ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Κατά την τοποθέτησή του στο πλαίσιο των εργασιών του 30ού Συνεδρίου του Economist στην Ελλάδα, ο πρώην Πρωθυπουργός και Πρόεδρος της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛ.Α.Σ.), Αλέξης Τσίπρας, προχώρησε σε μια σφαιρική ανατομή της γεωπολιτικής κρίσης στην Ουκρανία και των επιπτώσεών της στην αρχιτεκτονική ασφαλείας της Γηραιάς Ηπείρου.
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκε η ανάγκη επανακαθορισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, με τον ίδιο να ασκεί δομική κριτική στις επιλογές της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη και να καταθέτει μια εναλλακτική πρόταση βασισμένη στις αρχές της ενεργητικής και πολυδιάστατης διπλωματίας.
Η κριτική στην κυβερνητική στρατηγική και η εγκατάλειψη της πολυδιάστατης διπλωματίας
Ο κ. Τσίπρας ξεκίνησε την ανάλυσή του εστιάζοντας στην ελληνική εμπλοκή στον πόλεμο της Ουκρανίας, ο οποίος διανύει ήδη το τέταρτο με πέμπτο έτος του.
Άσκησε έντονη κριτική στην απόφαση της σημερινής κυβέρνησης να πρωτοστατήσει στην αποστολή οπλικών συστημάτων στο ουκρανικό μέτωπο, υπογραμμίζοντας μάλιστα τη σοβαρή παράμετρο ότι τα όπλα αυτά αποσπάστηκαν από την αμυντική διάταξη των ελληνικών νησιών.
Ο πρώην Πρωθυπουργός διευκρίνισε ότι η θέση του δεν εμπεριέχει καμία διάθεση αμφισβήτησης των δεσμεύσεων της Ελλάδας προς τους συμμάχων της ή του διεθνούς πλαισίου εντός του οποίου κινείται η χώρα.
Ωστόσο, υποστήριξε ότι η πραγματική χρησιμότητα της Ελλάδας για την ίδια τη συμμαχία στην οποία ανήκει δεν πραγματώνεται μέσα από την υιοθέτηση της στάσης του «πλέον σκληρού και αδιάλλακτου αντιπάλου» απέναντι σε τρίτες δυνάμεις.
Αντίθετα, η χώρα θα ήταν πολύ πιο ωφέλιμη εάν επεδίωκε να λειτουργεί ως σταθερή διπλωματική γέφυρα επικοινωνίας.
Ξεκαθαρίζοντας τη θέση του, ο Πρόεδρος της ΕΛ.Α.Σ. επανέλαβε την απερίφραστη καταδίκη της ρωσικής εισβολής και υπογράμμισε ότι η παράταξή του τάχθηκε από την πρώτη στιγμή, και συνεχίζει να τάσσεται, στο πλευρό του δοκιμαζόμενου ουκρανικού λαού.
Εντούτοις, σημείωσε ότι μια υπεύθυνη εξωτερική πολιτική επιβάλλει τη διορατικότητα για την «επόμενη ημέρα». Για τον λόγο αυτό, η Αθήνα όφειλε να διατηρήσει ανοιχτούς ορισμένους διαύλους επικοινωνίας με τη Μόσχα.
Αυτή η προσέγγιση, όπως εξήγησε, συνάδει με τον ιστορικό και παραδοσιακό ρόλο μιας χώρας που βρίσκεται σε ένα κομβικό γεωπολιτικό σταυροδρόμι.
Η Ελλάδα, κατά την εκτίμησή του, έχει την ιδιαιτερότητα και την υποχρέωση να ανήκει μεν οργανικά στη Δύση, αλλά ταυτόχρονα να διατηρεί την ικανότητα να συνομιλεί με την Ανατολή, τον Βορρά και τον Νότο.
Ο κ. Τσίπρας τόνισε ότι αυτή η στρατηγική της ενεργητικής και πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής -την οποία η παρούσα κυβέρνηση έχει πλήρως εγκαταλείψει- δεν αποτελεί κομματικό κτήμα του ΣΥΡΙΖΑ ή του ΠΑΣΟΚ, αλλά εγγράφεται στην ευρύτερη εθνική παράδοση, έχοντας τις ρίζες της στην πολιτική παρακαταθήκη του ίδιου του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Το έλλειμμα ευρωπαϊκής στρατηγικής και ο ρόλος της Τουρκίας
Περνώντας στο ευρωπαϊκό επίπεδο, ο κ. Τσίπρας επεσήμανε ότι κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το στρατόπεδο στο οποίο ανήκει η Ελλάδα, αλλά η ουσία του προβλήματος έγκειται στην απουσία μιας συγκροτημένης ευρωπαϊκής στρατηγικής για την επίτευξη διπλωματικής λύσης.
