ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
I said, Georgia, oh, Georgia
No peace I find (No peace I find)
Just an old, sweet song
Keeps Georgia on my mind
(Georgia on my mind, oh)
Ray Charles, Georgia on my mind (Written by Hoagy Carmichael and Stuart Gorrell)
Ο μητροπολίτης Σίο (Μουτζίρι), είναι πλέον ο νέος Καθολικός Πατριάρχης πάσης Γεωργίας Σίο Γ΄. Η ενθρόνιση του νεοεκλεγέντος προκαθημένου της Ορθοδόξου Εκκλησίας Γεωργίας έλαβε χώρα στις 12 Μαΐου στον αρχαίο καθεδρικό ναό Σβετιτσχοβέλι στην πόλη Μτσχέτα.
Των εκλογών προηγήθηκε μια έντονη εκστρατεία στα ΜΜΕ και στην κοινωνία εναντίον του Σίο, τον οποίο παρουσίαζαν ως «ρωσική μαριονέτα» και «δημιούργημα της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Η παρουσία στην αίθουσα ψηφοφορίας του Ρώσου επιχειρηματία γεωργιανής καταγωγής Λεβάν Βασάντζε, την οποία πρόσεξε το Ραδιόφωνο της Τιφλίδας, έδωσε αφορμή σε πολλούς παρατηρητές να μιλήσουν για την σχεδόν απροκάλυπτη «πίεση» υπέρ του Σίο από τη Ρωσία και ότι αυτό μάλλον θα περιπλέξει παρά θα διευκολύνει τη ζωή του νέου πατριάρχη.
Το θέμα πάντως είναι ότι, οι μέθοδοι που λειτουργούν σε μεγάλες διάσπαρτες κοινότητες, όπως η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία με τους 500 επισκόπους και το ρωσικό κοινωνικό σύνολο των 147 εκατομμυρίων ανθρώπων, δεν μπορούν να εφαρμοστούν απολύτως στους μικρούς λαούς του Καυκάσου και στις μικρές εκκλησίες, όπως η Ορθόδοξη Εκκλησία Γεωργίας με τους μόλις 39 επισκόπους.
Η νίκη στις εκλογές από μόνη της δεν αρκεί: απαιτείται η αποδοχή του υποψηφίου από την κοινωνία και τις ελίτ. Και αυτό είναι μια ξεχωριστή και επίπονη εργασία.
Οι 22 ψήφοι από τους 39 των μελών της Συνόδου που τελικά έλαβε ο Σίο, φυσικά και σημαίνουν πλειοψηφία.
Ωστόσο, λιγότεροι από τους μισούς εκ των γεωργιανών επισκόπων δεν υποστήριξε την υποψηφιότητα του Σίο.
Είναι λοιπόν σαφές ότι τώρα τόσο ο νέος Καθολικός, όσο και όσοι ψήφισαν εναντίον του θα πρέπει να βρουν μια κοινή γλώσσα, ένα modus vivendi.
Με άλλα λόγια: ο Σίο θα αναγκαστεί να αναζητήσει έναν τρόπο να επιδείξει πατριωτισμό και προσήλωση στα συμφέροντα της Εκκλησίας του, ενώ οι αντιπολιτευόμενοι θα πρέπει να αποδείξουν ότι είναι πρόθυμοι να εργαστούν από κοινού, προκειμένου να αποφύγουν τον κίνδυνο να «μην εκτροχιαστούν».
Είναι λογικό ότι η προοπτική ενός «ιδεολογικού σχίσματος» δεν ενθουσιάζει κανέναν στο Πατριαρχείο Γεωργίας: τα ποσοστά δημοφιλίας της Εκκλησίας έχουν «πέσει» σημαντικά μετά τον θάνατο του Ηλία Β’ και μόνο μια ενωμένη Εκκλησία θα μπορέσει να διατηρήσει μια συμπαγή κοινωνική βάση.
