ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Το Κογκρέσο ψήφισε υπέρ του τερματισμού του πολέμου με το Ιράν, όμως ο Τραμπ έχει τη δυνατότητα να ασκήσει βέτο, ενώ ο Λευκός Οίκος διατείνεται, σε κάθε περίπτωση, ότι η απόφαση είναι αντισυνταγματική. Ακολουθεί μια ανάλυση για το τι ακριβώς συνεπάγεται η συγκεκριμένη ψηφοφορία και γιατί, παρά τα εμπόδια, διατηρεί τη σημασία της.
Η Βουλή των Αντιπροσώπων προχώρησε σε μια ιστορική ψηφοφορία το βράδυ της Τετάρτης 03/06, αξιώνοντας και επίσημα από τον Πρόεδρο Τραμπ τον τερματισμό των στρατιωτικών εχθροπραξιών με το Ιράν.
Ήταν η πρώτη φορά που ένα από τα δύο νομοθετικά σώματα προέβη σε μια τέτοια ενέργεια από την έναρξη του πολέμου, πριν από τρεις και πλέον μήνες.
Τέσσερις Ρεπουμπλικάνοι διαφοροποιήθηκαν από την κομματική τους γραμμή για να καταστεί δυνατή αυτή η εξέλιξη.
Ωστόσο, η πρωτοβουλία αυτή είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα πέσει στο κενό.
Ακολουθούν οι λόγοι της διαφαινόμενης εμπλοκής, αλλά και οι αιτίες για τις οποίες το γεγονός παραμένει βαρύνουσας σημασίας.
Τι συνέβη στην πραγματικότητα;
Μια διακομματική πλειοψηφία στη ελεγχόμενη από τους Ρεπουμπλικάνους Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε την Τετάρτη 03/06 υπέρ του τερματισμού του πολέμου με το Ιράν.
Η κίνηση αυτή αποτελεί την πλέον σαφή αποδοκιμασία, μέχρι σήμερα, των χειρισμών του Προέδρου Τραμπ στη σύγκρουση, καθώς και των επακόλουθων οικονομικών επιπτώσεων.
Το ψήφισμα για τις πολεμικές εξουσίες εγκρίθηκε με 215 ψήφους υπέρ έναντι 208 κατά, με τέσσερις Ρεπουμπλικάνους να συντάσσονται με τους Δημοκρατικούς.
Οι τέσσερις Ρεπουμπλικάνοι που διαφοροποιήθηκαν -οι Τόμας Μάσι, Μπράιαν Φιτζπάτρικ, Τομ Μπάρετ και Γουόρεν Ντέιβιντσον– επικαλέστηκαν συνταγματικούς προβληματισμούς σχετικά με τη διεξαγωγή ενός πολέμου χωρίς τη σχετική εξουσιοδότηση του Κογκρέσου.
Ο Μάσι δήλωσε μετά την ψηφοφορία: «Ο κόσμος έχει κουραστεί από αυτό. Κουράστηκαν να πληρώνουν 5 δολάρια το γαλόνι για τη βενζίνη και 6 δολάρια για το πετρέλαιο κίνησης, καθώς και για τα λιπάσματα που δεν έχουμε πλέον την οικονομική δυνατότητα να ρίξουμε στα χωράφια μας στο Κεντάκι».
Αυτή δεν ήταν η πρώτη προσπάθεια. Το ψήφισμα είχε αρχικά προγραμματιστεί να τεθεί σε ψηφοφορία πριν από δύο εβδομάδες, όμως η ηγεσία των Ρεπουμπλικάνων έστειλε εσπευσμένα τους βουλευτές στα σπίτια τους για τη διακοπή της Ημέρας Μνήμης (Memorial Day), όταν διαπιστώθηκε ότι το μέτρο, το οποίο στηριζόταν κυρίως από τους Δημοκρατικούς, διέθετε επαρκείς ρεπουμπλικανικές ψήφους για να εγκριθεί.
Ο Πρόεδρος της Βουλής, Μάικ Τζόνσον, προσπάθησε να ροκανίσει τον χρόνο. Δεν τα κατάφερε.
