ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Το πρώτο και σπουδαιότερο ερώτημα που ανέκυψε από την ανακοίνωση της Κοινής Αμυντικής Συμφωνίας της Μέκκας, μεταξύ της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας και του Πακιστάν, ήταν το «γιατί».
Για ποιον λόγο κρίθηκε αναγκαία αυτή η συμφωνία; Γιατί η καθεμία από αυτές τις χώρες ξεχωριστά, αλλά και οι τρεις μαζί, θεώρησαν ζωτικής σημασίας τη σύναψή της;
Και το δεύτερο ερώτημα αφορά τους στόχους τους.
Ποιος είναι ο σκοπός μιας συμφωνίας η οποία, όπως οι ίδιες διακηρύσσουν, περιλαμβάνει ρήτρα ανάλογη με το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, υποχρεώνοντας όλα τα μέλη της να σπεύδουν σε βοήθεια οποιουδήποτε μέλους δεχθεί επίθεση από τρίτο μέρος;
Με άλλα λόγια: πόσο… φυσιολογική είναι αυτή η συμφωνία;
Οι γεωπολιτικές ισορροπίες και η παράμετρος του Ισραήλ
Ο πρωταρχικός στόχος αυτής της συμφωνίας είναι αναμφίβολα το Ισραήλ, οι σχέσεις του οποίου με την Τουρκία επιδεινώνονται σταθερά.
Στο πλαίσιο αυτό, προκειμένου να ενισχύσει τη θέση της, η Τουρκία συμπράττει με το Πακιστάν, το οποίο διαθέτει πυρηνικά όπλα -όπως και το Ισραήλ, αν και το τελευταίο δεν το παραδέχεται δημόσια-, τουλάχιστον έως ότου αποκτήσει και η ίδια η Τουρκία πυρηνικό οπλοστάσιο, κάτι που επιδιώκει προφανώς.
Παράλληλα, συμπράττει με τη Σαουδική Αραβία, αφενός λόγω του ηγετικού ρόλου που διαδραματίζει στην περιοχή της και αφετέρου λόγω της επιρροής που ασκεί στην Ουάσιγκτον.
Όλα τα παραπάνω συνάδουν απόλυτα με την επιδίωξη της Τουρκίας να αναδειχθεί σε ηγετική περιφερειακή δύναμη.
Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί γιατί η Τουρκία να χρειάζεται προστασία αντίστοιχη του ΝΑΤΟ από το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία, τη στιγμή που η ίδια είναι μέλος της Συμμαχίας και, επιπλέον, έχει καλλιεργήσει ιδιαίτερα στενές σχέσεις με τον Πρόεδρο Τραμπ.
Η απάντηση ενδεχομένως να βρίσκεται στο εξής: Αυτή η δυνητικά αποσταθεροποιητική συμφωνία αποτυπώνει με δραματικό τρόπο τη διάβρωση, αν όχι την κατάρρευση, της εμπιστοσύνης που αυτά τα κράτη είχαν εναποθέσει στις Ηνωμένες Πολιτείες όσον αφορά την εγγύηση της ασφάλειας των χωρών που εμπίπτουν στη σφαίρα επιρροής τους.
Ως εκ τούτου, οι χώρες αυτές αισθάνεστε πλέον ότι μπορούν να ενεργούν ανεξάρτητα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και, επιπρόσθετα, ότι οφείλουν να λάβουν μέτρα για την προστασία της εθνικής τους κυριαρχίας, δεδομένου ότι δεν μπορούν πλέον να βασίζονται σε υπερατλαντικές εγγυήσεις.
Και αυτό διαμορφώνει μια επικίνδυνη συγκυρία.
Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα και την Κύπρο
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, αν και η συγκεκριμένη συμφωνία δεν στρέφεται πρωτίστως εναντίον της Αθήνας και της Λευκωσίας, εντούτοις τις συμπεριλαμβάνει στο πεδίο στόχευσής της για έναν επιπλέον λόγο: η Άγκυρα δεν είδε με καλό μάτι την ανάπτυξη στενών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών και του Ισραήλ.
Βεβαίως, η Ελλάδα και η Κύπρος δεν είναι δυνατόν να πολιτεύονται με γνώμονα τις ορέξεις και τα απωθημένα της Τουρκίας.
Εξάλλου, εάν η Τουρκία δεν είχε εισβάλει και κατέχει τμήμα της Κύπρου και δεν απειλούσε την εθνική κυριαρχία της Ελλάδας στο Αιγαίο, ίσως να μην είχαν αισθανθεί την ανάγκη να αναπτύξουν τόσο θερμές σχέσεις με το Ισραήλ.
Εντούτοις, υπό τις παρούσες περιστάσεις, και ιδίως υπό το φως των νέων δεδομένων που ενδέχεται να διαμορφώσει η συμφωνία αυτή, έπραξαν το ορθό.
Θα μπορούσε ωστόσο να τεθεί ένα εύλογο ερώτημα: Για ποιον λόγο να μην προχωρήσουν και οι ίδιες σε μια παρόμοια συμφωνία μεταξύ τους, εντάσσοντας παράλληλα σε αυτήν και μια αραβική αντίπαλη χώρα της Σαουδικής Αραβίας;