Έτσι, ο Πατριάρχης Σίο Γ΄ είναι, τρόπος του λέγειν, «καταδικασμένος» να αναζητά συμβιβασμούς και να αποδεικνύει την πίστη του στην γεωργιανή εθνική ιδέα, ενώ οι υποστηρικτές του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως θα αναγκαστούν να μετριάσουν τη ρητορική τους και να θέσουν ως «μη μου άπτου» θέματα, όπως η ανοιχτή κριτική εναντίον του Πατριάρχου Μόσχας και η αναγνώριση της Ορθοδόξου Εκκλησίας Ουκρανίας.
Κανένας από τους πολιτικά σημαντικούς παράγοντες της Γεωργίας δεν καταδίκασε δημοσίως την επιλογή των μελών της Συνόδου.
Όλες οι κριτικές περιορίστηκαν στα όρια των κοινωνικών δικτύων.
Η γενική κατευθυντήρια γραμμή της εποχής του μακαριστού Πατριάρχου Ηλία εξακολουθεί να ισχύει και οποιαδήποτε άμεση αντίδραση εναντίον του νυν πατριάρχη θα σημάνει το τέλος της πολιτικής καριέρας των επικριτών του.
Για αυτό όλοι οι «ηττημένοι» -δηλαδή όσοι προφανώς περίμεναν τη νίκη άλλου υποψηφίου- αντέδρασαν διακριτικά: συνεχάρησαν μεν αμέσως τον Πατριάρχη Σίο για την εκλογή του, αλλά ταυτόχρονα έθεσαν πολύ υψηλά κριτήρια, τα οποία, σύμφωνα με αυτούς, ο νέος πατριάρχης θα πρέπει οπωσδήποτε να πληροί (υπονοώντας ότι ο Σίο δύσκολα θα τα καταφέρει, αλλά παρ’ όλα αυτά του δίνουν την ευκαιρία να «αποδείξει τι αξίζει»).
Έτσι, ο «λαϊκός» υποψήφιος, ο μητροπολίτης Τσινβάλι και Νικόζης Ισαΐας (Τσαντουρία), ο πιο δημοφιλής υποψήφιος στην κοινωνία, που δεν μπόρεσε να λάβει μέρος στις εκλογές λόγω ελλείψεως πτυχίου θεολογίας, καθώς έβγαινε από τον καθεδρικό ναό της Αγίας Τριάδας δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι πιστεύει πως η κύρια προτεραιότητα για τον Πατριάρχη Γεωργίας Σίο θα είναι η «φροντίδα για τη Γεωργία» και ότι, σε αυτή την περίπτωση, ο πατριάρχης «δεν θα είναι μόνος σε αυτό το έργο» και «η Σύνοδος θα ευρίσκεται στο πλευρό του».
Η πρώην πρόεδρος της Γεωργίας Σαλώμη Ζουραμπισβίλι εξέφρασε την ελπίδα ότι ο Καθολικός θα υπερασπιστεί τους «φυλακισμένους της συνειδήσεως», δηλαδή τους πολιτικούς κρατούμενους.
Ο πρώην γραμματέας του Συμβουλίου Ασφαλείας, ένας από τους ηγέτες του αντιπολιτευόμενου Εθνικού Κινήματος, Γκίγκα Μποκερία, δήλωσε ότι η κληρονομιά του νέου Πατριάρχη θα κριθεί από το ποια κατεύθυνση θα επιλέξει:
«Θα υποστηρίξει τις θεμελιώδεις χριστιανικές αξίες, δηλαδή την προσωπική αξιοπρέπεια, την ελευθερία και την ευθύνη, την υπεροχή του νόμου και την ισότητα όλων των ανθρώπων ενώπιον του νόμου, την ανεξαρτησία της Εκκλησίας από οποιαδήποτε εξουσία και την αμετακίνητη ισχύ των εκκλησιαστικών κανόνων, ή, αντιθέτως, θα επιτρέψει στους εχθρούς της Γεωργίας να χρησιμοποιήσουν το όνομα της Ορθοδόξου Εκκλησίας για να επιτεθούν στις πολιτικές ελευθερίες, για να αποκόψουν τη Γεωργία από τον δυτικό πολιτισμό, για να αποδυναμώσουν τη χώρα…;»
Δεν είναι απολύτως σαφές το τι θα κάνει ο Σίο με όλες αυτές τις προσδοκίες που του παρουσιάστηκαν «με το καλημέρα».
