ΙράνΙσραήλ
Theodor Petrov
Ανεξάρτητος Αρθρογράφος

Το τέλος της αποικιακής τάξης, η θεολογία της απελευθέρωσης και η μαρτυρία της Ορθοδοξίας στον μετααποικιακό κόσμο

Το τέλος της αποικιακής τάξης, η θεολογία της απελευθέρωσης και η μαρτυρία της Ορθοδοξίας στον μετααποικιακό κόσμο
ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Διαβάστε σχετικά για Ακίνητα, Αφρική, Γεωπολιτική, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΗΠΑ), Καθολική Εκκλησία, Κίνα, Ορθόδοξη Εκκλησία, Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, Πατριαρχείο Μόσχας, Ρωσία, Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία - Πατριαρχείο Μόσχας - Πατριαρχείο Ρωσίας, Χρήστος Γιανναράς, Χριστιανισμός, Χριστιανοί,

A wind is ruffling the tawny pelt
Of Africa. Kikuyu, quick as flies,
Batten upon the bloodstreams of the veldt.
Corpses are scattered through a paradise.
Only the worm, colonel of carrion, cries:
“Waste no compassion on these separate dead!”
Statistics justify and scholars seize
The salients of colonial policy.

Derek Walcott «A Far Cry from Africa»

Οι ραγδαίες και συχνά δραματικές γεωπολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ετών, οι οποίες αναδιαμορφώνουν με πρωτοφανή ταχύτητα το διεθνές περιβάλλον, αποτέλεσαν για τον υπογράφοντα το παρόν κείμενο αφορμή ενός βαθύτερου προβληματισμού και μιας ευρύτερης ερευνητικής αναζήτησης.

Παρότι το κύριο ενδιαφέρον και η μέχρι σήμερα ενασχόλησή του επικεντρώνονταν κατά κύριο λόγο σε ζητήματα εκκλησιαστικής γεωπολιτικής, η πολυπλοκότητα των σύγχρονων διεθνών εξελίξεων κατέστησε εμφανές ότι η κατανόηση των θρησκευτικών φαινομένων δεν μπορεί πλέον να αποσυνδεθεί από το ευρύτερο πολιτικό, πολιτισμικό και γεωστρατηγικό τους πλαίσιο.

Οι συγκρούσεις, οι μεταβολές στις διεθνείς ισορροπίες ισχύος, η αναβίωση παλαιών ανταγωνισμών, η εμφάνιση νέων γεωπολιτικών κέντρων και η αυξανόμενη αλληλεπίδραση μεταξύ πολιτικής, ταυτότητας και θρησκείας ανέδειξαν την ανάγκη μιας διεπιστημονικής προσεγγίσεως.

Οι εξελίξεις αυτές δεν επηρεάζουν μόνον τις σχέσεις μεταξύ κρατών, αλλά συχνά ασκούν καθοριστική επίδραση και στις θρησκευτικές κοινότητες, στις εκκλησιαστικές δομές, στις αντιλήψεις περί πολιτισμού και στις ίδιες τις μορφές με τις οποίες εκφράζεται η πίστη στον σύγχρονο κόσμο.

Υπό το πρίσμα αυτό, ο υπογράφων το παρόν πόνημα θεώρησε αναγκαίο να διευρύνει το πεδίο των μελετών και των αναζητήσεών του, εξετάζοντας ζητήματα τα οποία εκ πρώτης όψεως φαίνονται να βρίσκονται εκτός του στενού εκκλησιαστικού χώρου, αλλά στην πραγματικότητα συνδέονται στενά με αυτόν.

Η στροφή αυτή δεν συνιστά εγκατάλειψη του παλαιόθεν ενδιαφέροντός του ούτε απομάκρυνση από την εκκλησιαστική προβληματική.

Αντιθέτως, απορρέει από την πεποίθηση ότι η ορθότερη κατανόηση των συγχρόνων εκκλησιαστικών και θρησκευτικών εξελίξεων προϋποθέτει τη γνώση των γεωπολιτικών, ιστορικών και κοινωνικών διεργασιών που τις επηρεάζουν και τις διαμορφώνουν.

