ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Η Ευρώπη κινδυνεύει να γίνει θεατής του κόσμου που κάποτε διαμόρφωνε. Παραμένει ένας από τους σημαντικότερους οικονομικούς και πολιτισμικούς πόλους του πλανήτη, αλλά δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να επηρεάσει τις εξελίξεις που καθορίζουν το μέλλον της.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα ανακτήσει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.
Είναι αν θα διατηρήσει τη θέση της ως αυτόνομος πόλος ισχύος ή θα αρκεστεί στον ρόλο μιας εύπορης, αλλά στρατηγικά εξαρτημένης περιφέρειας.
Η πίεση από το εξωτερικό είναι ισχυρή. Η άνοδος της Κίνας, ο αμερικανικός οικονομικός και τεχνολογικός ανταγωνισμός και εμπορικός προστατευτισμός, η ρωσική απειλή και η ενεργειακή αστάθεια έχουν μεταβάλει το περιβάλλον μέσα στο οποίο οικοδομήθηκε η ευρωπαϊκή ευημερία.
Ωστόσο, οι εξωτερικές ανατροπές δεν εξηγούν από μόνες τους τη σημερινή αδυναμία.
Η εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες για την ασφάλεια, η υποτίμηση της βιομηχανικής πολιτικής, η ατελής ενοποίηση και η υπερβολική εμπιστοσύνη στη δύναμη των κανόνων υπήρξαν και ευρωπαϊκές επιλογές.
Η Ευρώπη είναι, σε σημαντικό βαθμό, συνδιαμορφωτής της κρίσης της.
Για να κατανοήσουμε πώς έφτασε εδώ, χρειάζεται να επιστρέψουμε στην ίδια την επιτυχία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.
Η μεταπολεμική ολοκλήρωση συνέβαλε καθοριστικά στην ειρήνη, στην οικονομική σύγκλιση, στη δημοκρατική σταθερότητα και στην κοινωνική προστασία.
Η επιτυχία αυτή, όμως, ενίσχυσε την πεποίθηση ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση και οι διεθνείς θεσμοί θα μπορούσαν σταδιακά να υποκαταστήσουν την παραδοσιακή πολιτική ισχύ.
Η ασφάλεια έμοιαζε εξασφαλισμένη και η ευημερία σχεδόν αυτονόητη.
Το μοντέλο αυτό στηρίχθηκε, σε μεγάλο βαθμό, στην αμερικανική εγγύηση ασφάλειας, στη σχετικά φθηνή ρωσική ενέργεια και στην πρόσβαση στις διεθνείς αγορές.
Λειτούργησε όσο η παγκοσμιοποίηση προχωρούσε σε συνθήκες σχετικής γεωπολιτικής σταθερότητας.
Σήμερα, οι βάσεις του έχουν κλονιστεί. Ο πόλεμος στην Ουκρανία επανέφερε τη στρατιωτική ισχύ στο κέντρο της ευρωπαϊκής ασφάλειας, ενώ ο ανταγωνισμός ΗΠΑ-Κίνας μετατρέπει το εμπόριο, την τεχνολογία και τις εφοδιαστικές αλυσίδες σε εργαλεία γεωπολιτικής επιβολής.
Παράλληλα, η μεταβολή των αμερικανικών προτεραιοτήτων καθιστά επισφαλή την προσδοκία ότι η Ουάσιγκτον θα αναλαμβάνει επ’ αόριστον το κύριο βάρος της άμυνας της ηπείρου.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να δράσει με οικονομικούς θεσμούς πολύ περισσότερο ενοποιημένους από τους πολιτικούς και αμυντικούς της μηχανισμούς.
Διαθέτει κοινή αγορά και, για μεγάλο μέρος των μελών της, κοινό νόμισμα, χωρίς αντίστοιχη ενότητα στρατηγικής βούλησης. Εδώ βρίσκεται η κεντρική της αντίφαση: διαθέτει σημαντικούς πόρους, αλλά δυσκολεύεται να τους μετατρέψει σε κοινή δράση και διεθνή επιρροή.
Η απόσταση ανάμεσα στις δυνατότητες και στην επιρροή της γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στην τεχνολογία και στην παραγωγή.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέχουν κυρίαρχη θέση σε μεγάλο μέρος της ψηφιακής οικονομίας, στις μεγάλες τεχνολογικές πλατφόρμες, στην Τεχνητή Νοημοσύνη και στη χρηματοδότηση της καινοτομίας.
Η Κίνα έχει αποκτήσει ισχυρή παρουσία στα ηλεκτρικά οχήματα, στις μπαταρίες, στα φωτοβολταϊκά και στην επεξεργασία κρίσιμων πρώτων υλών.
Η Ευρώπη, παρά τις επιδόσεις της στην έρευνα, στην προηγμένη μεταποίηση και σε εξειδικευμένες τεχνολογίες, δυσκολεύεται να μετατρέπει συστηματικά τη γνώση της σε επιχειρήσεις παγκόσμιας κλίμακας.