Τι είναι ο Νόμος περί Πολεμικών Εξουσιών και γιατί έχει σημασία εδώ;
Το Ψήφισμα για τις Πολεμικές Εξουσίες του 1973 θεσπίστηκε στον απόηχο του Πολέμου του Βιετνάμ, ειδικά για να εμποδίζει τους προέδρους να διεξάγουν πολέμους αορίστου χρόνου χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου.
Βάσει του Συντάγματος, μόνο το Κογκρέσο μπορεί να κηρύξει επίσημα τον πόλεμο, ωστόσο οι σύγχρονοι πρόεδροι ενεργούν εδώ και καιρό μονομερώς, προκαλώντας το Κογκρέσο να τους σταματήσει.
Σύμφωνα με τον Νόμο περί Πολεμικών Εξουσιών του 1973, ο πρόεδρος οφείλει εντός 60 ημερών να τερματίσει τις εχθροπραξίες εάν δεν υπάρχει εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο, με δυνατότητα παράτασης 30 ημερών.
Ο ίδιος νόμος παρέχει στο Κογκρέσο τη δυνατότητα να τερματίσει τις εχθροπραξίες ψηφίζοντας σχετική απόφαση, η οποία όμως υπόκειται σε προεδρικό βέτο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ξεκίνησαν τη στρατιωτική τους επιχείρηση εναντίον του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026, εξοντώνοντας τον Ανώτατο Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ κατά τις πρώτες ώρες της σύγκρουσης.
Ο Τραμπ δεν επεδίωξε ποτέ την εξουσιοδότηση του Κογκρέσου. Έχει περιγράψει κατά καιρούς την εκστρατεία ως μια «αψιμαχία» και ως μια «βραχυπρόθεσμη επιχείρηση».
Τι ορίζει η επόμενη μέρα και πού υπεισέρχεται το βέτο;
Στο σημείο αυτό η κατάσταση περιπλέκεται, καθώς αυτή τη στιγμή κινούνται στο Κογκρέσο δύο διαφορετικοί τύποι ψηφισμάτων για τις πολεμικές εξουσίες, οι οποίοι λειτουργούν με εντελώς διαφορετικό τρόπο.
Η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε αυτό που ονομάζεται «συντρέχον ψήφισμα» (concurrent resolution), ένα μέτρο το οποίο, βάσει του αρχικού Νόμου περί Πολεμικών Εξουσιών, δεν απαιτεί την υπογραφή του προέδρου για να τεθεί σε ισχύ.
Ωστόσο, ο Λευκός Οίκος αμφισβητεί ήδη αυτή τη διαδικασία.
Η αμερικανική προεδρία δήλωσε ότι το ψήφισμα «δεν θα φτάσει ποτέ» στο γραφείο του Τραμπ, χαρακτηρίζοντας τα συντρέχοντα ψηφίσματα «αντισυνταγματικά».
Η κυβέρνηση επικαλείται απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1983, η οποία έκρινε αντισυνταγματικό τον μηχανισμό του νομοθετικού βέτο.
Η Γερουσία, από την πλευρά της, επεξεργάζεται ένα «κοινό ψήφισμα» (joint resolution), μια εντελώς διαφορετική περίπτωση.
Η Γερουσία ενέκρινε ένα ψήφισμα για τις πολεμικές εξουσίες με ψήφους 55 έναντι 45, με οκτώ Ρεπουμπλικάνους να συντάσσονται με το σύνολο των Δημοκρατικών.
Το συγκεκριμένο ψήφισμα δίνει εντολή για την απομάκρυνση των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ από τις εχθροπραξίες εντός 30 ημερών, εκτός εάν το Κογκρέσο εξουσιοδοτήσει τη σύγκρουση, αναμένεται όμως να αντιμετωπίσει το βέτο του προέδρου.
Η ανατροπή αυτού του βέτο θα απαιτούσε πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα, ένα όριο που επί του παρόντος φαντάζει εντελώς ανέφικτο.