Μια τέτοια λύση, όπως εξήγησε, δεν μπορεί να προκύψει αυτόματα, παρά μόνο μέσα από τη λήψη συγκεκριμένων και θαρραλέων πρωτοβουλιών προς αυτή την κατεύθυνση.
Στο σημείο αυτό, έφερε ως παράδειγμα τη διεθνή πραγματικότητα, αναφέροντας ότι ακόμη και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, επεδίωξε και ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για την εξεύρεση μιας διπλωματικής διεξόδου.
Με βάση αυτό το δεδομένο, ο πρώην Πρωθυπουργός εξέφρασε την έντονη αποδοκιμασία του για το γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε την αυτοεξαίρεσή της από αυτές τις διεργασίες.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να επιτραπεί στον Τούρκο Πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, να εμφανίζεται ως ο αποκλειστικός διαμεσολαβητής και συμμέτοχος στη διπλωματική διαδικασία.
Ο κ. Τσίπρας διερωτήθηκε με έμφαση γιατί η Ελλάδα στερείται αυτού του ρόλου, τη στιγμή που διαθέτει το ειδικό βάρος, τη δύναμη και την ισχύ να αναλάβει διαπραγματευτικές πρωτοβουλίες προς όφελος της ειρήνης, της ασφάλειας και της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων.
Διεθνές δίκαιο, διακρατικές επαφές και η ασύμμετρη ευρωπαϊκή αλληλεγγύη
Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με την επίσκεψή του στη Μόσχα το 2015 και τη συνάντησή του με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, και για το αν θα έπραττε το ίδιο σήμερα από τη θέση του Πρωθυπουργού, ο κ. Τσίπρας ήταν κατηγορηματικά αρνητικός.
Εξήγησε ότι τα δεδομένα έχουν μεταβληθεί ριζικά, καθώς η σημερινή Ρωσία αποτελεί μια δύναμη που παραβιάζει κατάφωρα και αμφισβητεί το διεθνές δίκαιο.
Ωστόσο, έσπευσε να διαφοροποιήσει την καταδίκη από την πλήρη διπλωματική απομόνωση.
Τόνισε ότι δεν θα επέλεγε ποτέ τη διακοπή κάθε διπλωματικής σχέσης με τη Μόσχα, καθώς η διπλωματία λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα επαφών.
«Προφανώς και θα συντασσόμουν με την ευρωπαϊκή οικογένεια στην στρατηγική της καταδίκης της Ρωσίας που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, αλλά θα άφηνα κάποιους διαδρόμους ανοιχτούς για την εξεύρεση διπλωματικής λύσης και θα έθετα την Ελλάδα στις χώρες εκείνες που δεν θα ήταν στο σκληρό πυρήνα της αντιρωσικής υστερίας, αλλά σε εκείνες τις χώρες που θα μπορούσαν κάποια στιγμή να ανοίξουν τα μονοπάτια του διαλόγου».
Στη συνέχεια, ο κ. Τσίπρας προχώρησε σε μια βαθιά πολιτική κριτική για την εσωτερική συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εντοπίζοντας το βασικό της πρόβλημα στο γεγονός ότι τα κράτη-μέλη δεν αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο τις απειλές κατά της ασφάλειάς τους.
Αναγνώρισε ως απόλυτα δικαιολογημένο το ότι οι χώρες της Βαλτικής και η Πολωνία βιώνουν τη Ρωσία ως έναν άμεσο, υπαρξιακό κίνδυνο.
Την ίδια στιγμή όμως, κατήγγειλε με νόημα ότι οι ίδιες αυτές χώρες «δεν καίγονται καρφάκι» για τον αντίστοιχο υπαρξιακό κίνδυνο που αισθάνεται η Ελλάδα εξαιτίας της αναθεωρητικής πολιτικής της Τουρκίας.
Επεσήμανε μάλιστα την οξύμωρη πραγματικότητα: η Τουρκία εμφανίζεται σήμερα ως στενός σύμμαχος της Ουκρανίας, ενώ την ίδια ώρα ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Κύπρος, παραμένει υπό παράνομη τουρκική κατοχή εδώ και 52 χρόνια.
