ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
«Ένα κάρο πέρασε μπροστά από το βαγόνι, γεμάτο πτώματα που τα μάζεψε από τα άλλα βαγόνια. Άγριο θέαμα, προάγγελος χειρότερων θεαμάτων. Στριγκλιές και φωνές ακούστηκαν από το διπλανό βαγόνι και ο Ιωσήφ είδε μια μάννα που κρατούσε το βρέφος της σφιχτά στην αγκαλιά της, να προσπαθεί να αποτρέψει κάποιους που της το τραβούσαν για να το ρίξουν στο κάρο με τους νεκρούς. Μη μου το παίρνετε, μη! Σπάραζε εκείνη. Μια βουρδουλιά του Γερμανού στρατιώτη άνοιξε τα χέρια της μάνας κι έτσι της απέσπασαν το νεκρό μωρό της και το έριξαν στο κάρο». Από το βιβλίο της Ελληνοεβραίας Βεατρίκης Σαΐας Μαγρίζου «Το βραχιόλι της φωτιάς».
Ήταν 15 Μαρτίου του 1943, όταν το ναζιστικό καθεστώς, υπό την οργάνωση των Ντήτερ Βισλιτσένυ και Αλόις Μπρούννερ, ξεκίνησε να εφαρμόζει την «τελική λύση» εναντίον των Εβραίων της Θεσσαλονίκης.
Η εβραϊκή κοινότητα, ήδη εγκατεστημένη στην πόλη από τον 15ο αιώνα, αποτελούσε ζωντανό κύτταρο της πολιτισμικής της ταυτότητας, με ενεργή συμβολή στην οικονομική και πνευματική της ανάπτυξη.
Οι Εβραίοι ασκούσαν όλα τα επαγγέλματα και αντιπροσώπευαν όλες τις κοινωνικές τάξεις, ενώ είχαν ενταχθεί πλήρως στην τοπική κοινωνία, εμπλουτίζοντας την και με τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως τις συνήθειες, τις παραδόσεις, τη μουσική τους.
Η Θεσσαλονίκη ήταν μια ακμαία πόλη, ένα σταυροδρόμι πολιτισμών, με ποικιλομορφία και πνευματική άνθιση.
Οι Ναζί κατακτητές έδειξαν από την αρχή το φυλετικό τους μίσος εναντίον των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, εφαρμόζοντας σταδιακά τους απάνθρωπους νόμους της Νυρεμβέργης.
Έτσι επιβάλλονται μέτρα, όπως η απογραφή ατόμων, κατοικιών και καταστημάτων, η απαγόρευση να μεταβιβάζουν οι Εβραίοι τα περιουσιακά τους στοιχεία, οι επιτάξεις των σπιτιών και μαγαζιών τους, η υποχρέωση να φέρουν το κίτρινο αστέρι στο στήθος, η απαγόρευση της χρήσης των μέσων μαζικής μεταφοράς, οι αγγαρείες στα λατομεία, ο περιορισμός τους σε καθορισμένες εβραϊκές ζώνες, ο αποκλεισμός τους από την κοινωνική και επαγγελματική ζωή.
Στις 15 Μαρτίου του 1943 αναχώρησε από το σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης η πρώτη αποστολή με περίπου 2800 Εβραίους της Θεσσαλονίκης για το κολαστήριο του στρατοπέδου του Άουσβιτς.
Μέχρι τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, αναχώρησαν άλλες 18 αποστολές και εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης πάνω από 45000 Εβραίοι.
Κάποιοι ελάχιστοι, περίπου το 5% των Εβραίων της Θεσσαλονίκης κατάφεραν να γλυτώσουν τον εκτοπισμό προς το θάνατο.
Κάποιες εκατοντάδες διέφυγαν προς τα χωριά της Χαλκιδικής και τα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας, στα ελληνικά νησιά και κυρίως προς την Αθήνα που παρέμενε υπό ιταλικό έλεγχο.
Οι επιβάτες στοιβάζονταν μαζί με τις αποσκευές τους ανά 80 περίπου, σε ξύλινα βαγόνια, προορισμένα για μεταφορά ζώων ή εμπορευμάτων.
Οι συνθήκες στο τρένο του θανάτου ήταν εξαιρετικά άθλιες.
Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι, οικογένειες ολόκληρες οδηγούνταν προς την εξόντωση.
Οι φωνές, τα κλάματα και τα ξεσπάσματα, έδιναν σταδιακά τη θέση τους στην σιωπή και την παραίτηση, που μόνο η απόγνωση και η καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μπορούν να προκαλέσουν.