Η κυβέρνηση διαθέτει επίσης μια τρίτη γραμμή άμυνας: ισχυρίζεται ότι ο πόλεμος έχει ήδη τελειώσει. Ο Λευκός Οίκος ανέφερε σε επίσημη δήλωση κυβερνητικής πολιτικής: «Οι εχθροπραξίες που ξεκίνησαν στις 28 Φεβρουαρίου 2026 τερματίστηκαν με την κατάπαυση του πυρός που διέταξε ο Πρόεδρος στις 7 Απριλίου 2026».
Λίγη σημασία έχει βέβαια το γεγονός ότι το Ιράν και οι ΗΠΑ αντάλλαξαν νέα πλήγματα στον Περσικό Κόλπο μόλις λίγες ώρες πριν από την ψηφοφορία της Τετάρτης στη Βουλή.
Ποιο είναι λοιπόν το νόημα;
Ιδιαίτερα σημαντικό, σύμφωνα με όσους πίεσαν για τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας.
Πρώτον, υπάρχει το πολιτικό μήνυμα. Ο Υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, προειδοποίησε σε ακρόαση της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής ότι οι Ιρανοί θα ερμηνεύσουν την έγκριση του ψηφίσματος ως ένδειξη ότι τα χέρια της κυβέρνησης «θα είναι δεμένα» και, ως εκ τούτου, θα έχουν μικρότερο κίνητρο για την επίτευξη συμφωνίας.
Το γεγονός ότι η κυβέρνηση ανησυχεί αρκετά ώστε να προβάλει αυτό το επιχείρημα υποδηλώνει ότι η ψήφος έχει πραγματικό βάρος.
Δεύτερον, υπάρχει η δυναμική που δημιουργείται. «Πλησιάζουμε όλο και περισσότερο στο να ανακηρύξουν και τα δύο σώματα του Κογκρέσου αυτόν τον πόλεμο παράνομο. Αυτό είναι τεράστιο», δήλωσε ο βουλευτής των Δημοκρατικών από την Καλιφόρνια, Τζάρεντ Χάφμαν. «Αυτό που έκανε [ο πρόεδρος] γίνεται όλο και πιο μη βιώσιμο».
Τρίτον, καταγράφεται η στάση των βουλευτών στην Ιστορία. Κάθε Ρεπουμπλικάνος που καταψήφισε το ψήφισμα εμφανίζεται πλέον επίσημα να στηρίζει έναν πόλεμο που οι ψηφοφόροι του αρχίζουν να αποστρέφονται, σε μια περίοδο που η βενζίνη αγγίζει τα 5 δολάρια, η παγκόσμια οικονομία κλυδωνίζεται και δεν υπάρχει σαφής στρατηγική εξόδου.
Το ψήφισμα οδεύει τώρα προς τη Γερουσία, όπου τέσσερις Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές συμπαρατάχθηκαν τον περασμένο μήνα με τους Δημοκρατικούς για την προώθηση ενός παρόμοιου μέτρου.
Η τελική ψηφοφορία στη Γερουσία δεν έχει ακόμη προγραμματιστεί.
Το Κογκρέσο δεν πρόκειται να σταματήσει αυτόν τον πόλεμο μέσω της νομοθετικής οδού, τουλάχιστον όχι άμεσα.
Ο Τραμπ θα ασκήσει βέτο σε οποιοδήποτε δεσμευτικό ψήφισμα φτάσει στο γραφείο του, και δεν υπάρχουν επαρκείς ψήφοι για την ανατροπή του.
Ωστόσο, η ψηφοφορία στη Βουλή των Αντιπροσώπων επιτυγχάνει κάτι άλλο: διαμορφώνει ένα πολιτικό δεδικασμένο, πιέζει τους αναποφάσιστους Ρεπουμπλικάνους και στέλνει μήνυμα στους διαπραγματευτές του Ιράν ότι η στήριξη της αμερικανικής κοινής γνώμης και του Κογκρέσου προς τη σύγκρουση φθίνει.
Στην Ουάσιγκτον, μερικές φορές, έτσι ακριβώς ασκείται η πραγματική πίεση.






