ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
“You were given the choice between war and dishonour. You chose dishonour, and you will have war.”
Η φράση αποδίδεται στον Winston Churchill και συμπυκνώνει την κριτική του απέναντι στο Μόναχο του 1938.
Οι ιστορικές συνθήκες ασφαλώς είναι διαφορετικές. Η Τουρκία δεν είναι ναζιστική Γερμανία και η Διακήρυξη των Αθηνών δεν είναι το Σύμφωνο του Μονάχου.
Η αναλογία όμως βρίσκεται αλλού.
Στην επικίνδυνη σύγχυση της απουσίας σύγκρουσης με την ύπαρξη αποτροπής.
Η ειρήνη δεν είναι από μόνη της στρατηγική.
Και ασφαλώς το ερώτημα δεν είναι αν θέλουμε ειρήνη. Προφανώς και θέλουμε.
Το πραγματικό ερώτημα είναι:
◾Ειρήνη με ποιο κόστος;
◾Με ποια στρατηγική;
◾Με ποια ισχύ;
◾Και με ποιο εθνικό στρατηγικό αποτέλεσμα;
Ποιο είναι, τελικά, το εθνικό μας στρατηγικό δόγμα;
◾Η αποτροπή;
◾Η οικοδόμηση ισχύος;
◾Η διαχείριση της έντασης;
◾Ή απλώς η διατήρηση της ηρεμίας;
Και κυρίως:
Σε ποιο βαθμό αυτό που έχουμε επιλέξει επιτυγχάνεται;
«Ακούω» το επιχείρημα ότι η Διακήρυξη των Αθηνών ήταν μια τακτική κίνηση. Ότι μας έδωσε χρόνο για να ενισχύσουμε τις Ένοπλες Δυνάμεις, τις συμμαχίες και τη γεωστρατηγική μας θέση.
Εάν πράγματι αυτός ήταν ο σχεδιασμός, τότε οφείλουμε να μετρήσουμε το αποτέλεσμα.
Η Ελλάδα έχει προωθήσει ενεργειακές και ψηφιακές διασυνδέσεις, τον κάθετο ενεργειακό διάδρομο, το IMEC, το GREGY, τον Great Sea Interconnector και ένα ευρύτερο πλέγμα συνεργασιών στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια.
Όμως ας είμαστε ακριβείς.
Ένα υπογεγραμμένο μνημόνιο δεν είναι υποδομή.
◾Μια προγραμματισμένη διασύνδεση δεν είναι ενεργειακός διάδρομος.
◾Μια πολιτική δέσμευση δεν είναι αμοιβαία εξάρτηση.
◾Μια ανακοίνωση επενδυτικού σχεδίου δεν είναι στρατηγικό βάθος.
◾Και ένας σχεδιασμός δεν είναι ισχύς, μέχρι να γίνει πραγματικότητα.
◾Ο σχεδιασμός μπορεί να αλλάξει.
◾Οι συμφωνίες μπορεί να αλλάξουν.
◾Οι κυβερνήσεις μπορεί να αλλάξουν.
◾Τα συμφέροντα μπορεί να αλλάξουν.
Η στρατηγική ισχύς αρχίζει εκεί όπου η αλλαγή στάσης έχει κόστος.
Εκεί ακριβώς θέλω να σταθώ.
Δεν μπορώ να προσπερνώ τις ανησυχίες που εκφράζονται με το πρόσχημα ότι «δεν έχουν βάση» ή ότι αποτελούν μικροπολιτική όταν αφορούν τα εθνικά μας ζητήματα.
Και δεν θεωρώ σοβαρή απάντηση τη σύγκριση δύο πρωθυπουργικών θητειών.
◾Άλλες συνθήκες.
◾Άλλο διεθνές περιβάλλον.
◾Άλλη συγκυρία.
◾Άλλες προκλήσεις.
Το ζητούμενο είναι πολύ μεγαλύτερο:
◾Ποιο εθνικό στρατηγικό αποτέλεσμα επιδιώξαμε;
◾Το επιτύχαμε;
Όταν, μάλιστα, κορυφαία κυβερνητικά στελέχη εκφράζουν διαφορετικές αντιλήψεις για την εθνική στρατηγική, δεν μπορούμε να τις βαφτίζουμε απλώς «εσωκομματικές αντιπαραθέσεις».
Η διαφωνία πάνω στη στρατηγική δεν είναι υπονόμευση.
Είναι δημοκρατική απαίτηση.
Και στα εθνικά θέματα, η κριτική δεν είναι πολυτέλεια.
Είναι αναγκαιότητα.
Δεν αρκεί ότι δεν έγινε πόλεμος.
Δεν αρκεί ότι υπάρχουν ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας.
Δεν αρκεί ότι υπογράφουμε διακηρύξεις και μνημόνια.
Δεν αρκεί ότι ανακοινώνουμε διασυνδέσεις και επενδύσεις.
Όλα αυτά έχουν αξία μόνο όταν μετατρέπονται σε πραγματική, μετρήσιμη και δύσκολα αναστρέψιμη ισχύ.
Ποιός είπε πως η αποτροπή αποδεικνύεται όταν ο αντίπαλος δεν επιτίθεται;
Η αποτροπή αποδεικνύεται όταν ο αντίπαλος δεν τολμά να δημιουργήσει τετελεσμένο.
Όταν γνωρίζει ότι το κόστος θα είναι μεγαλύτερο από το όφελος.
Αυτό είναι το πραγματικό μήνυμα του Churchill.
Δεν πρέπει να αγοράζουμε την ειρήνη με την αυταπάτη ότι η υποχώρηση είναι αποτροπή.
Ναι, η ειρήνη είναι στόχος.
Όμως η αποτροπή είναι ο μηχανισμός που την προστατεύει. Και η ισχύς είναι η προϋπόθεση για να λειτουργήσει.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, η εθνική στρατηγική δεν κρίνεται από το πόσο ωραία περιγράφουμε τα σχέδιά μας. Κρίνεται από το αν, όταν έρθει η ώρα της κρίσης, ο άλλος έχει λόγο να φοβηθεί περισσότερο το κόστος της επιθετικής επιλογής του απ’ όσο εμείς φοβόμαστε το κόστος της δικής μας αντίδρασης.
Εκεί βρίσκεται η αποτροπή.
Εκεί, που όταν αφήσουμε τα αφηγήματα στην άκρη και μετρήσουμε το αποτέλεσμα, δεν είμαστε αναγκασμένοι να αντικρίσουμε την αποτυχία.




