ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Στις 28 Ιουνίου 2026, το ισραηλινό υπουργικό συμβούλιο υιοθέτησε ομόφωνα ψήφισμα για την επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων του 1915 από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η επίσημη αυτή αναγνώριση ερμηνεύθηκε ευρέως ως διπλωματικό πλήγμα προς την Άγκυρα, έπειτα από χρόνια κλιμακούμενης επιδείνωσης των διμερών σχέσεων.
Ωστόσο, η απόδοση αυτής της κίνησης αποκλειστικά στη σκληρή ρητορική της Τουρκίας για τον πρόσφατο πόλεμο στη Γάζα παραβλέπει την ευρύτερη δομική ανακατάταξη στη Μέση Ανατολή.
Η σχέση που συνέδεε άλλοτε τις δύο χώρες δεν έχει απλώς διαβρωθεί· παραχωρεί σταδιακά τη θέση της σε έναν διαρκή στρατηγικό ανταγωνισμό στη Μεσόγειο.
Μετά τον πόλεμο του 2026 με το Ιράν, το τοπίο των απειλών στη Μέση Ανατολή έχει μεταβληθεί.
Μια νέα ρητορική συναίνεση έχει επικρατήσει στο ισραηλινό καθεστώς ασφαλείας, όπως αποτυπώνεται στη δήλωση του Ναφτάλι Μπένετ: «Η Τουρκία είναι το νέο Ιράν».
Τροφοδοτούμενη από την ανησυχία των Ισραηλινών αναλυτών για την αυξανόμενη επιρροή της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και από μια ενδεχόμενη αμυντική συμφωνία μεταξύ Τουρκίας και Γαλλίας, η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του Ισραήλ προβληματίζεται έντονα για τις μακροπρόθεσμες στρατηγικές προθέσεις της Άγκυρας.
Ωστόσο, το να υιοθετήσει το Ισραήλ πλήρως αυτή τη ρητορική αντιμετωπίζοντας την Άγκυρα όπως την Τεχεράνη εγκυμονεί τον κίνδυνο ενός σοβαρού στρατηγικού υπολογισμού για το Τελ Αβίβ.
Μια άμεση στρατιωτική αναμέτρηση φαντάζει προς το παρόν αδιανόητη, καθώς οι δύο αυτούς περιφερειακοί στρατιωτικοί γίγαντες εμπλέκονται αντ’ αυτού σε έναν ολοένα και πιο συστημικό, πρωτίστως μη πολεμικό στρατηγικό ανταγωνισμό στη λεκάνη της Μεσογείου.
Για δεκαετίες, η αμυντική στρατηγική του Ισραήλ βασιζόταν στην αντιμετώπιση δικτύων εντολοδόχων (proxies) και διεθνώς απομονωμένων κρατών-παριών.
Η ανάσχεση της Τουρκίας απαιτεί έναν εντελώς διαφορετικό στρατηγικό σχεδιασμό.
Η Άγκυρα δεν είναι ένα απομονωμένο κράτος αντιμέτωπο με διεθνή εμπάργκο· είναι μέλος του ΝΑΤΟ με ισχυρή βιομηχανική βάση και τον δεύτερο μεγαλύτερο τακτικό στρατό στη Συμμαχία.
Με τις τουρκικές αμυντικές βιομηχανίες, όπως η Roketsan και η Aselsan, να υπογράφουν συμφωνίες στο πλαίσιο του Φόρουμ Αμυντικής Βιομηχανίας του ΝΑΤΟ, η Τουρκία εδραιώνει τη θέση της ως προμηθευτής αμυντικού υλικού προς δυτικούς εταίρους.
Η αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας αναπτύσσεται ραγδαία, με την εγχώρια ανάπτυξη υπερηχητικών πυραύλων, συμβατικών συστημάτων και πολυεπίπεδων αμυντικών αρχιτεκτονικών που προσανατολίζονται όλο και περισσότερο σε συμβατικό πόλεμο υψηλής τεχνολογίας.