Υπάρχει η άποψη ότι, ο νέος Καθολικός πιθανώς να βρεθεί σε κάποιο βαθμό πολιτικής και κοινωνικής απομονώσεως.
Αν και εκ των πραγμάτων είναι απίθανο να εμφανιστεί κάποιος που θα εκφραστεί εναντίον του πατριάρχη, όμως στην πράξη δεν θα υπάρχει πλέον εκείνος ο σεβασμός προς την προσωπικότητα του προκαθημένου της Εκκλησίας, όπως υπήρχε στην εποχή του Ηλία Β΄.
Και ένα σημαντικό μέρος της ενέργειας του Σίο Γ΄ τα επόμενα χρόνια θα δαπανηθεί για να σπάσει αυτό το τείχος, αν όχι διαμαρτυρίας, τουλάχιστον αδιαφορίας.
Φυσικά η παραπάνω άποψη αποτελεί μια απλή υπόθεση, ναι μεν ο μακαριστός Ηλίας ήταν δημοφιλής, εντούτοις η γεωργιανή κοινωνία έχει αλλάξει υπό την επίδραση εξωγενών παραγόντων – τόσο ex occidente, όσο και ex oriente, οι οποίοι θέτουν σε σοβαρή δοκιμασία τις αρχές που πρεσβεύει η Εκκλησία.
Συνεπώς δεν αξίζει να περιμένουμε από τον Πατριάρχη Σίο κάποια ιδιαίτερη «φίλο-μοσχοβίτικη πολιτική», καθώς ο Καθολικός βρίσκεται εξ αρχής σε τέτοια θέση, όπου κάθε του λέξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του και είναι αναγκασμένος να προσανατολίζεται όχι τόσο προς τους μακρινούς φίλους της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά προς το δικό του κλήρο και την πολιτική του τάξη, οι οποίοι σήμερα τηρούν μια εξαιρετικά αρνητική στάση απέναντι στη Μόσχα (η κυβέρνηση -λίγο λιγότερη, η αντιπολίτευση- λίγο περισσότερη).
Αυτή είναι γενικά η τρέχουσα λογική της εξελίξεως της Ορθοδοξίας στον μετασοβιετικό χώρο και θα ήταν παράξενο να υποθέσουμε ότι ο επικεφαλής της ανεξάρτητης Εκκλησίας Γεωργίας θα ακούσει την ηγεσία της Εκκλησίας της Ρωσίας περισσότερο από ότι, για παράδειγμα, ο επικεφαλής της Επισκοπής Κιέβου του Πατριαρχείου Μόσχας Ονούφριος (ο οποίος ως γνωστόν από το 2022 έχει διακόψει κάθε σχέση με το «κέντρο εξουσίας»).
Οι ουσιαστικές σχέσεις μεταξύ της Εκκλησίας Γεωργίας και Ρωσίας δεν πρόκειται να βελτιωθούν σημαντικά από τα αποτελέσματα των εκλογών, επειδή περιπλέκονται από τις υφιστάμενες αντικειμενικές διαφορές μεταξύ των δύο Εκκλησιών.