Σύμφωνα με τον πρώην Πρωθυπουργό, μια κοινή, ενιαία και αποτελεσματική ευρωπαϊκή στρατηγική στην εξωτερική πολιτική μπορεί να οικοδομηθεί μόνο όταν υπάρξει αμοιβαία κατανόηση και ειλικρινής, αμφίδρομη αλληλεγγύη μεταξύ των εταίρων. Αυτό αποτελεί και τη μεγάλη δομική πρόκληση για το μέλλον της Ε.Ε.
Το στρατηγικό συμφέρον της Ευρώπης και της Ελλάδας
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο Αλέξης Τσίπρας σημείωσε ότι σέβεται όλες τις αποκλίνουσες απόψεις, αλλά κατέθεσε με σαφήνεια στον δημόσιο διάλογο ότι η Ευρώπη οφείλει να αναγνωρίσει το πραγματικό της στρατηγικό συμφέρον, το οποίο ταυτίζεται με την επικράτηση της ειρήνης στην Ουκρανία και τον τερματισμό της κρίσης μέσω της διπλωματικής οδού.
Υπογράμμισε ότι το οικονομικό, κοινωνικό και γεωπολιτικό κόστος αυτού του παρατεταμένου πολέμου υπήρξε ήδη δυσανάλογα μεγάλο για την ευρωπαϊκή ήπειρο.
Κατέληξε δε με ένα σαφές μήνυμα ρεαλισμού, τονίζοντας ότι η εξωτερική πολιτική δεν επιτρέπεται να χαράσσεται με βάση υποκειμενικές συμπάθειες ή προτιμήσεις γύρω από πρόσωπα που ηγούνται άλλων κρατών.
Η Ευρώπη οφείλει να προτάξει τα συμφέροντα της ηπείρου της και η Ελλάδα, αντιστοίχως, οφείλει να πορεύεται με αποκλειστικό γνώμονα την προάσπιση των δικών της εθνικών συμφερόντων.
Ο Αλέξης Τσίπρας είπε:
«Εδώ και τέσσερα πέντε χρόνια που είναι ο πόλεμος στην Ουκρανία πρωτοστατούμε σε μια λογική σε ό,τι αφορά ακόμα και τη δυνατότητα εμείς να παίρνουμε οπλικά συστήματα από τα ελληνικά νησιά και να τα στέλνουμε στην Ουκρανία, ενώ θα έπρεπε να είμαστε μια χώρα που δεν θα αμφισβητεί τη στήριξη των συμμάχων μας, δεν θα αμφισβητεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο βρισκόμαστε, αλλά ακριβώς για να είμαστε πιο ωφέλιμη για την ίδια την ίδια τη συμμαχία στην οποία είμαστε, να έχουμε τη δυνατότητα να αποτελούμε γέφυρα και με τρίτες χώρες και όχι ο πιο σκληρός αντίπαλος απέναντι σε τρίτες χώρες.
»Και νομίζω σε αυτό είμαι πάρα πολύ σαφής. Ναι, βεβαίως. Είμαστε δίπλα στον ουκρανικό λαό. Στηρίξαμε από την πρώτη στιγμή και στηρίζουμε.
»Καταγγέλλουμε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
»Όμως η Ελλάδα πρέπει να είναι μια χώρα που θα κοιτάξει και την επόμενη μέρα κρατώντας, διατηρώντας κάποιους ανοιχτούς διαύλους και με τη Ρωσία.
»Αυτός πρέπει να είναι ο ρόλος μιας χώρας που παραδοσιακά είχε συμμαχίες. Βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι γεωπολιτικό.
»Μπορούσε να μιλάει και με την Ανατολή και να ανήκει στη Δύση, αλλά να μιλάει και με την Ανατολή.
»Να μιλάει και με το Βορρά να μιλάει και με το Νότο.
»Αυτή είναι η αντίληψη της ενεργητικής και πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής που έχει εγκαταλείψει ο κύριος Μητσοτάκης. Και δεν είναι, επαναλαμβάνω, μια αντίληψη την οποία είχε μόνο το ΠΑΣΟΚ, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν και του ίδιου του Κωνσταντίνου Καραμανλή. (…)
»Προφανώς και δεν αμφισβητεί κανείς σε ποιο πλευρό είμαστε. Αυτό το οποίο λέω και το είπα από την πρώτη στιγμή είναι ότι η ίδια η Ευρώπη πρέπει να έχει μια στρατηγική διπλωματικής λύσης.
»Και η διπλωματική λύση μπορεί να επιτευχθεί μονάχα όταν υπάρχουν πρωτοβουλίες στην κατεύθυνση της εξεύρεσης αυτής της λύσης.
»Ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ ήταν αυτός ο οποίος προσπάθησε και το έχει αναλάβει και ακολουθεί αυτή αυτή την πολιτική.
»Γιατί λοιπόν συμμέτοχο σε αυτή την διαδικασία να είναι ο Ερντογάν και να μην μπορεί να είναι και η ελληνική κυβέρνηση;
»Γιατί η Ελλάδα δεν μπορεί να παίξει ένα τέτοιο ρόλο;
»Η Ελλάδα δεν έχει τη δύναμη και την ισχύ να παίξει έναν διαπραγματευτικό ρόλο προς όφελος της ειρήνης, της ασφάλειας, της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή; (…)
»Ερώτηση: Εγώ θέλω να σας κάνω μια ερώτηση. Το 2015 πήγατε στην Μόσχα και συναντηθήκατε με τον κύριο Πούτιν. Τώρα αν ήσασταν πρωθυπουργός θα ξανακάνετε το ίδιο;
»Αλ. Τσίπρας: Όχι, διότι αυτή τη στιγμή η Ρωσία είναι μια δύναμη η οποία ακολουθεί μια πολιτική αμφισβήτησης του διεθνούς δικαίου, αλλά δεν θα διέκοπτα κάθε διπλωματική σχέση με τη Ρωσία, διότι υπάρχουν πολλά επίπεδα διπλωματικών επαφών.
»Προφανώς και θα συντάσσομουν με την ευρωπαϊκή οικογένεια στην στρατηγική της καταδίκης της Ρωσίας που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, αλλά θα άφηνα κάποιους διαδρόμους ανοιχτούς για την εξεύρεση διπλωματικής λύσης και θα έθετα την Ελλάδα στις χώρες εκείνες που δεν θα ήταν στο σκληρό πυρήνα της αντι ρωσικής υστερίας, αλλά σε εκείνες τις χώρες που θα μπορούσαν κάποια στιγμή να ανοίξουν τα μονοπάτια του διαλόγου.
»Κοιτάξτε να δείτε το πρόβλημα της Ευρώπης σήμερα ξέρετε ποιο είναι;
»Ότι δεν αισθανόμαστε το ίδιο όλοι τον κίνδυνο της ασφάλειάς μας.
»Οι χώρες της Βαλτικής, η Πολωνία, δικαίως θεωρούν ότι ο υπαρξιακός τους κίνδυνος είναι η Ρωσία.
»Δεν καίγονται καρφάκι, σας διαβεβαιώ, για τον υπαρξιακό κίνδυνο που αισθανόμαστε εμείς απέναντι στην Τουρκία και για το γεγονός ότι έχει μια σύμμαχο χώρα όπως η Ουκρανία, αλλά μια χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται σήμερα υπό κατοχή εδώ και 52 χρόνια.
»Μόνο όταν θα μπορέσουμε ο ένας να καταλάβει τον άλλον και να αισθανθούμε την αλληλεγγύη και εμείς απέναντι τους, αλλά και εκείνοι απέναντι σε μας, μόνο τότε θα μπορέσουμε να χαράξουμε μια ενιαία στρατηγική εξωτερικής πολιτικής, η οποία θα μπορεί να έχει και απτά αποτελέσματα. Και αυτό είναι, αν θέλετε, το μεγάλο πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (…)
»Σέβομαι τις γνώμες όλων. Αυτό το οποίο καταθέτω όμως στο τραπέζι του δημόσιου διαλόγου είναι ότι η Ευρώπη κάποια στιγμή πρέπει να κοιτάξει στο στρατηγικό της συμφέρον.
»Το στρατηγικό συμφέρον της Ευρώπης είναι η ειρήνη στην Ουκρανία. Ήταν η διπλωματική επίλυση αυτής της κρίσης. (…)
»Και το κόστος αυτού του πολέμου ήτανε προφανώς δυσανάλογο για την Ευρώπη. (…) Στην εξωτερική πολιτική δεν μπορούμε να χαράσσουμε την εξωτερική πολιτική έχοντας κάποιες τέτοιου είδους προτιμήσεις στο ποιός είναι πρόεδρος και ποιός δεν είναι πρόεδρος μιας άλλης χώρας.
»Εμείς ως Ευρώπη πρέπει να κοιτάξουμε τα συμφέροντά της ηπείρου μας και εμείς ως Ελλάδα πρέπει να κοιτάξουμε τα δικά μας εθνικά συμφέροντα».