Το παρόν κείμενο εντάσσεται ακριβώς σε αυτή την προσπάθεια: να προσεγγίσει γεγονότα και τάσεις της εποχής μας μέσα από ένα ευρύτερο ερμηνευτικό πρίσμα, αναζητώντας τα σημεία εκείνα στα οποία η γεωπολιτική πραγματικότητα συναντά τη θρησκευτική ζωή και επηρεάζει, άμεσα ή έμμεσα, τη διαμόρφωση του σύγχρονου πνευματικού και εκκλησιαστικού τοπίου.

Υπό αυτή την έννοια, το προσφάτως αλιευμένο υπό του γράφοντος άρθρο του Richard Wolff με τίτλο The End of the Colonial World Order αποτελεί μια ενδιαφέρουσα απόπειρα ερμηνείας των μεγάλων γεωπολιτικών και οικονομικών μεταβολών που συντελούνται στις αρχές του 21ου αιώνα.

Ο Αμερικανός μαρξιστής οικονομολόγος υποστηρίζει ότι το παγκόσμιο σύστημα που οικοδομήθηκε από τις ευρωπαϊκές αποικιακές αυτοκρατορίες και στη συνέχεια κληρονομήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εισέρχεται πλέον σε φάση αποσύνθεσης.

Κατά την άποψή του, η σημερινή κρίση δεν είναι ένα απλό οικονομικό φαινόμενο ούτε μια πρόσκαιρη πολιτική δυσλειτουργία.

Αντιπροσωπεύει το τέλος ενός ιστορικού κύκλου που διήρκεσε περίπου πέντε αιώνες και βασίστηκε στην παγκόσμια κυριαρχία της Δύσης¹.

Η βασική θέση του Wolff είναι ότι, η οικονομική ευημερία και η πολιτική ισχύς της Ευρώπης και αργότερα των Ηνωμένων Πολιτειών δεν μπορούν να κατανοηθούν ανεξάρτητα από την αποικιακή εμπειρία.

Η συσσώρευση πλούτου μέσω της εκμετάλλευσης φυσικών πόρων, ανθρώπινου δυναμικού και παγκόσμιων αγορών δημιούργησε τις προϋποθέσεις της δυτικής ανάπτυξης.

Η παγκοσμιοποίηση του ύστερου 20ού αιώνα μπορεί να θεωρηθεί ως η τελευταία φάση αυτής της ιστορικής διαδικασίας² ³.

Σύμφωνα με τον Wolff, η οικονομική άνοδος της Κίνας, η γεωπολιτική επανεμφάνιση της Ρωσίας, η ανάπτυξη των BRICS και η αυξανόμενη αυτοπεποίθηση των κοινωνιών του λεγόμενου Global South αποτελούν σημεία μιας παγκόσμιας αναδιάταξης ισχύος.

Η μεταψυχροπολεμική μονοπολική στιγμή της αμερικανικής ηγεμονίας φαίνεται να πλησιάζει στο τέλος της.

Παράλληλα, οι κοινωνικές εντάσεις που παρατηρούνται σε πολλές δυτικές χώρες, η διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων, η στεγαστική κρίση και η αυξανόμενη καχυποψία απέναντι στους πολιτικούς θεσμούς φανερώνουν ότι η κρίση δεν είναι μόνο γεωπολιτική αλλά και κοινωνική.

Όπως υποστηρίζει ο Wolff, οι δυτικές ελίτ εξακολουθούν να ενεργούν σαν να ζουν σε έναν κόσμο όπου η πρωτοκαθεδρία της Δύσης είναι δεδομένη, ενώ η πραγματικότητα έχει ήδη αρχίσει να μεταβάλλεται δραστικά⁴.

Το ερώτημα που προκύπτει από αυτή την ανάλυση δεν αφορά μόνο τη διαδοχή της παγκόσμιας ηγεμονίας. Αφορά πρωτίστως τον χαρακτήρα του νέου κόσμου που αναδύεται.

Θα πρόκειται για μια δικαιότερη παγκόσμια τάξη ή απλώς για μια μετατόπιση ισχύος από μια ομάδα κρατών προς μια άλλη; Το ζήτημα αυτό δεν είναι αποκλειστικά πολιτικό ή οικονομικό. Είναι βαθύτατα ανθρωπολογικό, πολιτισμικό και θεολογικό.

Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η λεγόμενη θεολογία της απελευθέρωσης.

Το θεολογικό αυτό ρεύμα, που γεννήθηκε στη Λατινική Αμερική κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, επιχείρησε να αναγνώσει το Ευαγγέλιο μέσα από την εμπειρία των φτωχών, των καταπιεσμένων και των κοινωνικά αποκλεισμένων.

Ο Gustavo Gutiérrez, μαζί με θεολόγους όπως οι Leonardo Boff, Jon Sobrino και Juan Luis Segundo, ανέδειξαν την ανάγκη μιας θεολογίας που να μην περιορίζεται σε αφηρημένες δογματικές διατυπώσεις αλλά να συνομιλεί άμεσα με τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές πραγματικότητες που παράγουν αδικία⁵.

Κεντρική έννοια της θεολογίας της απελευθέρωσης υπήρξε η λεγόμενη «προνομιακή επιλογή υπέρ των φτωχών» (preferential option for the poor), σύμφωνα με την οποία η Εκκλησία καλείται να προσεγγίζει την κοινωνική πραγματικότητα από την οπτική εκείνων που υφίστανται φτώχεια, αποκλεισμό και καταπίεση.

Η επιλογή αυτή δεν νοείται ως ιδεολογική προτίμηση υπέρ μιας κοινωνικής τάξης αλλά ως θεολογική συνέπεια της βιβλικής μαρτυρίας, η οποία παρουσιάζει επανειλημμένως τον Θεό ως υπερασπιστή των αδυνάτων, των ξένων, των χηρών και των ορφανών.

Στο πλαίσιο αυτό, η σωτηρία δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ατομικό ή μεταθανάτιο γεγονός, αλλά περιλαμβάνει και τη χειραφέτηση του ανθρώπου από τις ιστορικές συνθήκες που υπονομεύουν την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του.

Η βιβλική αφήγηση της Εξόδου, η προφητική παράδοση της Παλαιάς Διαθήκης και το κήρυγμα του Ιησού περί της Βασιλείας του Θεού ερμηνεύονται ως θεμελιώδεις μαρτυρίες μιας θείας μέριμνας που αγκαλιάζει όχι μόνο την πνευματική αλλά και την κοινωνική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης.

Παράλληλα, η θεολογία της απελευθέρωσης εισήγαγε την έννοια της «δομικής αμαρτίας», υποστηρίζοντας ότι η αμαρτία δεν εκδηλώνεται μόνο ως προσωπική ηθική αποτυχία αλλά και ως συλλογική και θεσμική πραγματικότητα.

Πολιτικοί θεσμοί, οικονομικά συστήματα και κοινωνικές δομές μπορούν να ενσαρκώνουν μορφές αδικίας και εκμετάλλευσης, οι οποίες αναπαράγουν τη φτώχεια και τον αποκλεισμό ακόμη και όταν δεν είναι πάντοτε ορατές στο επίπεδο της ατομικής συμπεριφοράς.

Η θέση αυτή συνέβαλε στην ανάπτυξη μιας κριτικής προσέγγισης απέναντι στις παγκόσμιες οικονομικές και πολιτικές δομές που προέκυψαν από την αποικιακή και μετααποικιακή ιστορία.

Υπό αυτή την έννοια, οι προβληματισμοί που αναπτύσσει ο Richard Wolff σχετικά με την κρίση της αποικιακής παγκόσμιας τάξης παρουσιάζουν ορισμένα ενδιαφέροντα κοινά σημεία με τη θεολογία της απελευθέρωσης.

Ενώ ο Wolff προσεγγίζει το ζήτημα πρωτίστως από οικονομική και ιστορική σκοπιά, αρκετοί θεολόγοι της απελευθέρωσης είχαν ήδη επισημάνει ότι η παγκόσμια ανισότητα δεν αποτελεί απλό αποτέλεσμα λανθασμένων πολιτικών επιλογών, αλλά συνδέεται με βαθύτερες ιστορικές σχέσεις εξάρτησης, εκμετάλλευσης και άνισης κατανομής ισχύος.

