Ισλαμικό ΚράτοςΙσραήλ
Αίθουσα Σύνταξης
Τμήμα ειδήσεων tribune.gr

Πώς η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία άλλαξε τον πόλεμο – Ανάλυση Bloomberg

Πώς η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία άλλαξε τον πόλεμο – Ανάλυση Bloomberg
ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Διαβάστε σχετικά για Bloomberg, Ακρίβεια, Αμυντική Βιομηχανία, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΗΠΑ), Ισραήλ, ΝΑΤΟ (Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου), Ομάδα G7, Ουκρανία, Πολεμική Βιομηχανία, Ρωσία, Σουηδία, Τουρκία, Φινλανδία,

Το Σάββατο συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, με πολλά πράγματα να έχουν αλλάξει σε πολλά επίπεδα.

Στρατιωτικοί αναλυτές, παγκόσμιου ηγέτες, αλλά και απλοί πολίτες βλέπουν τις επιπτώσεις των εχθροπραξιών και διδάσκονται για το μέλλον.

Για το λόγο αυτό, το Bloomberg προχώρησε σε μία ανάλυση για όσα έχουν αλλάξει από την 24η Φεβρουαρίου 2022 και μετά όσον αφορά τον τρόπο διεξαγωγής των συγκρούσεων και την αμυντική στρατηγική, σ’ έναν πόλεμο που χαρακτηρίζεται ως ο μεγαλύτερο στην Ευρώπη από το 1945.

Go Small (Χρησιμοποίησε κάτι ευέλικτο)

Αντί για τανκς και αεροπλάνα, τα ευκίνητα drones έχουν αναδειχθεί ως το πιο αποτελεσματικό όπλο στο πεδίο των συγκρούσεων.

Σκοτώνουν στρατιώτες, ανατινάζουν τεθωρακισμένα σπέρνοντας τον όλεθρο στο μέτωπο του πολέμου.

Η χρήση από την Ουκρανία φθηνών ναυτικών σκαφών με στόχο τον ρωσικό στόλο της Μαύρης Θάλασσας γίνεται πλέον μέσω τηλεκατευθυνόμενων όπλων δια θαλάσσης.

Και η υπεροχή των drones έχει προκαλέσει ένα άλλο είδος ανταγωνισμού: τον αγώνα για την απενεργοποίησή τους μέσω της εμπλοκής σήματος.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της βιομηχανίας, η παγκόσμια αγορά drones αναμένεται να αγγίξει τα 260 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2030, παρουσιάζοντας σχεδόν δεκαπλάσια αύξηση σε σχέση με το 2021, ένα έτος πριν από τον ρωσικό πόλεμο στην Ουκρανία.

Η κυβέρνηση του Κιέβου ανακοίνωσε την Παρασκευή ότι κατέρριψε πάνω από 24 μη επανδρωμένα αεροσκάφη τύπου Shahed που εκτοξεύτηκαν στη διάρκεια της νύχτας από τη Ρωσία και την κατεχόμενη Κριμαία.

Τα drones δίνουν στους διοικητές και στις δύο πλευρές μια άποψη του πεδίου της μάχης από αέρος, επιτρέποντάς τους να παρακολουθούν τις κινήσεις του εχθρού σε πραγματικό χρόνο.

Αυτό σημαίνει ότι, παρ’ όλη αυτή την τεχνολογική πρόοδο, ο πόλεμος χαρακωμάτων τύπου Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, υποστηριζόμενος από φράγματα πυροβολικού, έχει επικρατήσει κατά μήκος της πρώτης γραμμής.

Αυτό απαιτούσε από τους αντιπάλους να παράγουν μαζικές ποσότητες πυρομαχικών, με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία.

Διαλέξτε πλευρά

Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει δημιουργήσει έναν πιο… διπολικό κόσμο.

Oδήγησε τη Σουηδία και τη Φινλανδία να βρουν καταφύγιο στην «αγκαλιά του ΝΑΤΟ», αφού επί τόσο καιρό αντιστέκονταν να ενταχθούν στη Βορειοατλαντική Συμμαχία υπό τον φόβο ότι θα ανταγωνιστούν τη Ρωσία.

Οι εξελίξεις στην Ουκρανία ανανέωσαν επίσης την συνομιλίες της κυβέρνηση του Κιέβου για ένταξη στο ΝΑΤΟ όσο και την Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού οι προοπτικές της ήταν επί χρόνια στον… πάγο.

