ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Η πρόσφατη δημοσιογραφική έρευνα αποκάλυψε κάτι, που δεν μπορεί να αφήσει κανέναν αδιάφορο: τουλάχιστον 46 δημόσια νοσοκομεία στην Ελλάδα σήμερα αρνούνται να παρέχουν υπηρεσίες τεχνητής διακοπής κύησης, παρότι η άμβλωση είναι νόμιμη από το 1986, δηλαδή εδώ και σχεδόν τέσσερις δεκαετίες.
Από τα 80 νοσοκομεία, που απάντησαν, το 57,5% δήλωσαν, ότι δεν πραγματοποιούν αμβλώσεις, ενώ μόλις 3 στα 10 δήλωσαν ότι παρέχουν την υπηρεσία.
Η εικόνα είναι ακόμη πιο ανησυχητική στην περιφέρεια και στα νησιά, όπου η άρνηση αυτή μετατρέπεται πρακτικά σε κατάργηση του δικαιώματος πρόσβασης σε νόμιμη ιατρική πράξη.
Το ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο κοινωνικό ή πολιτικό.
Είναι πρωτίστως νομικό και θεσμικό και αγγίζει τον πυρήνα μιας δύσκολης σύγκρουσης:
– ελευθερία συνείδησης των ιατρών
vs
– υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει δικαιώματα πολιτών.
Ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005) επιτρέπει στον ιατρό να αρνηθεί ιατρική πράξη για λόγους συνείδησης. Η πρόβλεψη αυτή υπάρχει επιπλέον και στο άρθρο 31 του κώδικα, ειδικά για την «Τεχνητή διακοπή της κύησης».
Όμως η νομική επιστήμη επισημαίνει κάτι απολύτως καθοριστικό: ενώ η άρνηση είναι πάντα ατομικό δικαίωμα του ιατρού, ΔΕΝ μπορεί αυτή να μετατραπεί σε θεσμική άρνηση του δημόσιου νοσοκομείου, γιατί, μπορεί μεν η ατομική και επιστημονική συνείδηση να προστατεύεται, όμως δεν προστατεύεται η ουσιαστική κατάργηση του δικαιώματος της πρόσβασης σε νόμιμη ιατρική πράξη.
Το θέμα δεν είναι καινούργιο για το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ).
Αντιθέτως, υπάρχει πλούσια νομολογία για την αποκαλούμενη σύγκρουση «freedom of conscience vs public service obligations».
Το ΕΔΔΑ έχει διαμορφώσει μία βασική αρχή:
Όποιος επιλέγει να ασκεί δημόσια υπηρεσία αποδέχεται ειδικά καθήκοντα ουδετερότητας και εξυπηρέτησης των πολιτών.
Χαρακτηριστική νομολογία του ΕΔΔΑ ειδικά για τους δημόσιους λειτουργούς αποτελεί η υπόθεση Eweida and Others κατά Ηνωμένου Βασιλείου, όπου το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου απασχόλησε ειδικά η σύγκρουση μεταξύ: ελευθερίας συνείδησης και υποχρέωσης παροχής δημόσιας υπηρεσίας.
Στην υπόθεση αυτή [Eweida and Others κατά Ηνωμένου Βασιλείου (2013)], μία δημοτική υπάλληλος (registrar) αρνήθηκε, για θρησκευτικούς λόγους, να τελεί ενώσεις ομόφυλων ζευγαριών μετά την εισαγωγή των civil partnerships στο βρετανικό δίκαιο.
Ο Δήμος της αφαίρεσε τα καθήκοντα και τελικά λύθηκε η εργασιακή της σχέση, οπότε η υπάλληλος άσκησε προσφυγή στο ΕΔΔΑ, την οποία βάσισε σε παραβίαση του άρθρου 9, δηλαδή στην παραβίαση της ελευθερίας συνείδησης.
Το Δικαστήριο, παρότι αναγνώρισε, ότι υπήρξε παρέμβαση στην ελευθερία συνείδησης της υπαλλήλου, ωστόσο έκρινε, ότι η παρέμβαση αυτή ήταν θεμιτή και αναλογική, διότι ο εργοδότης -δηλαδή εν προκειμένω η δημόσια διοίκηση- επιδίωκε έναν ιδιαίτερα σημαντικό σκοπό: την παροχή δημόσιων υπηρεσιών χωρίς διακρίσεις.
Η απόφαση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί αποσαφηνίζει ένα κρίσιμο σημείο:
Η ελευθερία συνείδησης προστατεύει το πρόσωπο, όχι τη συγκεκριμένη υπηρεσιακή θέση.
Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο δεν είπε ότι ο δημόσιος λειτουργός χάνει την ελευθερία συνείδησης, όμως έκρινε ότι η ελευθερία αυτή δεν συνεπάγεται δικαίωμα εξαίρεσης από βασικά καθήκοντα της θέσης, όταν αυτά συνδέονται με την παροχή υπηρεσιών προς τους πολίτες χωρίς διακρίσεις.
Η πρακτική σημασία της απόφασης είναι ιδιαίτερα σημαντική:
η συνείδηση προστατεύει τον δημόσιο λειτουργό από πειθαρχική τιμωρία, λόγω των πεποιθήσεών του, αλλά δεν του εγγυάται δικαίωμα να παραμένει σε συγκεκριμένη θέση, όταν δεν μπορεί να εκτελέσει βασικές υπηρεσιακές λειτουργίες.