Η απομείωση της δυτικής ηγεμονίας δημιουργεί συνεπώς όχι μόνο νέα γεωπολιτικά δεδομένα αλλά και νέα ερωτήματα σχετικά με τη δικαιοσύνη, την ανάπτυξη και τη θέση των περιθωριοποιημένων λαών στο διεθνές σύστημα.

Παρότι η θεολογία της απελευθέρωσης άσκησε σημαντική επιρροή στη σύγχρονη χριστιανική κοινωνική σκέψη, δεν έμεινε χωρίς κριτική.

Η χρήση μαρξιστικών αναλυτικών εργαλείων για την ερμηνεία των κοινωνικών συγκρούσεων προκάλεσε έντονες αντιδράσεις τόσο στο εσωτερικό της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας όσο και σε άλλες χριστιανικές παραδόσεις.

Οι επικριτές της υποστήριξαν ότι υπήρχε ο κίνδυνος να υποκατασταθεί η χριστιανική εσχατολογία από πολιτικά προγράμματα κοινωνικής μεταρρύθμισης ή να περιοριστεί η σωτηρία σε ιστορικές και κοινωνικές κατηγορίες.

Ωστόσο, ακόμη και οι επικριτές της αναγνωρίζουν ότι η θεολογία της απελευθέρωσης ανέδειξε με ιδιαίτερη σαφήνεια ένα διαχρονικό ερώτημα: κατά πόσον η Εκκλησία μπορεί να παραμένει ουδέτερη ενώπιον της κοινωνικής αδικίας και των δομών που παράγουν ανθρώπινο πόνο.

Υπενθύμισε με έμφαση ότι η πίστη δεν μπορεί να περιορίζεται στη σφαίρα της ιδιωτικής ευσέβειας, αλλά διαθέτει αναπόφευκτα δημόσιες και κοινωνικές συνέπειες⁶.

Από την πλευρά τους οι Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν ανέπτυξαν ποτέ ένα αντίστοιχο θεολογικό κίνημα με την ίδια συστηματικότητα.

Ωστόσο, η ορθόδοξη παράδοση διαθέτει βαθιές ανθρωπολογικές και κοινωνικές προϋποθέσεις για έναν δημιουργικό διάλογο με τα ερωτήματα που έθεσε η θεολογία της απελευθέρωσης.

Η έμφαση στο ανθρώπινο πρόσωπο ως εικόνα του Θεού, η ευχαριστιακή θεώρηση της κοινότητας και η κατανόηση της σωτηρίας ως κοινωνίας με τον Θεό και τον συνάνθρωπο συνιστούν μια ιδιαίτερη χριστιανική αντίληψη περί ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης⁷.

Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η συμβολή του μακαριστού Μητροπολίτη Περγάμου κυρού Ιωάννη (Ζηζιούλα), ο οποίος ανέδειξε την έννοια του προσώπου ως θεμελιώδη κατηγορία της ορθόδοξης θεολογίας.

Σύμφωνα με τη θεώρηση αυτή, η ύπαρξη ολοκληρώνεται μόνο μέσα στη σχέση και την κοινωνία, γεγονός που έχει άμεσες συνέπειες για την κατανόηση της κοινωνικής ζωής και της πολιτικής κοινότητας⁸.

Παρά τα θετικά στοιχεία της θεολογίας της απελευθέρωσης, αρκετοί ορθόδοξοι θεολόγοι εξέφρασαν σοβαρές επιφυλάξεις.

Οι επιφυλάξεις αυτές δεν αφορούσαν τη μέριμνα για τους φτωχούς ή το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά την εξάρτηση ορισμένων εκδοχών της θεολογίας της απελευθέρωσης από μαρξιστικές κατηγορίες σκέψης.

Ο Χρήστος Γιανναράς υποστήριξε ότι το πρόβλημα της νεωτερικότητας δεν μπορεί να λυθεί με την αντικατάσταση του ατομοκεντρισμού από ένα ιδεολογικό συλλογικό σχήμα, αλλά μόνο μέσα από την αποκατάσταση του προσώπου και της εκκλησιαστικής κοινωνίας ως τρόπου ύπαρξης⁹.

