ΤζιχαντιστέςΒαλκάνια
Αίθουσα Σύνταξης
Τμήμα ειδήσεων tribune.gr

Γιατί η εκλογή Μπάιντεν εκνευρίζει τον Ερντογάν

Γιατί η εκλογή Μπάιντεν εκνευρίζει τον Ερντογάν
ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS

«Πονοκεφάλους» στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προκαλεί η νίκη του Τζο Μπάιντεν καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ είχε διαφορετική προσέγγιση στον τρόπο που τον αντιμετώπιζε, επιτρέποντας του να υιοθετεί μία πιο επιθετική πολιτική.

Σε άρθρο γνώμης στο Euractiv, ο Χένρι Τζ. Μπάρκλεϊ, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Lehigh, πρώην στέλεχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και συνεργάτης στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων, αναφέρεται στο πώς η απάθεια του Ντόναλντ Τραμπ σε σχέση με την Τουρκία, έχει επιτρέψει στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να υιοθετήσει μία επιθετική αναθεωρητική πολιτική.

Η νίκη του Μπάιντεν στις αμερικάνικες εκλογές σηματοδοτεί ένα σημαντικό πισωγύρισμα για τον Τούρκο πρόεδρο.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε δημιουργήσει μία στενή και προσωπική σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ, η οποία τον προστάτευε από ένα αρνητικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί στην Ουάσινγκτον κατά το παρελθόν εξαιτίας την επιθετικής εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας και του εντεινόμενου αυταρχισμού του Ερντογάν.

Η λίστα των προβλημάτων του Ερντογάν με τις ΗΠΑ

Στα τέσσερα χρόνια της προεδρίας του Τραμπ, οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις έγιναν αντικείμενο σημαντικών διαφωνιών και συγκρούσεων.

Η μακρά λίστα περιλαμβάνει την εισβολή της Τουρκίας στη Συρία σε βάρος των Κούρδων συμμάχων των ΗΠΑ στην περιοχή, οι οποίοι πολέμησαν επιτυχώς και θυσιάστηκαν στον πόλεμο εναντίον του ISIS, έχοντας την υποστήριξη της Ουάσινγκτον, σημειώνει ο καθηγητής.

Το γεγονός ότι ο Τραμπ έδωσε το «πράσινο φως» στον Ερντογάν να καταλάβει κομμάτι της Βόρειας Συρίας και ελάττωσε την παρουσία των Αμερικανών στρατιωτών στην περιοχή εξόργισε και σόκαρε τους Δημοκρατικούς και τους Ρεπουμπλικάνους στο Κογκρέσο.

Εν αντιθέσει ο Μπάιντεν υποστηρίζει ότι «πραγματικό πρόβλημα είναι η Τουρκία» και ότι θα έλεγε στον Ερντογάν ότι «θα πληρώσει βαρύ τίμημα».

Έτσι υπάρχουν πιθανότητες η νέα κυβέρνηση να αυξήσει τη βοήθεια για τους Κούρδους της Συρίας, δεδομένου ότι τ’ απομεινάρια του ISIS συνιστούν σοβαρό κίνδυνο.

Ο Ερντογάν επίσης επιδιώκει να επεκτείνει την επιρροή της Τουρκίας στη Μεσόγειο.

Στη Λιβύη παρενέβη αποφασιστικά για λογαριασμό της [ισλαμιστικής] κυβέρνησης της Τρίπολης, του Φαγιέζ αλ Σαράτζ με τη χώρα του να στέλνει τα πολύ αποτελεσματικά drone της, συμβούλους και χιλιάδες Σύρους τζιχαντιστές στη μάχη εναντίον των δυνάμεων του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ.

Μία τακτική την οποία χρησιμοποίησε και στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, στη διαμάχη ανάμεσα στην Αρμενία και στο Αζερμπαϊτζάν.

Επίσης υπάρχει και η επιθετική πολιτική της Τουρκίας στην ανατολική Μεσόγειο και η αμφισβήτηση στις ΑΟΖ της Ελλάδας και της Κύπρου, ένα ζήτημα το οποίο έχει ταρακουνήσει και την Ευρωπαϊκή Ένωση στην οποία ανήκουν οι δύο χώρες.

Οι διαφορές για τα θαλάσσια σύνορα δεν είναι κάτι καινούριο, ωστόσο η πολιτική της Άγκυρας «όλα ή τίποτα» εγκυμονεί κινδύνους, ώστε να ξεκινήσει μία σύγκρουση με στρατιωτικές επιπτώσεις.

To «αγκάθι» των S-400

Ίσως η πιο άμεση πρόκληση που περιμένει την κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν έχει να κάνει με την αγορά από την πλευρά της Τουρκίας του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400 και συνιστούν απειλή για τα υπερσύγχρονα αεροσκάφη των ΗΠΑ τα F-35.

Μάλιστα οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι της είχαν προειδοποιήσει την Άγκυρα ότι αν προβεί στη συγκεκριμένη αγορά θα υποστεί σοβαρές κυρώσεις.