Θα πρέπει, πάντως, να σημειώσουμε ότι δεν έχουν δείξει μεγάλη προθυμία όλες οι χώρες να διαλέξουν «στρατόπεδο».

Η Τουρκία, ως μέλος του ΝΑΤΟ που αυτοχαρακτηρίζεται ως μεσολαβητής μεταξύ αντιμαχόμενων φατριών, δεν εντάχθηκε στις δυτικές κυρώσεις σε βάρος του Κρεμλίνου.

Το ίδιο ισχύει για το Ισραήλ αλλά και πολλές χώρες του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου.

(Ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν ότι ο όρος έχει αντικαταστήσει τον ορισμό των «χωρών του Τρίτου Κόσμου», τουλάχιστον για λόγους πολιτικής ορθότητας.

Γεωγραφικά, ο Παγκόσμιος Νότος είναι μια μάλλον σχετική έννοια, καθώς περιλαμβάνει κράτη του βορείου ημισφαιρίου, όπως η Ινδία και το Μεξικό.

Ωστόσο, όταν οι περισσότεροι μιλούν για τον Παγκόσμιο Νότο, αναφέρονται κυρίως στις αναδυόμενες οικονομίες).

Όσο ο ρωσικός πόλεμος στην Ουκρανία ένωσε τις ΗΠΑ και τους παραδοσιακούς μεταπολεμικούς συμμάχους τους, τις δίδαξε επίσης κάτι για την αξιοπιστία αυτών των δεσμών.

Πολλοί στην Ευρώπη αρχίζουν να αμφιβάλουν για τη σταθερότητα του υπερατλαντικού τους συμμάχου, αφού επί αρκετούς μήνες οι ΗΠΑ ανέστειλαν την απελευθέρωση στρατιωτικής βοήθειας ύψους άνω των 60 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Εν τω μεταξύ, η προοπτική επιστροφής του Ρεπουμπλικανού τέως προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου, επιτείνει την ανησυχία τους.

Οι δυτικές κυρώσεις σε βάρος της Μόσχας δεν είναι πανάκεια

Η G7, η ομάδα των επτά ισχυρότερων οικονομιών παγκοσμίως, έχει επιβάλει μια σειρά από κυρώσεις σε βάρος του Κρεμλίνου τα τελευταία δύο χρόνια, αποκόπτοντας τις αγορές της Ρωσίας από τους τομείς της ενέργειας, των βασικών αγαθών και της τεχνολογίας.

Οι κυρώσεις αυτές έχουν μπλοκάρει σε σημαντικό βαθμό την πρόσβαση της Μόσχας στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, έχουν παγώσει τα αποθεματικά της Κεντρικής Τράπεζας όπως και τα τα περιουσιακά στοιχεία εκατοντάδων ατόμων και φορέων.

Ωστόσο, η επιβολή των δυτικών σοβαρών κυρώσεων σε βάρος του Κρεμλίνου, δεν απέτρεψαν τη συνέχιση του πολέμου του Πούτιν, ούτε οδήγησαν στην κατάρρευση της οικονομίας της.

Αυτό οφείλεται εν μέρει στην ικανότητα της χώρας να παρακάμπτει τους περιορισμούς ή να μετριάσει τις επιπτώσεις τους.

Με την πάροδο του χρόνου, πάντως, θα γίνεται όλο και πιο δύσκολο για τη Ρωσία να διατηρεί σε ικανοποιητικό επίπεδο τη οικονομία της: θα πρέπει να χρησιμοποιήσει σημαντικούς πόρους σε στρατιωτικές δαπάνες καθώς έχει αποκλειστεί από τις βασικές αγορές εξαγωγών.

Στο μεταξύ, το κόστος εισαγωγής των αγαθών έχει αυξηθεί.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι χώρες της G-7 επικεντρώνονται να βάλουν τρικλοποδιά στις προσπάθειες της Μόσχας να αποφύγει επιλεγμένες κυρώσεις, όπως αυτές για την τεχνολογία που χρησιμοποιούνται στα όπλα που προμηθεύεται μέσω τρίτων χωρών.

Η ανεξαρτησία της εφοδιαστικής αλυσίδας είναι υψίστης σημασίας

Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει αποκαλύψει τη ζωτική σημασία των εγχώριων αλυσίδων ανεφοδιασμού.

Όταν η κυβέρνηση του Κιέβου χρειάζεται περισσότερες στρατιωτικές προμήθειες, συνήθως πρέπει να διαπραγματευτεί με τους συμμάχους.

