγια θέση του εκπαιδευτικού κόσμου ενάντια σε αυτού του είδους αξιολόγηση, η οποία τονίζει ότι προσπερνά τα πραγματικά προβλήματα του δημόσιου σχολείου και εστιάζει σε άλλα ζητήματα.
Μήπως φταίει η μαθητιώσα νεολαία;
Προφανώς και όχι!
Οι ανήλικοι είναι τα πρώτα θύματα της κοινωνικής ανισότητας.
Σύμφωνα με τους επίσημους δείκτες του ΟΟΣΑ υπάρχει ξεκάθαρη ταξική απόκλιση μεταξύ των οικονομικά ευκατάστατων μαθητών και των μη.
Η απόκλιση μάλιστα δηλώνει ότι οι μη ευκατάστατοι μαθητές παρουσιάζουν «καθυστέρηση» στην ανάπτυξη δεξιοτήτων ως και 4 χρόνια από τους υπόλοιπους συμμαθητές τους!
Επίσης καλύτερα αποτελέσματα σημειώνουν μαθητές που απολαμβάνουν συναισθηματική υποστήριξη από τους γονείς.
Και είναι πολύ λογικό! Ένας μαθητής που βιώνει εγκατάλειψη και απόρριψη δε θα έχεις καλές επιδόσεις.
Είναι μια σκληρή αλήθεια που κάθε σπίτι αντιμετωπίζει, ειδικά όταν οι γονείς αναγκάζονται να εργάζονται εξαντλητικά ωράρια προκειμένω να τα βγάλουν πέρα.
Επιπλέον αναφέρεται ο ΟΟΣΑ και στον παράγοντα μετανάστευση.
Είναι αδύνατον να έχει υψηλές επιδόσεις σε εξετάσεις μαθητής που δεν κατέχει καν τη γλώσσα. Αποτελεί κι αυτό μια πραγματικότητα που χαρακτηρίζει τα σχολεία των μεγάλων αστικών κέντρων.
Βέβαια, παρατηρείται σε παγκόσμια εμβέλεια τάση συρρίκνωσης των «αρίστων μαθητών», η οποία ερμηνεύεται μεταξύ άλλων από την αλόγιστη χρήση κινητών τηλεφώνων και αύξηση των φαινομένων διάσπασης προσοχής.
Συνεπώς το πρόβλημα τείνει να είναι πιο γενικό και να απασχολεί περισσότερες χώρες από όσες νομίζουμε.
Ωστόσο κι αυτό αποτελεί θέμα άλλης συζήτησης καθώς το ενδιαφέρον του άρθρου επικεντρώνεται στα καθ ημάς.
Τί μπορεί να γίνει;
Ο εκπαιδευτικός μηχανισμός χρήζει συνολικής αναδιάρθρωσης.
Και όταν αναζητούμε διέξοδο από τις δυσκολίες που προκύπτουν οφείλουμε να επανερχόμαστε στον πρωταρχικό σκοπό που υπηρετεί το δημόσιο σχολείο: τη διαμόρφωση εθνικής ταυτότητας στους νέους και τη διασφάλιση της εθνικής συνοχής.
Αποτελεί καθήκον να παλέψουμε κόντρα στην όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, προτού γίνουν ολοκληρωτικά μοιραίες και δημιουργηθεί κατηγοριοποίηση «καλών» και «κακών» σχολείων. Γιατί τότε θα μιλάμε για κοινωνικό αποκλεισμό των αδυνάτων, ένα γεγονός που διαλύει και δεν ενώνει ένα έθνος.
Το σχολείο οφείλει να είναι συμπεριληπτικό και δημοκρατικό, ένα εργαστήριο καλλιέργειας δεξιοτήτων.
Η ΤΝ μπορεί να συμβάλλει τα μέγιστα προς αυτή την κατεύθυνση προσφέροντας εξατομικευμένη υποστήριξη στους μαθητές που έχουν μεγαλύτερες ανάγκες και εντάσσοντάς τους ισότιμα στο σύνολο.
Τέλος το σχολείο οφείλει να αποβάλλει τον «εξεταστοκεντρικό» του χαρακτήρα που μοναδικός στόχος του αποτελούν οι Πανελλήνιες.
Η παπαγαλία και η στείρα αποστήθιση μεθόδων και τύπων αποτελούν πια παρελθόν, δεν ωφελούν ούτε την εκπαίδευση ούτε την κοινωνία. Η ανάπτυξη κριτικής σκέψης είναι εκείνη που λείπει και εκεί πρέπει να στοχεύσουμε.
Αντί επιλόγου
Βρισκόμαστε σε εποχή ραγδαίων εξελίξεων.
Αν θέλουμε πραγματικά να μιλάμε για προοπτική της πατρίδας μας, οφείλει η πολιτεία να επενδύσει στο σχολείο.
Γιατί το μέλλον καμίας πατρίδας δε μετριέται με δείκτες γραφειοκρατικής αξιολόγησης αλλά με το κατά πόσο τα παιδιά των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων λαμβάνουν τα εφόδια που χρειάζονται για να φτάσουν τα όνειρά τους.