Μια άμεση πολεμική σύγκρουση θα μπορούσε να διασαλεύσει τη συνοχή του ΝΑΤΟ και την ευρύτερη αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μεσογείου.
Το Τελ Αβίβ δεν παρακολουθεί παθητικά τη βιομηχανική και στρατιωτική ανέλιξη της Άγκυρας, αλλά εφαρμόζει ήδη μια στρατηγική περιορισμού της περιφερειακής της επιρροής.
Η επίσημη υπογραφή του ολοκληρωμένου τριμερούς Κοινού Σχεδίου Δράσης στη Λευκωσία μεταξύ Ισραήλ, Ελλάδας και Κύπρου εμβαθύνει τον αμυντικό συντονισμό, με κύριο στόχο τη διασφάλιση της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως αναφέρεται ρητά στις επίσημες ανακοινώσεις των τριών κρατών.
Η πλέον ορατή εκδήλωση αυτού του τριμερούς άξονα αποτυπώνεται ήδη στις υψηλής έντασης αεροναυτικές ασκήσεις στο Αιγαίο Πέλαγος και γύρω από την Κρήτη.
Στο πλαίσιο της «Ατζέντας 2030», η Ελλάδα ενέκρινε την αγορά του συστήματος πολλαπλής εκτόξευσης πυραύλων PULS από το Ισραήλ.
Αυτή η επίδειξη στρατιωτικής συνεργασίας λαμβάνει χώρα σε άμεση γειτνίαση με τις τουρκικές ακτές, όπου ισραηλινά ιπτάμενα δεξαμενόπλοια ανεφοδιάζουν ελληνικά F-16 και πραγματοποιούν ασκήσεις αναγκαστικής προσγείωσης σε κυπριακές βάσεις, στο πλαίσιο ευρύτερων σχεδιασμών διαλειτουργικότητας και εκτάκτων αναγκών.
Η πλέον πρόσφατη εξέλιξη που έχει προκαλέσει ιδιαίτερη αίσθηση στους ισραηλινούς στρατηγικούς κύκλους είναι η αυξανόμενη δεκτικότητα της Γαλλίας ως προς την ενσωμάτωση του αντιαεροπορικού συστήματος SAMP/T στη σχεδιαζόμενη εγχώρια αντιπυραυλική ομπρέλα της Τουρκίας, τον «Χάλυβδινο Θόλο» (Steel Dome).
Για χρόνια, το Παρίσι δίσταζε να πωλήσει αυτό το προηγμένο γαλλοϊταλικό σύστημα, κυρίως λόγω της τουρκικής αναθεωρητικότητας στη θάλασσα.
Ωστόσο, η γαλλική πλευρά έχει πλέον στείλει σήμα ετοιμότητας για την προώθηση των συνομιλιών μεταφοράς τεχνολογίας και συμπαραγωγής με την κυβέρνηση του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο πλαίσιο της ετήσιας Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα.
Επιπλέον, ορισμένοι αξιωματούχοι αφήνουν να εννοηθεί ότι υπάρχει πιθανή βούληση των ΗΠΑ να διαδραματίσουν ρόλο στην αμυντική αρχιτεκτονική της Τουρκίας μέσω της πώλησης μαχητικών αεροσκαφών F-35 – μια προοπτική που αναμένεται να συναντήσει τη σθεναρή αντίδραση του Ισραήλ.
Αυτή η μετατόπιση αποτελεί μια στρατηγική προσγείωση στην πραγματικότητα για την Ιερουσαλήμ.
Το γεγονός ότι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις εμφανίζονται διατεθειμένες να μοιραστούν τεχνολογία πολυεπίπεδης βαλλιστικής άμυνας με την Τουρκία υποδηλώνει ότι η Άγκυρα διαθέτει θεσμική νομιμοποίηση και δομικό βάρος που το Ισραήλ δεν μπορεί να εξουδετερώσει εύκολα μέσω διπλωματικών πιέσεων.