Το πρόβλημα συνδέεται άμεσα με τις ατέλειες της εσωτερικής της οργάνωσης.
Μία από τις μεγαλύτερες ενιαίες αγορές του κόσμου εξακολουθεί να συνυπάρχει με κατακερματισμένες αγορές κεφαλαίων, ενέργειας και υπηρεσιών.
Η υψηλή ιδιωτική αποταμίευση δεν διοχετεύεται επαρκώς σε παραγωγικές επενδύσεις και καινοτόμα εγχειρήματα, ενώ σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής γνώσης αξιοποιείται εμπορικά εκτός Ευρώπης.
Η έκθεση Ντράγκι για την ανταγωνιστικότητα αποτύπωσε το μέγεθος του κενού, εκτιμώντας τις πρόσθετες ετήσιες επενδυτικές ανάγκες σε 750–800 δισ. ευρώ. Το ποσό δείχνει πόσο απέχουν οι στρατηγικές φιλοδοξίες από τα μέσα που κινητοποιούνται για την υλοποίησή τους.
Την ίδια στιγμή, η Ένωση εμφανίζεται συχνά περισσότερο έτοιμη να ρυθμίσει μια αγορά παρά να ενισχύσει την παραγωγική της παρουσία σε αυτήν.
Η κανονιστική της επιρροή είναι σημαντική, αλλά δεν υποκαθιστά τη βιομηχανική επένδυση, την τεχνολογική δημιουργία και τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να αναπτυχθούν.
Αν η Ευρώπη περιοριστεί στη θέσπιση των κανόνων της ψηφιακής εποχής, χωρίς να παράγει αρκετές από τις κρίσιμες τεχνολογίες της, κινδυνεύει να γίνει ο ρυθμιστής της ισχύος των άλλων.
Η ίδια ένταση διαπερνά και την πράσινη μετάβαση. Η απανθρακοποίηση είναι περιβαλλοντικά αναγκαία και μπορεί να προσφέρει ενεργειακή ασφάλεια, τεχνολογική πρωτοπορία και βιομηχανική ανανέωση.
Για να συμβεί αυτό, όμως, χρειάζεται να συνδεθεί με τις πραγματικές συνθήκες παραγωγής και διεθνούς ανταγωνισμού.
Όταν η ευρωπαϊκή βιομηχανία επιβαρύνεται με υψηλότερο ενεργειακό κόστος και αυστηρότερες περιβαλλοντικές απαιτήσεις, ενώ οι ανταγωνιστές της απολαμβάνουν εκτεταμένες κρατικές ενισχύσεις ή ευνοϊκότερες συνθήκες, αυξάνεται ο κίνδυνος μεταφοράς παραγωγής και εκπομπών σε τρίτες χώρες.
Ο κίνδυνος δεν αφορά εξίσου όλους τους κλάδους, ούτε ακυρώνει τα οφέλη της κλιματικής πολιτικής.
Επιβάλλει, όμως, προσεκτικότερο σχεδιασμό.
Το ζητούμενο είναι να μετατραπεί η πράσινη μετάβαση σε ολοκληρωμένη βιομηχανική και τεχνολογική στρατηγική.
Ανταγωνιστική ενέργεια, σύγχρονες υποδομές, εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και επενδύσεις στην καινοτομία αποτελούν προϋποθέσεις της επιτυχίας της.
Διαφορετικά, η Ευρώπη κινδυνεύει να αποδυναμώσει την οικονομική βάση που θα χρηματοδοτήσει τους περιβαλλοντικούς της στόχους.
Η αξιοπιστία της θα κριθεί από το αν μπορεί να συνδυάσει την προστασία του κλίματος με τη βιωσιμότητα της παραγωγής και την κοινωνική συνοχή.
Η συνοχή αυτή δοκιμάζεται ήδη από τη δημογραφική γήρανση.
Η συρρίκνωση του πληθυσμού εργασιακής ηλικίας και η αύξηση των αναγκών για συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη δυσκολεύουν τη χρηματοδότηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου.
Η πίεση γίνεται εντονότερη όταν συνδυάζεται με χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας, δημοσιονομικούς περιορισμούς και νέες αμυντικές και επενδυτικές ανάγκες.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η μετανάστευση αναδεικνύει μια ακόμη ευρωπαϊκή δυσκολία.
Η ήπειρος χρειάζεται ανθρώπινο δυναμικό, αλλά δυσκολεύεται να συνδυάσει αποτελεσματικό έλεγχο των συνόρων, νόμιμες μεταναστευτικές οδούς και ουσιαστική ένταξη.
Όταν αυτές οι αδυναμίες συναντούν τη στεγαστική πίεση, την ανασφάλεια για το εισόδημα και την αίσθηση ότι η κοινωνική άνοδος γίνεται δυσκολότερη, ενισχύονται η πολιτική δυσπιστία και οι εθνικολαϊκιστικές και αντισυστημικές δυνάμεις.