Για τον Γιανναρά, η Εκκλησία δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα πρόγραμμα κοινωνικής μεταρρύθμισης, διότι η αποστολή της υπερβαίνει κάθε ιστορική και πολιτική πραγμάτωση¹⁰.

Από διαφορετική σκοπιά, ο Παντελής Καλαϊτζίδης αναγνωρίζει ότι η θεολογία της απελευθέρωσης ανέδειξε υπαρκτές παθολογίες της χριστιανικής ιστορίας και υποχρέωσε τις Εκκλησίες να αντιμετωπίσουν σοβαρότερα τα ζητήματα κοινωνικής αδικίας.

Ωστόσο, επιμένει ότι, η Ορθοδοξία οφείλει να αναπτύξει μια δική της δημόσια και πολιτική θεολογία αντλώντας τα κριτήριά της από την πατερική και λειτουργική της παράδοση και όχι από εξωγενή ιδεολογικά συστήματα¹¹ ¹².

Ανάλογα, ο Αριστοτέλης Παπανικολάου υποστηρίζει ότι, η ορθόδοξη θεολογία διαθέτει επαρκείς εσωτερικούς πόρους για την υπεράσπιση της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της κοινωνικής δικαιοσύνης χωρίς να χρειάζεται να προσφύγει στη μαρξιστική θεωρία της ιστορίας.

Η έννοια του προσώπου, η ευχαριστιακή εκκλησιολογία και η κατανόηση της ελευθερίας ως σχέσης συνιστούν επαρκές θεμέλιο για μια σύγχρονη ορθόδοξη κοινωνική διδασκαλία¹³ ¹⁴.

Η ιστορική εμπειρία της Ορθοδοξίας διαφοροποιείται επίσης από εκείνη πολλών δυτικών εκκλησιών.

Οι περισσότερες Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν συνδέθηκαν με υπερπόντια αποικιακά εγχειρήματα.

Αντίθετα, έζησαν επί αιώνες υπό συνθήκες πολιτικής κυριαρχίας ξένων δυνάμεων, είτε κατά την οθωμανική περίοδο είτε κατά τη διάρκεια των αθεϊστικών καθεστώτων του 20ού αιώνα.

Αυτή η ιστορική εμπειρία δημιούργησε μια ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στα ζητήματα πολιτισμικής επιβίωσης και ιστορικής μνήμης¹⁵.

Ωστόσο, η Ορθοδοξία δεν παρέμεινε πάντοτε αμέτοχη απέναντι στον πειρασμό της σύνδεσης της εκκλησιαστικής ταυτότητας με εθνικά, πολιτικά ή κρατικά προγράμματα.

Η ιστορική διαδικασία της διάλυσης των πολυεθνικών αυτοκρατοριών και της συγκρότησης των εθνικών κρατών στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση νέων σχέσεων μεταξύ Εκκλησίας, έθνους και κράτους.

Στο πλαίσιο αυτό, η Εκκλησία συχνά αναδείχθηκε σε βασικό φορέα διατήρησης της εθνικής συνείδησης και πολιτιστικής αυτοσυνειδησίας των λαών, ιδίως σε περιόδους ξένης κυριαρχίας ή πολιτικής εξάρτησης.

Παρά την αναμφισβήτητη ιστορική σημασία αυτού του ρόλου, η στενή σύνδεση εκκλησιαστικών και εθνικών επιδιώξεων οδήγησε σε ορισμένες περιπτώσεις στην ανάπτυξη εθνοκεντρικών αντιλήψεων, οι οποίες τείνουν να αντιλαμβάνονται την Εκκλησία πρωτίστως ως θεσμό υπηρεσίας του έθνους και δευτερευόντως ως καθολική κοινότητα σωτηρίας.

Οι τάσεις αυτές εκφράστηκαν με διαφορετικές μορφές στον ορθόδοξο κόσμο, άλλοτε μέσω της υπερβολικής ταύτισης της εκκλησιαστικής ζωής με τα συμφέροντα του κράτους και άλλοτε μέσω της ανάδειξης της εθνικής ταυτότητας σε κυρίαρχο κριτήριο εκκλησιαστικής οργάνωσης και αυτοσυνειδησίας.