Η διασύνδεση της Δύσης με την Τουρκία σε στρατηγικό επίπεδο περίπλέκει τους ισραηλινούς σχεδιασμούς.
Με αυτά τα δεδομένα στον ορίζοντα, μια απευθείας στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας φαντάζει απίθανη.
Η αντιπαράθεση διεξάγεται στο παρασκήνιο της διπλωματίας, των εξοπλιστικών προγραμμάτων και των ανταγωνιστικών θαλάσσιων συμμαχιών.
Στο παρελθόν, η Τουρκία επιχειρούσε να αντιμετωπίσει το Ισραήλ παρέχοντας πολιτική κάλυψη στην ηγεσία της Χαμάς, απονέμοντας ιθαγένεια σε ανώτατα στελέχη της και φιλοξενώντας τα επιχειρησιακά της στρατηγεία.
Τώρα φαίνεται να ενισχύει την αποτρεπτική της ισχύ έναντι του Ισραήλ αναβαθμίζοντας τον αμυντικό της τομέα μέσω εγχώριας παραγωγής και επιδιώκοντας δυτικές συμμαχίες.
Η ομόφωνη αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων του 1915 από το Ισραήλ σηματοδοτεί την απαρχή μιας διπλωματικής εκστρατείας κατά της Τουρκίας.
Εντούτοις, η χρήση της ιστορικής αναγνώρισης ως διπλωματικού εργαλείου αναδεικνύει την εμφανή ένταση στο θέατρο αυτού του Ψυχρού Πολέμου.
Η συγκεκριμένη απόφαση του ισραηλινού υπουργικού συμβουλίου βρίσκεται σε έντονη ανακολουθία με τη γεωπολιτική ευθυγράμμιση της χώρας στον Νότιο Καύκασο.
Το Ισραήλ παραμένει ο κύριος προμηθευτής όπλων του Μπακού (69%), παρέχοντας εξοπλισμό που χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης που οδήγησε στον εκτοπισμό των Αρμενίων από το Ναγκόρνο-Καραμπάχ.
Αυτή η παράδοξη στάση υποδηλώνει ότι το Αρμενικό Ζήτημα εργαλειοποιείται, τουλάχιστον εν μέρει, στη βάση στρατηγικών σκοπιμοτήτων και όχι αμιγώς ηθικών κριτηρίων, σε ένα περιβάλλον όπου η άμεση στρατιωτική σύγκρουση καθίσταται εξαιρετικά ασύμφορη.
Καθώς η κατακάθεται ο κονιορτός από τον πόλεμο του Ιράν, το διαμορφούμενο στρατηγικό περιβάλλον παρασύρει τα δύο κράτη σε μια διαμάχη περιφερειακών βέτο, στρατηγικών παραδόξων και τεχνολογικής υπεροχής.
Τόσο η Άγκυρα όσο και το Τελ Αβίβ αντιλαμβάνονται ότι μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση θα συνεπαγόταν τεράστιο κόστος και για τις δύο πλευρές.
Αντ’ αυτού, αναμετρώνται σε σύγχρονα, μη πολεμικά μέτωπα.
Πρόκειται για έναν υπολογισμένο ανταγωνισμό όπου ο στόχος δεν είναι η στρατιωτική ήττα του αντιπάλου, αλλά η δομική ανάσχεση των φιλοδοξιών του και η επικράτηση στον περιφερειακό χάρτη.
Αυτή φαίνεται να είναι η νέα πραγματικότητα στη Μεσόγειο: ένας ψυχρός πόλεμος που γεννήθηκε από τη διαπίστωση ότι μια άμεση πολεμική αναμέτρηση θα επέβαλλε τίμημα που καμία πλευρά δεν είναι διατεθειμένη να αναλάβει.