Και εδώ πρέπει να γίνει μια βασική περιπτωσιολογική διάκριση:
Αν στον ίδιο τόπο ή στο ίδιο νοσοκομείο υπάρχουν άλλοι ιατροί, που παρέχουν την υπηρεσία, τότε δεν τίθεται ζήτημα και το κράτος δεν μπορεί, ούτε υποχρεούται, να εξαναγκάσει το συγκεκριμένο πρόσωπο να εκτελέσει τη συγκεκριμένη δημόσια παροχή.
Αν όμως η ατομική άρνηση οδηγεί σε πρακτική κατάργηση της υπηρεσίας, τότε αλλάζει το νομικό πλαίσιο. Ο ιατρός δεν μπορεί να τιμωρηθεί για τη συνείδησή του. Δεν μπορεί όμως ούτε να απαιτεί να κατέχει δημόσια θέση, αρνούμενος βασικές παροχές δημόσιας υγείας.
Σε τέτοιες περιπτώσεις το κράτος οφείλει να στελεχώσει τη θέση με άλλον ιατρό, που μπορεί να παρέχει την υπηρεσία.
Η αρχή που προκύπτει είναι σαφής:
Η ελευθερία συνείδησης δεν μπορεί ποτέ να καταλήγει σε άρνηση παροχής δημόσιας υπηρεσίας προς τους πολίτες και η ευθύνη για τη διασφάλιση της υπηρεσίας αυτής ανήκει στο κράτος, που δεν μπορεί να εξαρτά την λειτουργία του, από την προσωπική συνείδηση κάθε δημόσιου λειτουργού.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος στην Ελλάδα: Όταν ένα ολόκληρο νοσοκομείο δεν παρέχει την υπηρεσία, δεν έχουμε πλέον δικαιωματική ατομική άρνηση, αλλά θεσμική άρνηση δημόσιας υπηρεσίας, που συνεπάγεται συστημική αποτυχία του κράτους.
Το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει την αρχή της reasonable accommodation, που σημαίνει ότι το κράτος οφείλει να οργανώσει τις υπηρεσίες έτσι, ώστε να σέβεται τη συνείδηση των λειτουργών, χωρίς να στερεί δικαιώματα των πολιτών.
Η στάθμιση δηλαδή είναι: Συνείδηση & λειτουργία κράτους.
Με απλά λόγια: Αν όλοι οι γιατροί ενός νοσοκομείου αρνούνται, το κράτος είναι, που πρέπει να βρει λύση: (π.χ. μετακίνηση προσωπικού, παραπομπή, κάλυψη σε άλλη δομή, οικονομική κάλυψη ιδιωτικών υπηρεσιών). Αν δεν το κάνει, το πρόβλημα παύει να είναι ηθικό και γίνεται νομική ευθύνη του κράτους.
Στην υπόθεση ΕΔΔΑ R.R. v Poland (2011) το κράτος δεν εξασφάλισε πρόσβαση σε νόμιμη άμβλωση λόγω άρνησης γιατρών. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ (ιδιωτική ζωή) εκ μέρους της Πολωνίας, γιατί «Το κράτος οφείλει να οργανώσει το σύστημα υγείας έτσι, ώστε η άσκηση της συνειδησιακής άρνησης, να μην εμποδίζει την πραγματική πρόσβαση σε νόμιμες υπηρεσίες».
Επίσης στην υπόθεση P. and S. v Poland (2012), όπου ανήλικη δεν έβρισκε νοσοκομείο να κάνει άμβλωση, το ΕΔΔΑ καταδίκασε το κράτος και είπε κάτι καθοριστικό: Το κράτος δεν μπορεί να επικαλείται την άρνηση των γιατρών, για να απαλλαγεί από την υποχρέωσή του.
Η άμβλωση είναι νόμιμη στην Ελλάδα από το 1986.
Όμως για πολλές γυναίκες στην περιφέρεια, το δικαίωμα αυτό τελικά εξαρτάται από την πόλη, από το νοσοκομείο, από τον γιατρό, που θα βρουν.
Δηλαδή εξαρτάται από την τύχη. Και ένα δικαίωμα, που εξαρτάται από την τύχη, παύει να είναι δικαίωμα.
Ποιες πρακτικές λύσεις έχουν εφαρμοστεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες:
-Κεντρική τηλεφωνική γραμμή / referral system, όπου η γυναίκα δεν ψάχνει γιατρό, καλεί έναν αριθμό και το σύστημα: βρίσκει διαθέσιμη μονάδα, κλείνει ραντεβού, οργανώνει μετακίνηση. (Σουηδία, Ολλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο)
-Υποχρεωτικό δίκτυο «παρόχων υπηρεσίας», όπου το κράτος γνωρίζει ποιοι γιατροί παρέχουν υπηρεσίες άμβλωσης, εξασφαλίζει τη γεωγραφική κάλυψη, οργανώνει μετακινήσεις προσωπικού.
-Κινητές ιατρικές ομάδες / visiting doctors, σε νησιά και απομακρυσμένες περιοχές, όπου προβλέπονται περιοδικές αποστολές γιατρών (scheduled visits).
Η συζήτηση για τις αμβλώσεις είναι σίγουρα συζήτηση ηθική και πολιτική, κυρίως όμως είναι ζήτημα κράτους δικαίου.
Η ελευθερία συνείδησης είναι θεμελιώδες δικαίωμα, αλλά το ίδιο θεμελιώδες είναι και το δικαίωμα πρόσβασης σε νόμιμες δημόσιες υπηρεσίες.
Το κράτος οφείλει να διασφαλίζει και τα δύο.