Η καταδίκη του εθνοφυλετισμού από τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 1872 υπήρξε χαρακτηριστική έκφραση της ανησυχίας της Εκκλησίας απέναντι στον κίνδυνο υποκατάστασης της ενότητας του Σώματος του Χριστού από εθνικές ή φυλετικές διαιρέσεις.

Παρά ταύτα, οι ιστορικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες που ευνόησαν την ανάπτυξη τέτοιων αντιλήψεων δεν εξέλιπαν πλήρως.

Αντιθέτως, σε πολλές περιπτώσεις εξακολουθούν να επηρεάζουν μέχρι σήμερα τις σχέσεις μεταξύ των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, τον τρόπο πρόσληψης της εκκλησιαστικής αποστολής και την ερμηνεία κρίσιμων θεμάτων που συνδέονται με τη γεωπολιτική πραγματικότητα.

Η σύγχρονη συγκυρία καταδεικνύει με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι η αλληλεπίδραση γεωπολιτικής, εθνικής ταυτότητας και εκκλησιαστικής ζωής παραμένει ένα από τα πλέον σύνθετα ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η Ορθοδοξία.

Η πρόκληση συνίσταται στο να διατηρηθεί η οικουμενική και υπερεθνική διάσταση της εκκλησιαστικής συνείδησης χωρίς να αγνοείται η ιστορική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα των επιμέρους λαών, με τους οποίους η Ορθοδοξία έχει συνδεθεί κατά τη μακραίωνη πορεία της¹⁶.

Υπό αυτή την έννοια, η σημερινή εξάπλωση της Ορθοδοξίας στην Αφρική αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τον μετααποικιακό διάλογο.

Οι υπό το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας ορθόδοξες κοινότητες της Κένυας, της Ουγκάντας, της Τανζανίας, του Κονγκό και άλλων χωρών αναπτύσσονται σε κοινωνίες που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες της αποικιακής κληρονομιάς.

Η ενσωμάτωση των τοπικών πολιτισμών στη ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η ανάδειξη γηγενούς κλήρου και η σύνδεση της ιεραποστολής με την κοινωνική διακονία συνιστούν ουσιώδεις εκφράσεις μιας αυθεντικά μετααποικιακής Ορθοδοξίας¹⁷.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειώσουμε ότι, η αντικανονική επέμβαση του Πατριαρχείου Μόσχας στην κανονική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας στην Αφρική δεν αποτελεί απλώς μια διοικητική ή εκκλησιολογική διαφορά μεταξύ δύο Πατριαρχείων.

Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της ορθόδοξης κανονικής παραδόσεως, η οποία θεμελιώνεται στον σεβασμό των γεωγραφικών ορίων κάθε τοπικής Εκκλησίας και στην αρχή ότι δεν μπορούν να συνυπάρχουν παράλληλες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες στον ίδιο χώρο.

Η δημιουργία παράλληλης εκκλησιαστικής δομής στην Αφρική θέτει υπό αμφισβήτηση μια εκκλησιολογική αρχή που διαμορφώθηκε ήδη από τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας και κατοχυρώθηκε από τους Ιερούς Κανόνες.

Ως εκ τούτου, το ζήτημα υπερβαίνει τη συγκυριακή διαφωνία γύρω από το ουκρανικό εκκλησιαστικό πρόβλημα και εγείρει ευρύτερα ερωτήματα σχετικά με την ενότητα της Ορθοδοξίας, τη συνοδικότητα και τη λειτουργία του κανονικού συστήματος.

Από θεολογική σκοπιά, η σημασία του ζητήματος έγκειται στο ότι η ενότητα της Εκκλησίας δεν αποτελεί προϊόν πολιτικών συσχετισμών ή γεωπολιτικών επιδιώξεων, αλλά έκφραση της ευχαριστιακής κοινωνίας.

Όταν οι γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις μεταφέρονται στο εκκλησιαστικό πεδίο, υπάρχει ο κίνδυνος η κανονική τάξη να υποχωρήσει έναντι στρατηγικών και εθνικών συμφερόντων.

Η περίπτωση της Αφρικής αποτελεί επομένως μια κρίσιμη δοκιμασία για την ικανότητα της Ορθοδοξίας να διαφυλάξει τον οικουμενικό και υπερεθνικό χαρακτήρα της μέσα σε έναν κόσμο αυξανόμενων γεωπολιτικών ανταγωνισμών.

