ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Το Υπουργείο Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών αποκάλυψε ένα από τα σημαντικότερα πακέτα κυρώσεων των τελευταίων ετών με στόχο πολιτικά, πετρελαϊκά και παραστρατιωτικά δίκτυα που συνδέονται με το Ιράκ.
Η Ουάσιγκτον κατηγορεί ανώτερους Ιρακινούς αξιωματούχους και ένοπλες φατρίες που υποστηρίζονται από το Ιράν, ότι εκμεταλλεύονται τον πετρελαϊκό τομέα του Ιράκ για να χρηματοδοτήσουν την περιφερειακή επιρροή της Τεχεράνης και τις επιχειρήσεις μαχητών.
Σε μια εκτενή ανακοίνωση που εκδόθηκε την Πέμπτη 07/05, το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) του Υπουργείου Οικονομικών επέβαλε κυρώσεις στον Ιρακινό Υφυπουργό Πετρελαίου, Άλι Μααρίτζ Αλ-Μπαχάντλι, καθώς και σε ηγετικά στελέχη και εμπορικά δίκτυα που συνδέονται με τις υποστηριζόμενες από το Ιράν πολιτοφυλακές Ασαΐμπ Αχλ Αλ-Χακ (AAH) και Κατάιμπ Σαγίντ Αλ-Σουχάντα (KSS).
Τα μέτρα αυτά αποτελούν μέρος της διευρυνόμενης στρατηγικής «Οικονομικής Οργής» (Economic Fury) της κυβέρνησης Τραμπ, μιας ανανεωμένης εκστρατείας μέγιστης πίεσης που αποσκοπεί στην εξάρθρωση των χρηματοπιστωτικών υποδομών του Ιράν, του συστήματος περιφερειακών αντιπροσώπων του και των μηχανισμών παράκαμψης κυρώσεων.
Η ενέργεια αυτή σηματοδοτεί μια σημαντική κλιμάκωση στην προσέγγιση της Ουάσιγκτον προς το πολιτικό και οικονομικό τοπίο του Ιράκ, καθώς κατηγορεί ευθέως έναν εν ενεργεία ανώτερο κυβερνητικό αξιωματούχο για τη διευκόλυνση παράνομων επιχειρήσεων πετρελαίου που συνδέονται με το Ιράν και ένοπλες ομάδες ευθυγραμμισμένες με τη Δύναμη Κουντς των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC-QF).
Οι κυρώσεις υπογραμμίζουν επίσης τις αυξανόμενες ανησυχίες των ΗΠΑ για τον βαθμό στον οποίο τα δίκτυα ιρανικής επιρροής έχουν διεισδύσει στα ιρακινά κρατικά θεσμικά όργανα, ιδιαίτερα στον στρατηγικής σημασίας πετρελαϊκό τομέα.
Ανακοινώνοντας τα μέτρα, ο Αμερικανός Υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, κατηγόρησε το Ιράν για εκμετάλλευση του εθνικού πλούτου του Ιράκ μέσω διεφθαρμένων δικτύων και επιχειρήσεων λαθρεμπορίου που συνδέονται με πολιτοφυλακές.
«Όπως μια συμμορία κακοποιών, το ιρανικό καθεστώς λεηλατεί πόρους που δικαιωματικά ανήκουν στον ιρακινό λαό», δήλωσε ο Μπέσεντ.
«Το Υπουργείο Οικονομικών δεν θα παραμείνει αμέτοχο ενώ ο στρατός του Ιράν εκμεταλλεύεται το ιρακινό πετρέλαιο για να χρηματοδοτήσει την τρομοκρατία εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών και των εταίρων μας».
Το Υπουργείο Οικονομικών παρουσίασε τις κυρώσεις ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας να αποκοπεί η ικανότητα του Ιράν να παράγει και να διακινεί έσοδα μέσω πωλήσεων πετρελαίου, παράνομων χρηματοπιστωτικών συστημάτων και περιφερειακών εμπορικών δικτύων.
Σύμφωνα με τη δήλωση, η Ουάσιγκτον έχει ήδη παρεμποδίσει δισεκατομμύρια δολάρια από προβλεπόμενα ιρανικά έσοδα μέσω πρόσφατων ενεργειών επιβολής, στοχεύοντας ταυτόχρονα κανάλια κρυπτονομισμάτων, σκιώδη τραπεζικά συστήματα και παράνομες ναυτιλιακές επιχειρήσεις.
Στο επίκεντρο ο Υφυπουργός Πετρελαίου
Στο επίκεντρο των τελευταίων μέτρων βρίσκεται ο Άλι Μααρίτζ Αλ-Μπαχάντλι, Υφυπουργός Πετρελαίου του Ιράκ, τον οποίο το OFAC κατηγορεί ότι διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στη διευκόλυνση της εκτροπής και της νομιμοποίησης εσόδων από ιρακινά και ιρανικά προϊόντα πετρελαίου μέσω κρατικών μηχανισμών και πλαστών εγγράφων.
Σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών, ο Αλ-Μπαχάντλι φέρεται να χρησιμοποίησε την επιρροή και τις επίσημες θέσεις του επί σειρά ετών για να στηρίξει τις δραστηριότητες του Ιρακινού επιχειρηματία Σαλίμ Αχμέντ Σαΐντ, στον οποίο επιβλήθηκαν κυρώσεις το 2025 για τη λειτουργία διεθνούς δικτύου λαθρεμπορίου πετρελαίου που συγκάλυπτε το ιρανικό αργό ως ιρακινή εξαγωγή.
Το Υπουργείο ισχυρίζεται ότι το δίκτυο του Σαΐντ βασιζόταν σε προνομιακή πρόσβαση στις ιρακινές υποδομές και σε πλαστά έγγραφα που παρείχαν συνεργοί αξιωματούχοι.