Ο επιζών Χάιντς Κούνιο, παιδί τότε, θυμάται: «Δεν μπορούσες να πάρεις ανάσα.
»Ήμασταν όρθιοι. Για να καθίσεις λίγο, έπρεπε αυτοί που ήταν γύρω σου να κάνουν ένα μικρό άνοιγμα.
»Πολλοί δεν άντεξαν τις κακουχίες της διαδρομής και πέθαναν πριν φτάσουμε στο στρατόπεδο».
Τα πρόσωπα των ανθρώπων ήταν σφιγμένα από τον πόνο και την αγανάκτηση, επειδή έχαναν ώρα με την ώρα κομμάτια της αξιοπρέπειας τους. Και ο Κούνιο συνεχίζει λέγοντας:
«Η δυσωδία ήταν τρομακτική. Με ένα πρόχειρο χώρισμα κάναμε την ανάγκη μας. Πώς να μπορέσουν οι γυναίκες; Πώς να ηρεμήσεις τα παιδιά; Ήταν απάνθρωπα πράγματα».
Έξη ημέρες αργότερα, μόλις οι άνθρωποι εξουθενωμένοι, αρκετοί σχεδόν ημιθανείς από την πείνα και την εξάντληση αντίκρισαν την κόλαση που τους περίμενε, οι περισσότεροι οδηγήθηκαν απευθείας για εξόντωση στους θαλάμους αερίων και τα κρεματόρια.
Όσοι έμειναν στο στρατόπεδο, πήραν μια προσωρινή παράταση ζωής, αφού οι περισσότεροι πέθαιναν μετά από λίγους μήνες, από την πείνα, τις ασθένειες, τα πειράματα, ή επιλέγονταν σε κάποια επόμενη διαλογή για τους θαλάμους των αερίων.
Όταν ο πόλεμος τελείωσε, οι ελάχιστοι εναπομείναντες Έλληνες Εβραίοι γύρισαν σε μια πόλη φάντασμα, που είχε χάσει ένα δομικό στοιχείο της ιστορικής και πολιτισμικής της ταυτότητας, την εβραϊκή κοινότητα που είχε αφανιστεί από τη ναζιστική θηριωδία.
Συχνά οι επιζώντες δεν έβρισκαν ζωντανό κανένα μέλος της οικογένειας τους, ούτε τις οικογένειες των φίλων και των γειτόνων τους.
Η οδυνηρή αυτή ιστορική μνήμη του ολοκαυτώματος των Εβραίων της Θεσσαλονίκης και των Εβραίων όλης της κατεχόμενης Ευρώπης από το ναζιστικό καθεστώς, αποτελεί το πιο σκοτεινό κεφάλαιο της σύγχρονης Παγκόσμιας Ιστορίας και πρέπει να διατηρηθεί άσβεστη στη συλλογική μας συνείδηση.
Πρέπει να περάσει και στις νεότερες γενιές, γιατί η μνήμη δημιουργεί την επίγνωση, που είναι το πιο ισχυρό τείχος προστασίας για να μην επαναληφθούν ποτέ ξανά ανάλογες τραγωδίες.
Η Ιστορία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, είναι η δική μας Ιστορία, είναι η Ιστορία όλου του κόσμου που θέλει να διαφυλάξει την ειρηνική συνύπαρξη, την αποδοχή της διαφορετικότητας, το σεβασμό στην ετερότητα.
Σε αυτήν την εποχή της γεωπολιτικής αστάθειας, με τις περιφερειακές πολεμικές συγκρούσεις να αυξάνονται, την ενεργειακή ανασφάλεια να ελλοχεύει και τη ρητορική μίσους από ακραίες φωνές να επιδεινώνεται, το μήνυμα της διατήρησης του ολοκαυτώματος στη συλλογική μας μνήμη είναι περισσότερο επίκαιρο παρά ποτέ.
Σ’ έναν κόσμο που οι φωνές της πόλωσης εντείνονται, οφείλουμε να υψώσουμε το ανάστημα μας απέναντι σε κάθε μορφής διαχωρισμού και ρατσισμού, θρησκευτικού, φυλετικού ή κοινωνικού, υπενθυμίζοντας ότι η δημοκρατία δοκιμάζεται καθημερινά στην πράξη και ότι η διαφύλαξη της είναι ευθύνη όλων μας.
Γι’ αυτό μας ενώνει όλους το χρέος να αντιστεκόμαστε στο ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία και να διατηρούμε τη μνήμη του ολοκαυτώματος των Εβραίων στο νου και την καρδιά μας.