Τελικώς, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο ποιος ασκεί δικαιοδοσία σε μια συγκεκριμένη περιοχή, αλλά κατά πόσον η Ορθόδοξη Εκκλησία θα συνεχίσει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως κοινωνία τοπικών Εκκλησιών που ζουν «εν ενότητι και αμοιβαίω σεβασμώ» ή αν θα διολισθήσει σε μια λογική ανταγωνιστικών εκκλησιαστικών γεωπολιτικών σφαιρών επιρροής.

Ανάλογες εξελίξεις παρατηρούνται στην Ασία, όπου η Ορθοδοξία καλείται να εκφράσει την καθολικότητά της πέρα από τις ελληνικές, σλαβικές ή αραβικές πολιτισμικές μορφές.

Το μέλλον της παγκόσμιας Ορθοδοξίας θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από την ικανότητά της να ενσαρκώνει το Ευαγγέλιο σε διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα χωρίς να χάνει την ενότητά της¹⁸.

Επομένως, η κρίση που περιγράφει ο Wolff δεν είναι απλώς κρίση ισχύος αλλά κρίση νοήματος.

Η νεωτερική αφήγηση της αδιάκοπης προόδου μέσω της τεχνολογίας, της αγοράς και της στρατιωτικής ισχύος εμφανίζει πλέον εμφανή σημεία κόπωσης.

Εντούτοις το τέλος της αποικιακής εποχής δεν λύνει αυτομάτως τα προβλήματα της ανθρωπότητας.

Αντιθέτως, διαμορφώνει νέους κινδύνους και νέες μορφές ηγεμονίας. Η μετάβαση σε έναν πολυπολικό κόσμο δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην έναν δικαιότερο κόσμο.

Το ουσιώδες ζήτημα δεν είναι αν η Δύση θα αντικατασταθεί από την Κίνα, τη Ρωσία ή κάποιον άλλο πόλο ισχύος.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί να οικοδομηθεί ένα διεθνές σύστημα που θα στηρίζεται στον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στην αμοιβαία αναγνώριση των λαών και στην κοινωνική δικαιοσύνη.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο συναντώνται η καλύτερη κληρονομιά της θεολογίας της απελευθέρωσης και η βαθύτερη ανθρωπολογία της Ορθοδοξίας.

Η πρώτη υπενθυμίζει ότι καμία παγκόσμια τάξη δεν μπορεί να θεωρηθεί δίκαιη εάν οι φτωχοί και οι περιθωριοποιημένοι παραμένουν αόρατοι.

Η δεύτερη υπενθυμίζει ότι η ελευθερία και η δικαιοσύνη δεν είναι δυνατόν να επιβιώσουν χωρίς μια βαθιά κατανόηση του ανθρώπινου προσώπου ως μοναδικής και ανεπανάληπτης εικόνας του Θεού¹⁹.

Έτσι, η μετάβαση προς έναν μετααποικιακό και πολυπολικό κόσμο αποτελεί ταυτόχρονα πρόκληση και ευκαιρία για τις Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Εάν επιμείνουν σε εθνοκεντρικές ή γεωπολιτικές λογικές, θα περιορίσουν σοβαρά την οικουμενική τους αποστολή.

Εάν όμως κατορθώσουν να αναδείξουν την παράδοση της κοινωνίας των προσώπων, της συνοδικότητας και της καθολικότητας, μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση ενός νέου ανθρωπισμού για τον 21ο αιώνα.

Η πραγματική πρόκληση της εποχής μας δεν είναι η διαδοχή μιας αυτοκρατορίας από μια άλλη, αλλά η οικοδόμηση ενός κόσμου στον οποίο η ελευθερία, η δικαιοσύνη και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια θα αποτελούν τα θεμέλια της πολιτικής και κοινωνικής ζωής²⁰.