Οι αμερικανικές Αρχές υποστηρίζουν επιπλέον ότι ο Σαΐντ δωροδόκησε ανώτερους αξιωματούχους και βοήθησε στην άνοδο του Αλ-Μπαχάντλι σε θέσεις ισχύος εντός του Υπουργείου Πετρελαίου και της κοινοβουλευτικής επιτροπής πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Από το 2018, ο Αλ-Μπαχάντλι κατείχε καίριες θέσεις, συμπεριλαμβανομένης της διεύθυνσης του γραφείου αδειοδοτήσεων και συμβάσεων, καθώς και καθήκοντα υπηρεσιακού υπουργού.
Το OFAC υποστηρίζει ότι κατά την περίοδο αυτή διευκόλυνε την καθημερινή μεταφορά πετρελαίου αξίας εκατομμυρίων δολαρίων από το κοίτασμα Καγιάρα σε εγκαταστάσεις που συνδέονται με την εταιρεία VS Oil Terminal FZE στο Χορ Αλ-Ζουμπάιρ.
Εκεί, το ιρανικό αργό αναμειγνυόταν με ιρακινό πετρέλαιο πριν εξαχθεί στις διεθνείς αγορές με πλαστά πιστοποιητικά προέλευσης.
Η Ουάσιγκτον συμπεριέλαβε τον Αλ-Μπαχάντλι στη λίστα κυρώσεων βάσει του Εκτελεστικού Διατάγματος 13902, το οποίο στοχεύει τομείς της ιρανικής οικονομίας, όπως το πετρέλαιο και τα πετροχημικά.
Στο στόχαστρο η Ασαΐμπ Αχλ Αλ-Χακ και η Κατάιμπ Σαγίντ Αλ-Σουχάντα
Το πακέτο κυρώσεων εστιάζει επίσης έντονα στην Ασαΐμπ Αχλ Αλ-Χακ, μία από τις ισχυρότερες ένοπλες φατρίες του Ιράκ, την οποία η Ουάσιγκτον κατηγορεί για επιθέσεις εναντίον αμερικανικού προσωπικού.
Το OFAC επέβαλε κυρώσεις στον Μουσταφά Χασίμ Λαζίμ Αλ-Μπεχαντίλι (γνωστό και ως Σαγίντ Αούν), χαρακτηρίζοντάς τον ως ανώτερο οικονομικό στέλεχος της AAH, υπεύθυνο για το λαθρεμπόριο πετρελαίου, την κλοπή καυσίμων και τις εμπορικές δραστηριότητες της οργάνωσης.
Φέρεται να συντονιζόταν απευθείας με την ηγεσία της AAH, συμπεριλαμβανομένου του Λάιθ Αλ-Καζάλι, και να είχε επαφές με τη Δύναμη Κουντς για τη διαχείριση φορτίων πετρελαίου.
Παράλληλα, επιβλήθηκαν κυρώσεις σε τέσσερις ιρακινές εταιρείες που φέρονται να ανήκουν ή να ελέγχονται από τον Αλ-Μπεχαντίλι, λειτουργώντας ως προπέτασμα για τη χρηματοδότηση της πολιτοφυλακής.
Σχετικά με την Κατάιμπ Σαγίντ Αλ-Σουχάντα (KSS), οι κυρώσεις περιέλαβαν τον Αχμέντ Χουνταΐρ Μαξούς Μαξούς, πρώην αναπληρωτή γενικό γραμματέα της οργάνωσης, και τον Μοχάμεντ Ίσα Καντίμ Αλ-Σουγουαϊλί (γνωστό ως Αμπού Μαριάμ).
Ο Αλ-Σουγουαϊλί κατηγορείται για συντονισμό προμηθειών όπλων σε συνεργασία με στελέχη της Χεζμπολάχ, όπως ο Άλι Κασίρ, διευκολύνοντας τη μεταφορά εκατομμυρίων δολαρίων για εξοπλισμούς.
Επιπτώσεις και προειδοποιήσεις
Οι κυρώσεις αυτές αναδεικνύουν τους διασυνδεδεμένους δεσμούς μεταξύ ιρακινών πολιτοφυλακών, ιρανικών θεσμών και της λιβανέζικης Χεζμπολάχ.
Η στοχοποίηση ενός εν ενεργεία Ιρακινού υφυπουργού αποτελεί ευαίσθητη πρόκληση για τη Βαγδάτη, θέτοντας την ιρακινή κυβέρνηση υπό διεθνή έλεγχο για ζητήματα διαφθοράς και διείσδυσης των πολιτοφυλακών στο κράτος.
Ο πετρελαϊκός τομέας αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ιρακινής οικονομίας.
Οποιαδήποτε υπόνοια ότι οι εξαγωγές χρησιμοποιούνται για παράκαμψη κυρώσεων κινδυνεύει να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Επιπλέον, οι κινήσεις αυτές ενδέχεται να οξύνουν τις εντάσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και των πολιτικών κύκλων της Βαγδάτης που διατηρούν στενούς δεσμούς με το Ιράν.
Το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε ξένη εταιρεία, διυλιστήριο ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα (κάνοντας ειδική αναφορά στα κινεζικά ιδιωτικά διυλιστήρια) διευκολύνει το ιρανικό εμπόριο πετρελαίου, ενδέχεται να αντιμετωπίσει δευτερογενείς κυρώσεις.
Με τα μέτρα αυτά, δεσμεύονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία των εν λόγω ατόμων και οντοτήτων που υπάγονται στη δικαιοδοσία των ΗΠΑ.