Η άνοδος των πολιτικών άκρων δεν εξηγείται, επομένως, μόνο από τις αντιδράσεις στη μετανάστευση ή από τη δημαγωγία.
Εκφράζει και μια βαθύτερη κρίση αντιπροσώπευσης. Πολλοί Ευρωπαίοι αμφιβάλλουν αν οι παραδοσιακές ηγεσίες μπορούν ακόμη να εγγυηθούν οικονομική ασφάλεια και έλεγχο των εξελίξεων.
Έτσι, οι οικονομικές και κοινωνικές πιέσεις μετατρέπονται σε κρίση εμπιστοσύνης προς το ίδιο το ευρωπαϊκό εγχείρημα.
Σε αυτό το σημείο, η συζήτηση επιστρέφει αναπόφευκτα στην πολιτική ευθύνη. Οι βασικές κατευθύνσεις είναι γνωστές: ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, βαθύτερη ενοποίηση των κεφαλαιαγορών, επενδύσεις στην τεχνολογία και στην παραγωγικότητα, ανταγωνιστικό ενεργειακό σύστημα και κοινές αμυντικές δυνατότητες.
Η ευρωπαϊκή ηγεσία τις έχει αναγνωρίσει, μεταξύ άλλων μέσω της ατζέντας «One Europe, One Market».
Η διάγνωση, όμως, δεν αρκεί όταν δεν συνοδεύεται από τη βούληση να αναληφθούν το κόστος και οι δεσμεύσεις της εφαρμογής.
Το ουσιαστικό εμπόδιο βρίσκεται στην ίδια την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική. Τα κράτη-μέλη επιθυμούν τα οφέλη μιας ισχυρής Ευρώπης, αλλά συχνά διστάζουν να διαθέσουν τους πόρους και να μοιραστούν τις αρμοδιότητες που απαιτούνται για τη συγκρότησή της.
Η κοινή άμυνα χρειάζεται κατανομή κόστους και ευθυνών.
Η τεχνολογική πρωτοπορία απαιτεί επενδύσεις μεγάλης κλίμακας και κοινούς χρηματοδοτικούς μηχανισμούς.
Και όλα αυτά προϋποθέτουν θεσμούς που μπορούν να αποφασίζουν εγκαίρως, ακόμη και όταν οι εθνικές προτεραιότητες αποκλίνουν.
Δεν απαιτείται κατ’ ανάγκην ένα ενιαίο ευρωπαϊκό κράτος. Απαιτείται, όμως, η υπέρβαση της πεποίθησης ότι το άθροισμα των εθνικών επιδιώξεων παράγει αυτομάτως συνεκτική στρατηγική.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να διεκδικεί αυτονομία και ταυτόχρονα να διατηρεί όλους τους περιορισμούς που την καθιστούν ανέφικτη.
Η υποχώρησή της, πάντως, δεν είναι νομοτελειακή. Η ήπειρος διαθέτει μεγάλο οικονομικό και επιστημονικό δυναμικό, ισχυρή παραγωγική παράδοση, σημαντική διπλωματική επιρροή και θεσμούς που στηρίζουν τις δημοκρατικές ελευθερίες και την κοινωνική προστασία.
Αυτά τα πλεονεκτήματα παραμένουν πολύτιμα, αλλά δεν συνιστούν εγγύηση για το μέλλον.
Σε έναν κόσμο όπου η οικονομία, η τεχνολογία, η ενέργεια και η ασφάλεια είναι στενά συνδεδεμένες, η ευημερία χρειάζεται και την πολιτική ικανότητα να προστατευθεί.
Από αυτή την ικανότητα θα εξαρτηθεί κάτι περισσότερο από τη θέση της Ευρώπης στον διεθνή ανταγωνισμό.
Θα επηρεαστούν η ισορροπία μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων και οι προοπτικές μιας διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες.
Η ήπειρος που συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του σύγχρονου κόσμου καλείται σήμερα να αποδείξει ότι μπορεί ακόμη να διαμορφώνει το δικό της μέλλον.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν πλησιάζει το τέλος της Ευρώπης, αλλά αν η ίδια είναι έτοιμη να βάλει τέλος στις ψευδαισθήσεις της.
Να πάψει να θεωρεί την ασφάλεια δεδομένη, την ευημερία αυτονόητη και την πολιτική αδράνεια ανώδυνη.
Η παρακμή δεν θα προκύψει αναγκαστικά από την υπεροχή των ανταγωνιστών της.
Μπορεί να προκύψει από τη δική της επιμονή να αντιμετωπίζει μια ιστορική κρίση ισχύος ως ένα ακόμη πρόβλημα διαχείρισης.
Η Ευρώπη δεν είναι καταδικασμένη να παρακμάσει.
Το μέλλον της, όμως, θα κριθεί από όσα θα τολμήσει, ή θα αρνηθεί, να αποφασίσει για τον εαυτό της.