Ωστόσο ο Ερντογάν αγνόησε αυτές τις προειδοποιήσεις, υποθέτοντας ότι οι σύμμαχοι τελικά θα υποκύψουν όπως και στο παρελθόν στο σκεπτικό ότι «η Τουρκία είναι πολύ σημαντική» και ότι ο Τραμπ θα βρει έναν τρόπο για ν’ αντιπαρέλθει τη συγκεκριμένη πρόκληση.

Όμως προς έκπληξη του οι ΗΠΑ αντέδρασαν αμέσως «πετώντας» την Τουρκία έξω από το πρόγραμμα των F-35, ενώ δεν θα λάβει και τ’ αεροπλάνα στα οποία υπολόγιζε για τον εκσυγχρονισμό του στόλου της.

Επιπλέον η Τουρκία είχε υπολογίσει ότι θα κερδίσει δισεκατομμύρια από την παραγωγή και εξαγωγή εξαρτημάτων των F-35, όμως τώρα βρίσκεται εκτός κάδρου όπως και στην ανταλλαγή τεχνολογίας.

Η Άγκυρα θα μπορούσε να λύσει το ζήτημα εύκολα, αλλά πλέον έχοντας πληρώσει ήδη 2.5 δισεκατομμύρια δολάρια στους Ρώσους δεν μπορεί να τους επιστρέψει.

Η Μόσχα δεν είναι η Amazon υπογραμμίζει ο αναλυτής ώστε να υπάρχουν δεύτερες σκέψεις.

Ακόμα η αγορά σημαίνει ότι ακόμα και αν δεν τους αναπτύξει, κανείς δεν εγγυάται στην Άγκυρα ότι θα επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35.

Οι S-400 οι οποίοι πρόσφατα δοκιμάστηκαν από την Άγκυρα έχουν ενώσει όλες τις δυνάμεις στην Ουάσινγκτον από το Πεντάγωνο μέχρι τους Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικάνους στο Κογκρέσο, το οποίο ψήφισε επιπλέον κυρώσεις εναντίον της Τουρκίας, τις οποίες δεν είναι στο χέρι του Τραμπ να μπλοκάρει.

Ένας πρόεδρος όπως ο Μπάιντεν ο οποίος ήδη έχει τεταμένες σχέσεις με την Τουρκία είναι πιθανό να υποστηρίξει τις κυρώσεις ιδιαίτερα ως διπλωματικό εργαλείο.

Η τουρκική ηγεσία και οι υποστηρικτές της, ειδικότερα στα ΜΜΕ έχουν κάνει ξεκάθαρη την αντιπάθεια τους προς τον Μπάιντεν.

Παλαιότερες δηλώσεις του ότι θα συνομιλήσει με την αντιπολίτευση έχουν παρερμηνευθεί και με τα μέσα να διαδίδουν ότι υπονόησε «ανατροπή της κυβέρνησης».

Επιπλέον ο Μπάιντεν ήταν αντιπρόεδρος των ΗΠΑ όταν έλαβε χώρα το πραξικόπημα στην Τουρκία το 2016, για το οποίο ο Ερντογάν έχει κατηγορήσει επανειλημμένως την Ουάσιγκτον.

Επίσης το γεγονός ότι οι ΗΠΑ δεν εκδίδουν τον εξόριστο Φετουλάχ Γκιουλέν τον οποίο ο Ερντογάν κατηγορεί για την οργάνωση του πραξικοπήματος, εκτιμάται από την Άγκυρα ως κίνηση «κακής πίστης» από την πλευρά της Αμερικής.

Ο Ερντογάν είχε γνωρίσει ασυνήθιστη οικειότητα και προσβασιμότητα στον Τραμπ, καθώς μπορούσε να τηλεφωνεί συχνά και να συνομιλεί με τον Αμερικανό πρόεδρο, ο οποίος συμφωνούσε και ενέκρινε πολλές φορές με τα αιτήματα του.

Οι δύο ηγέτες έχουν παρόμοιες συμπεριφορές σε αρκετές περιπτώσεις: Και οι δύο προτιμούν ανεπισημότητα για να κάνουν δουλειές, πρόκειται για δύο εκρηκτικές προσωπικότητες που φαντάζονται τον εαυτό τους ως τον «αντάρτη» ηγέτη που έχει σκοπό να μεταμορφώσει το παγκόσμιο σύστημα.

Επίσης αρέσκονται να τοποθετούν τους αντιπάλους τους σε θέση άμυνας και να τους επιτίθενται και να τους κατηγορούν συνεχώς για αλλόκοτα ατοπήματα, με στόχο να πετύχουν τους πολιτικούς τους στόχους.

Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι ο Ερντογάν μπορεί να φυλακίσει τον οποιονδήποτε, ενώ ο Τραμπ όχι.

Ο Μπάιντεν θα είναι ένας εντελώς διαφορετικός πρόεδρος και ο Ερντογάν δεν θα μπορεί να παρακάμπτει την αμερικανική γραφειοκρατία και ν’ μιλάει απευθείας με τον Μπάιντεν, κάτι το οποίο όμως που ούτε ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ σκέφτεται, καταλήγει ο Μπάρκλεϊ.

Σχετικά άρθρα