Όταν το κάνει η Ρωσία, είναι πιο συχνά σε θέση να ενισχύσει την παραγωγή σε βιομηχανίες που ελέγχει, πληρώνοντας σε ρούβλια.

Αν και η Ρωσία αντιμετωπίζει κάποιες ελλείψεις και τα προϊόντα της τείνουν να είναι κατώτερα από εκείνα των αντιπάλων της, μπορεί πιο εύκολα να κινηθεί εν καιρώ πολέμου.

Δημιούργησε επίσης διαδρομές ανεφοδιασμού μέσω τρίτων χωρών για να πάρει στα χέρια της απαγορευμένα εξαρτήματα.

Αντιθέτως, τα ευρωπαϊκά κράτη καθυστέρησαν να ενισχύσουν τη στρατιωτική παραγωγή και να καταπολεμήσουν την αποφυγή των κυρώσεων.

Η ικανότητα παραγωγής και προμήθειάς τους σε πυροβολικό υστερεί σε σχέση με της Ρωσίας, αφήνοντας το Κίεβο μόνο του να μεριμνά για τα πυρομαχικά καθώς ο πόλεμος εισέρχεται στον τρίτο χρόνο.

Κι ενώ η Ρωσία συνεχίζει να διατηρεί το πλεονέκτημά της στο πεδίο της μάχης, οι σύμμαχοι του Κιέβου δεν μπορούν να στείλουν αρκετά όπλα στην εμπόλεμη ζώνη.

Γι’ αυτό και η Ουκρανία αρχίζει να ενισχύει τη δική της παραγωγή προκειμένου να μην εξαρτάται τόσο πολύ από τους συμμάχους, αλλά η μετάβαση αυτή απαιτεί χρόνο.

Θα μπορούσε να συμβεί ξανά ένας πόλεμος του Πούτιν

Σε ομιλία του, λίγο μετά την έναρξη του πολέμου του Πούτιν στην Ουκρανία, ο Γερμανός Καγκελάριος Όλαφ Σολτς έκανε λόγο για «Zeitenwende», δηλαδή για μια βαθιά καμπή στην ιστορία.

Ο όρος αυτός συμβολίζει τον τρόπο με τον οποίο οι ένοπλες συρράξεις διέλυσαν την αισιοδοξία —κάποιοι θα μπορούσαν να πουν, την άρνηση— της Ευρώπης να πιστεύει ότι, ένας πόλεμος αυτού του μεγέθους δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί στο έδαφός της.

Μόλις τώρα, δύο χρόνια μετά τις εχθροπραξίες στην Ουκρανία, η ατμομηχανή της Ευρωζώνης εκπληρώνει τον στόχο των στρατιωτικών δαπανών του ΝΑΤΟ, δηλαδή το 2% του ΑΕΠ της.

Τον στόχο αυτό δεν θα τον επιτύχουν φέτος πολύ περισσότερα από τα μισά μέλη της Συμμαχίας αν και αυτό είναι ένα σημαντικό άλμα από πριν από την έναρξη του πολέμου.

Στο μεταξύ, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ανησυχήσει τους Ευρωπαίους απειλώντας ότι θα ενθαρρύνει τη Ρωσία να εισβάλει σε χώρες που δεν δαπανούν αρκετά στον τομέα της άμυνας.

Αλλά αυτές οι χώρες έχουν επίσης τα δικά τους κίνητρα για να λάβουν υπόψη αυτή την πίεση.

Αν και δεν περίμεναν αυτή την αντίδραση του Τραμπ, προσπαθούν να περάσουν στην αντεπίθεση.

Χώρες όπως η Δανία και η Γερμανία εργάζονται για να ενισχύσουν την άμυνά τους, με διαφορετικά επίπεδα αποφασιστικότητας.

Υπολογίζουν ότι, μέσα σε λίγα χρόνια, ο Βλαντιμίρ Πούτιν μπορεί να είναι έτοιμος να επιτεθεί σε χώρα του ΝΑΤΟ.

«Αυτή η σύγκρουση πιθανότατα θα φέρει επανάσταση στο μέτωπο του πολέμου περισσότερο από κάθε άλλη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο», δήλωσε ο Ρουσλάν Πούχοφ, επικεφαλής του Κέντρου Ανάλυσης Στρατηγικών και Τεχνολογιών, ενός αμυντικού think tank στη Μόσχα.

Σχετικά άρθρα