ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Ο διάδοχος του θρόνου της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ενθάρρυνε κατ’ ιδίαν τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να συνεχίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν, συμβουλεύοντάς τον να «συνεχίσει τα σκληρά πλήγματα κατά των Ιρανών», σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times που είδε το φως της δημοσιότητας την Κυριακή 15/03.
Αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου που επικαλείται το ρεπορτάζ ανέφεραν ότι ο Σαουδάραβας ηγέτης πιέζει την Ουάσιγκτον να διατηρήσει την ισχυρή στρατιωτική πίεση, καθώς ο πόλεμος με το Ιράν εισέρχεται στην τρίτη εβδομάδα του.
Το μήνυμα αυτό απηχεί τη στάση που είχε υιοθετήσει στο παρελθόν ο εκλιπών Βασιλιάς Αμπντάλα της Σαουδικής Αραβίας, ο οποίος είχε ζητήσει επιτακτικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες «να κόψουν το κεφάλι του φιδιού», αναφερόμενος στην ηγεσία του Ιράν.
Η φερόμενη παρέμβαση του Μπιν Σαλμάν λαμβάνει χώρα ενώ η σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν αναδιαμορφώνει το στρατηγικό τοπίο της Μέσης Ανατολής, προκαλώντας ανησυχία στα κράτη του Κόλπου τόσο για την άμεση απειλή ασφαλείας όσο και για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες του πολέμου.
Παράλληλα, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα φαίνεται να συντονίζουν τις θέσεις τους.
Τη Δευτέρα 16/03, ο Μπιν Σαλμάν είχε συνομιλίες με τον Πρόεδρο των ΗΑΕ, Μοχάμεντ μπιν Ζάιντ, καθώς η περιοχή του Κόλπου σταθμίζει τον βαθμό στον οποίο θα αντιπαρατεθεί ανοιχτά με την Τεχεράνη.
Σύμφωνα με περιφερειακές αναφορές, οι δύο ηγέτες συζήτησαν για τις «άδικες επιθέσεις» του Ιράν εναντίον των χωρών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, προειδοποιώντας ότι τα πλήγματα αυτά συνιστούν επικίνδυνη κλιμάκωση που απειλεί την περιφερειακή σταθερότητα.
Παρά τη σκληρή ρητορική, τα κράτη του Κόλπου έχουν αποφύγει μέχρι στιγμής να συμμετάσχουν δημοσίως σε στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν.
Τις τελευταίες δύο εβδομάδες, το Ιράν έχει εξαπολύσει περισσότερους από 2.000 πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) εναντίον στόχων σε χώρες του Κόλπου, σύμφωνα με περιφερειακούς αξιωματούχους.
Ωστόσο, καμία από αυτές τις κυβερνήσεις δεν έχει πραγματοποιήσει επισήμως αναγνωρισμένο πλήγμα αντιποίνων κατά του ιρανικού εδάφους.
Αξιωματούχοι των κρατών του Κόλπου, μιλώντας ανεπίσημα σε περιφερειακά Μέσα Ενημέρωσης, ανέφεραν ότι ο δισταγμός αυτός πηγάζει εν μέρει από την ανησυχία για τις συνέπειες μιας ανοιχτής αντιπαράθεσης με την Τεχεράνη.
Οι ηγέτες της περιοχής εμφανίζονται επιφυλακτικοί για το ενδεχόμενο πρόκλησης μιας ευρύτερης κλιμάκωσης, η οποία θα μπορούσε να περιλαμβάνει εκτεταμένες ιρανικές επιθέσεις με πυραύλους και drones εναντίον κρίσιμων υποδομών ή πληθυσμιακών κέντρων.
Μια επιπλέον ανησυχία αποτελεί η αβεβαιότητα γύρω από την περιφερειακή τάξη πραγμάτων μετά τον πόλεμο.
Οι κυβερνήσεις του Κόλπου φαίνονται απρόθυμες να προβούν σε ενέργειες που θα μπορούσαν να βαθύνουν τη σύγκρουση ή να περιπλέξουν την ισορροπία δυνάμεων μόλις οι εχθροπραξίες τελικά κοπάσουν.
Ως εκ τούτου, τα κράτη του Κόλπου ακολουθούν επί του παρόντος μια στρατηγική επιφυλακτικότητας: υποστηρίζουν τις προσπάθειες ανάσχεσης της ιρανικής επιρροής, αποφεύγοντας ταυτόχρονα την άμεση εμπλοκή στον πόλεμο.
Ωστόσο, κεκλεισμένων των θυρών, το μήνυμα του Μπιν Σαλμάν προς την Ουάσιγκτον υποδηλώνει ότι τουλάχιστον ορισμένοι περιφερειακοί ηγέτες πιστεύουν ότι η διαρκής στρατιωτική πίεση στην Τεχεράνη παραμένει ο αποτελεσματικότερος τρόπος για την αποδυνάμωση του ιρανικού καθεστώτος.






