ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
«Εκλογική Δημοκρατία: Το πολίτευμα όπου η εξουσία ασκείται μέσω εκπροσώπων που εκλέγονται περιοδικά (αντιπροσωπευτικό σύστημα). Εστιάζει στη νομιμοποίηση μέσω της ψήφου».
«Πραγματική – Ουσιαστική Δημοκρατία: Επιδιώκει την ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων, τη διαφάνεια, τον έλεγχο των εξουσιών και την ισότητα».
«Η εκλογική δημοκρατία επικεντρώνεται στη διαδικασία ανάδειξης αντιπροσώπων μέσω εκλογών (αντιπροσωπευτική δημοκρατία), ενώ η “πραγματική” ή ουσιαστική δημοκρατία απαιτεί ενεργό συμμετοχή των πολιτών, διαφάνεια, λογοδοσία και προστασία δικαιωμάτων πέρα από την κάλπη.
»Στην Ελλάδα, η κρίση εμπιστοσύνης αναδεικνύει το αίτημα για ενίσχυση της ποιότητας των θεσμών».
Η απογείωση της κρίσης εμπιστοσύνης στην πολιτική, στους «εκπροσώπους» και στους θεσμούς, είναι εμφανής και δεν εκφράζεται μόνο στις δημοσκοπήσεις ή, έμπρακτα, με την εμφατική αποχή από τις εκλογικές διαδικασίες.
Δηλώνεται, επίσης έμπρακτα, και από τις ποικίλες επιλογές υπερψήφισης πολιτικών προσώπων και κομμάτων που κάποτε μόνο για διακωμώδηση, στις επιθεωρήσεις, θα προσφέρονταν.
Το ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι, σε επίπεδο «εκπροσώπων», αυτό το κατάντημα αφορά ολόκληρο το πολιτικό φάσμα.
Τα δε ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτής της απόρριψης είναι ακόμα πιο επώδυνα αφού η αποδοκιμασία προέρχεται, κατά κύριο λόγο, από τις νεώτερες γενιές, αυτές που βιώνουν με δραματικό τρόπο τα οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα που δημιούργησε ή που προσπερνά αδιάφορη και απομονωμένη από την πραγματικότητα η, συχνά οικογενειακή, «νομενκλατούρα» της «εκπροσώπησης».
Σε τελική ανάλυση η όποια «νομιμοποίηση» του συστήματος προέρχεται, κυρίως, από τους «απόμαχους» της τρίτης ηλικίας οι οποίοι σε γενικές γραμμές δεν έχουμε τις αγωνίες και τα άγχη των παραγωγικών ηλικιών και επιπλέον κουβαλάμε τις μνήμες, τις φοβίες και τις εμπάθειες του παρελθόντος.
Στις φοβίες και στις εμπάθειες άλλωστε στοχεύει και η προπαγάνδα του συστήματος προβάλλοντας τον, υποτιθέμενο, κίνδυνο ανύπαρκτων ή, υπαρκτών μεν αλλά παντελώς αδύναμων, «βαρβάρων».
Αυτό που στην ουσία τρέμει το σύστημα είναι η αποκαθήλωση των «βαρβάρων» από το φαντασιακό της κοινωνίας γιατί τότε θα αποκαλυφθεί ότι «ο βασιλιάς είναι γυμνός».
Με απλά λόγια, δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα ούτε να γίνει ο Κουτσούμπας (ή η Κωνσταντοπούλου) Πρωθυπουργός ούτε να μείνει η χώρα δίχως κυβέρνηση.
Η «προσομοίωση Δημοκρατίας» θα επιβιώσει σε κάθε περίπτωση.
Χωρίς την Κωνσταντοπούλου αλλά πιθανώς με διακομματική λύση. Ίσως η λύση αυτή αποτελέσει ένα βήμα προς την «κάθαρση».
Όμως το σημαντικό είναι να ξεκινήσει η αντίστροφη πορεία.
Η πορεία από την «προσομοίωση» στην πραγματική-ουσιαστική δημοκρατία.