Υποσημειώσεις

1. Richard D. Wolff, The End of the Colonial World Order (Dialogue Works, 2025).

2. Immanuel Wallerstein, The Modern World-System, vol. 1 (Berkeley: University of California Press, 1974), σσ. 15-38.

3. Walter D. Mignolo, The Darker Side of Western Modernity (Durham: Duke University Press, 2011), σσ. 1-25.

4. Wolff, The End of the Colonial World Order.

5. Gustavo Gutiérrez, A Theology of Liberation (Maryknoll: Orbis Books, 1988), σσ. 3-15, 87-112.

6. Leonardo Boff and Clodovis Boff, Introducing Liberation Theology (Maryknoll: Orbis Books, 1987), σσ. 23-41.

7. Παντελής Καλαϊτζίδης, Orthodoxy and Political Theology (Geneva: WCC Publications, 2012), σσ. 67-89.

8. John D. Zizioulas, Being as Communion (Crestwood, NY: St Vladimir’s Seminary Press, 1985), σσ. 27-65.

9. Χρήστος Γιανναράς, Το Πρόσωπο και ο Έρως (Αθήνα: Δόμος, 1976), σσ. 19-45.

10. Χρήστος Γιανναράς, Η Ελευθερία του Ήθους (Αθήνα: Δόμος, 1979), σσ. 71-92.

11. Παντελής Καλαϊτζίδης, Orthodoxy and Political Theology, σσ. 95-118.

12. Παντελής Καλαϊτζίδης, Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα (Αθήνα: Ακρίτας, 2007), σσ. 221-245.

13. Aristotle Papanikolaou, The Mystical as Political (Notre Dame: University of Notre Dame Press, 2012), σσ. 95-140.

14. Aristotle Papanikolaou, “Byzantium, Orthodoxy and Human Rights,” in The Cambridge Companion to Orthodox Christian Theology (Cambridge: Cambridge University Press, 2008), σσ. 234-251.

15. Kallistos Ware, The Orthodox Church (London: Penguin Books, 1997), σσ. 85-132.

16. Victor Roudometof, Globalization and Orthodox Christianity (London: Routledge, 2014), σσ. 55-87.

17.Lucian N. Leustean (ed.), Eastern Christianity and Politics in the Twenty-First Century (London: Routledge, 2014), σσ. 497-528.

18. Aristotle Papanikolaou, The Mystical as Political, σσ. 42-76.

19. Dumitru Stăniloae, Orthodox Spirituality (South Canaan, PA: St. Tikhon’s Seminary Press, 2003), σσ. 17-38, 97-115.

20. Aristotle Papanikolaou and George Demacopoulos (eds.), Orthodox Constructions of the West (New York: Fordham University Press, 2013), σσ. 1-22.

  • Το τέλος της Ευρώπης ή το τέλος των ψευδαισθήσεών της;
    Πανεπιστημιακός
    Η Ευρώπη κινδυνεύει να γίνει θεατής του κόσμου που κάποτε διαμόρφωνε. Παραμένει ένας από τους σημαντικότερους οικονομικούς και πολιτισμικούς πόλους του πλανήτη, αλλά δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να επηρεάσει τις εξελίξεις που καθορίζουν το μέλλον της. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι...
  • Η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια περίοδο ιστορικής μετάβασης – Γεωπολιτική και θρησκεία σε διαρκή αλληλεπίδραση
    Ανεξάρτητος Αρθρογράφος
    if everything happens that can't be done (and anything's righter than books could plan) the stupidest teacher will almost guess (with a run skip around we go yes) there's nothing as something as one Απόσπασμα από το «if everything happens that can't...» by E. E. Cummings Poetry: A Magazine...
  • Αποτελεί μείζον σφάλμα το να αναλύονται τα γεγονότα στη Γαλλία ως ένα ενιαίο κοινωνικό φαινόμενο
    Πανεπιστημιακός, Δικηγόρος Παρισίων
    Διαπράττουν μείζον σφάλμα όσοι αναλύουν τα γεγονότα του Σαββάτου 17/10 στη Γαλλία ως ενιαίο κοινωνικό φαινόμενο. Στην πραγματικότητα, έχουμε δύο παράλληλα φαινόμενα που εκτυλίσσονται ταυτόχρονα, με πρωταγωνιστές δύο παράλληλα διαβιούσες πληθυσμιακές ομάδες της χώρας (προσοχή στη διάκριση μεταξύ των εννοιών του...