Για την Εκκλησία της Ρωσίας, η οποία εδώ και πολλά χρόνια αναζητά εναγωνίως τον τρόπου που θα την καταστήσει «παγκόσμιο δερβέναγα» της Ορθοδοξίας, κεντρική θέση κατέχει η αντιπαράθεση «Μόσχα-Κωνσταντινούπολη» και το γεγονός της μη αναγνωρίσεως της υπό τον Επιφάνιο κανονικής Εκκλησίας Ουκρανίας από την πλευρά της Τιφλίδας. Τα υπόλοιπα είναι λεπτομέρειες…
Για την Εκκλησία Γεωργίας το ουκρανικό ζήτημα είναι πρακτικά άσχετο. Σημαντικότερο για αυτήν είναι το καθεστώς των επισκοπών που έχει χάσει στο έδαφος της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας (περιοχή του Τσχινβάλ), καθώς και η αποκατάσταση της εδαφικής ακεραιότητας της Γεωργίας – αυτή είναι η μόνη ιδέα συναινέσεως της γεωργιανής κοινωνίας, εναντίον της οποίας κανένας Καθολικός δεν θα τολμήσει να αντιταχθεί.
Παράλληλα η επίσημη αναγνώριση αυτών των εδαφών, ως εδαφών της Εκκλησίας Γεωργίας αποτελεί στα μάτια της Μόσχας ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός και έναν σχεδόν άθλο για την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας, καθώς το ρωσικό κράτος έχει από καιρό αναγνωρίσει αυτές τις δημοκρατίες ως ανεξάρτητα κράτη.
Από την άλλη πλευρά, από εκκλησιαστική και κανονική άποψη, η κατάσταση μπορεί να παρομοιασθεί σαν να περπατάς πάνω στην κόψη του ξυραφιού, εφόσον η Αμπχαζία «δωρίσθηκε» στη Εκκλησία Γεωργίας από τον Στάλιν το 1943, ενώ, από την άλλη, το «δώρο» αυτό ουδέποτε αναγνωρίσθηκε συνοδικώς, απλώς για χάρη των σχέσεων με την Τιφλίδα για πολλά χρόνια κανείς δεν αναφερόταν σε αυτό το γεγονός.
Ωστόσο για την Εκκλησία Γεωργίας όλα αυτά θεωρούνται μάλλον υποκριτικά, καθώς, πρώτον, θεωρεί τα σύνορά της, που συμπίπτουν με τα σύνορα της πρώην Σοβιετικής Γεωργίας, αρχαία και αμετάβλητα και, δεύτερον, για το Πατριαρχείο Γεωργίας το δικαίωμά της σε αυτά τα εδάφη θα γίνει πράξη μόνο όταν ο γεωργιανός κλήρος θα τελεί εκεί τη λειτουργία στη γεωργιανή γλώσσα, κάτι που στην τρέχουσα κατάσταση είναι ανέφικτο.
Το Πατριαρχείο Μόσχας θεωρεί ότι πράττει το μέγιστο δυνατόν μη τοποθετώντας επισκόπους στο Σουχούμι και στο Τσχινβάλι και μη αναγνωρίζοντας την αυτοκεφαλία της Εκκλησίας Αμπχαζίας, ενώ από την πλευρά της η Εκκλησία Γεωργίας θεωρεί ότι αυτό είναι ένα ασυγχώρητο ελάχιστο.
Στο μεταξύ το Πατριαρχείο Μόσχας φαίνεται να μην έχει καμία ανάγκη από νέες επισκοπές στον Καύκασο, όμως για την Τιφλίδα αυτές οι επισκοπές αποτελούν ένα «υπαρξιακό ζήτημα» και μια «αιμορραγούσα πληγή».
Και μιας και από τη δεκαετία του 1990 δεν διεξάγεται ανοιχτός διάλογος για όλα τα προαναφερθέντα ζητήματα, δεν θα πρέπει να περιμένουμε ότι θα προκύψει από το πουθενά μια συναίνεση για το ζήτημα της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας.
Μάλλον αυτό που θα προκύψει θα είναι η διεύρυνση του χάσματος στις σχέσεις των δυο Εκκλησιών.
Αυτό και άλλα πολλά είναι οι θλιβερές συνέπειες της προσδέσεως των Εκκλησιών στο άρμα των πολιτικών συμφερόντων…