Σε ένα κοινοβουλευτικό πολιτικό σύστημα που οι θεσμοί θα λειτουργούν πραγματικά, όχι φαινομενικά.
Στο οποίο η διάκριση των εξουσιών θα είναι ουσιαστική, όχι τυπική.
Σε μια Δημοκρατία όπου η Βουλή δεν θα είναι απονευρωμένη και ανούσια σαν τον θεσμό της Προεδρίας της Δημοκρατίας.
Σε μια Εκτελεστική Εξουσία της οποίας ο επικεφαλής Πρωθυπουργός δεν θα είναι Καίσαρας ούτε θα αισθάνεται ή θα συμπεριφέρεται ως τέτοιος.
Ιδιαίτερα όταν η πολιτική νομιμοποίησή του, προερχόμενη από μια εκκωφαντική αποχή των πολιτών, αντιστοιχεί στο 21,8% του εκλογικού σώματος.
Σε μια Δικαιοσύνη η οποία δεν θα είναι μόνο ανεξάρτητη αλλά και θα φαίνεται αδέσμευτη από πολιτικές ή άλλες εξαρτήσεις.
Τέλος σε μια Δημοκρατία στην οποία τα ΜΜΕ θα πάψουν να αποτελούν όργανα αντιδημοκρατικής εξουσίας οικονομικών συμφερόντων.
Στα πλαίσια αυτά, μια άλλη «προσομοίωση» θα μπορούσε να φανεί πολύτιμη.
Η προσομοίωση των πολιτικών με τους πολίτες. Για την ακρίβεια η προσομοίωση, έστω και προσωρινή, των συνθηκών διαβίωσης των πολιτικών με εκείνη των πολιτών τους οποίους, υποτίθεται, εκπροσωπούν.
Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν, για ένα σύντομο διάστημα οι πολικοί αναγκάζονταν να ζήσουν με τα μέσα και τους πόρους που καλείται να επιβιώσει ένας οικογενειάρχης στο Αιγάλεω, στον Ταύρο, στην Καλλιθέα, στην Καισαριανή, στου Ζωγράφου, στη Νέα Ιωνία.
Αν, για παράδειγμα, οι πολιτικοί, συμπεριλαμβανομένου του Πρωθυπουργού και των Υπουργών, αναγκάζονταν να ζήσουν με τις οικογένειες τους σε μία από αυτές τις περιοχές, για μία μόνο εβδομάδα, σε σπίτια 70-100 τ.μ..
Διαθέτοντας το ένα τέταρτο του μηνιαίου εισοδήματος μιας λαϊκής οικογένειας, δηλαδή 500-700€ και φυσικά με την υποχρέωση να καλύψουν και τις αντίστοιχες δαπάνες(ενοίκιο, κοινόχρηστα, θέρμανση, ρεύμα, κ.λπ.). Διαθέτοντας ένα αυτοκίνητο, φυσικά όχι το βουλευτικό, το οποίο θα οδηγούν και θα παρκάρουν, αν βρουν, οι ίδιοι, όχι οι αστυνομικοί οδηγοί-«κλητήρες» που έχουν στην υπηρεσία τους.
Μια κανονική και πλήρης προσομοίωση δηλαδή της διαβίωσης μιας οικογένειας κοινών θνητών και όχι «προυχόντων», συχνά κληρονομικών δηλαδή εκ γενετής.
Είναι αμφίβολο αν κάποιος «εκπρόσωπος» του λαού θα υπέβαλε την παραίτησή του από ντροπή.
Είναι πιθανόν βέβαια να μετριαζόταν η οίηση που συνοδεύει τα πιο «κενά κελύφη».
Είναι αμφίβολο αν μετά θα έκαναν κάτι για να αλλάξει η κατάσταση.
Αλλά ένα πράγμα είναι σίγουρο. Η εκ περιτροπής εβδομαδιαία απουσία 6 μελών του «θιάσου» δεν πρόκειται να κοστίσει στους πολίτες απολύτως τίποτα.




