ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ Στρατηγός Δημήτριος Χούπης συμμετείχε σήμερα Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026 ως ομιλητής στην 3η Σύνοδο ‘Αμυνας της Πράγας (IISS Prague Defence Summit), η οποία διοργανώνεται από το Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών [International Institute for Strategic Studies (IISS)] από την Τετάρτη 16 έως την Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026.
Στη σύνοδο, σύμφωνα με ανακοίνωση του ΓΕΕΘΑ, συμμετείχαν 250 κυβερνητικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι, εκπρόσωποι της αμυντικής βιομηχανίας, αναλυτές και εκπρόσωποι Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης από την ευρωατλαντική κοινότητα και πέραν αυτής, με αντικείμενο τις σύγχρονες προκλήσεις και τις προοπτικές ανάπτυξης των ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων.
Ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ τοποθετήθηκε στην τρίτη θεματική ενότητα της Συνόδου με τίτλο “Rethinking Military Mobilisation in Europe”. Κατά την ομιλία του αναφέρθηκε στην ανάγκη επανεξέτασης του τρόπου με τον οποίο η Ευρώπη προσεγγίζει τη στρατιωτική κινητοποίηση και την επιστράτευση, υπό το πρίσμα των σύγχρονων απειλών και των τεχνολογικών εξελίξεων, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη πιο ευέλικτων και ανθεκτικών Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και στην υιοθέτηση μιας ολιστικής προσέγγισης που συνδέει την άμυνα με την κοινωνία και τη συνεργασία πολιτικού και στρατιωτικού τομέα.
Σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής για την ευρωπαϊκή ασφάλεια αναφέρθηκε ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ, επισημαίνοντας ότι οι παραδοχές που διαμόρφωσαν τη δομή των ευρωπαϊκών Ενόπλων Δυνάμεων, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, τίθενται πλέον υπό δοκιμασία. Όπως υπογράμμισε, η επιστροφή του πολέμου υψηλής έντασης, σε συνδυασμό με τις τεχνολογικές εξελίξεις, επιβάλλει «μια θεμελιώδη επανεκτίμηση» του τρόπου με τον οποίο τα ευρωπαϊκά κράτη κινητοποιούν και διατηρούν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες.
Ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ τόνισε ότι το ζήτημα δεν αφορά αποκλειστικά τις Ένοπλες Δυνάμεις, «αλλά συγκεκριμένες θεσμικές επιλογές και επενδύσεις σε υποδομές, οι οποίες θα κρίνουν κατά πόσον οι ευρωπαϊκές χώρες μπορούν να διαθέτουν αξιόπιστη αποτρεπτική ικανότητα και να υποστηρίζουν επιχειρήσεις για «μήνες, χρόνια και όχι εβδομάδες, εφόσον αυτό απαιτηθεί».
Αναφερόμενος στα διδάγματα των τελευταίων τεσσάρων ετών, σημείωσε ότι τα παραδοσιακά μοντέλα στρατολόγησης δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στις σύγχρονες επιχειρησιακές απαιτήσεις, ενώ η εξάρτηση των στρατιωτικών δυνάμεων από μη στρατιωτικές υποδομές δημιουργεί ευπάθειες στον κυβερνοχώρο και στον πληροφοριακό τομέα. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «οι συγκεκριμένες προκλήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με αμιγώς στρατιωτικές λύσεις».
Στο πλαίσιο αυτό, παρουσίασε τέσσερις αλληλένδετες διαστάσεις της σύγχρονης στρατιωτικής κινητοποίησης: την εξειδίκευση και κοινωνική ενσωμάτωση των στρατευσίμων, τις εκπαιδευτικές και τεχνολογικές υποδομές, την πολιτικο-στρατιωτική διασύνδεση και τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό.
Επαγγελματικές και στρατεύσιμες δυνάμεις
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη λειτουργική διάκριση μεταξύ επαγγελματικών και στρατεύσιμων δυνάμεων. Εξήγησε ότι «οι επαγγελματικοί στρατοί είναι κατά κύριο λόγο προσανατολισμένοι στη συνεχή εδαφική άμυνα και στην προστασία του πληθυσμού, ενώ οι επαγγελματικές δυνάμεις είναι επίσης σχεδιασμένες για εκστρατευτικές επιχειρήσεις και οι στρατεύσιμες δυνάμεις για την εδαφική ασφάλεια».
«Αυτό δεν αποτελεί περιορισμό πόρων, αλλά στρατηγική αρχή», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ, η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς η κινητοποίηση δεν αποτελεί αποκλειστικά στρατιωτική διαδικασία, αλλά «κοινωνική διαδικασία». Όπως ανέφερε, προϋποθέτει την ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας, την κατανόηση της συλλογικής ευθύνης για την άμυνα και την ενσωμάτωση της στρατιωτικής υπηρεσίας στον κοινωνικό και θεσμικό ιστό.
Στο σημείο αυτό παρέπεμψε στην αρχαία ελληνική παράδοση και στο ομηρικό «Εν οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης», υπογραμμίζοντας ότι η υπεράσπιση της πατρίδας αποτελεί διαχρονικά «κοινή ευθύνη».
Η ελληνική προσέγγιση και η «AGENDA 2030»
Αναφερόμενος στην Ελλάδα, παρουσίασε τις αλλαγές που προωθούνται μέσω του Στρατηγικού Σχεδίου «Ατζέντα 2030» και της αναδιάρθρωσης της στρατιωτικής θητείας, με έμφαση στο μοντέλο της «Ενεργού Εθελοντικής Εφεδρείας».
Όπως εξήγησε, η προσέγγιση αυτή στηρίζεται σε τρεις βασικές αρχές, οι οποίες συνδέονται με την αρχαία ελληνική αντίληψη του «Οπλίτη-Πολίτη», σύμφωνα με την οποία η ιδιότητα του πολίτη συνοδευόταν και από την ευθύνη υπεράσπισης της πόλης.
Πρώτη αρχή, όπως ανέφερε, είναι η γεωγραφική τοποθέτηση των στρατευσίμων με βάση την καταγωγή και τον τόπο μόνιμης κατοικίας τους. Με τον τρόπο αυτό, όπως υποστήριξε, ενισχύεται η παραμονή του προσωπικού και η δυνατότητα άμυνας των τοπικών κοινωνιών, καθώς οι στρατεύσιμοι αισθάνονται ότι υπερασπίζονται «τις γεωγραφικές τους κοινότητες και όχι κάποια αφηρημένη έννοια εδάφους».
Δεύτερη αρχή αποτελεί η τεχνολογική ισοτιμία των στρατευσίμων με τις επαγγελματικές δυνάμεις. Ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ σημείωσε ότι οι νέες γενιές στρατιωτών, και ειδικότερα η Generation Z, είναι περισσότερο επιφυλακτικές απέναντι σε μια στρατιωτική θητεία που δεν συνδέεται με την τεχνολογική εξέλιξη.
Για τον λόγο αυτό, τόνισε ότι η θητεία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ευκαιρία ανάπτυξης τεχνικών και επαγγελματικών δεξιοτήτων και όχι ως διακοπή της επαγγελματικής πορείας των νέων. «Πρέπει να ενθαρρύνονται να βλέπουν τη στρατιωτική υπηρεσία ως ενίσχυση των τεχνικών τους δεξιοτήτων», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τρίτη αρχή, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η επιτάχυνση της επιχειρησιακής αξιοποίησης των στρατευσίμων. Όπως ανέφερε, στόχος είναι το 70% να επιτυγχάνει επιχειρησιακή ένταξη εντός 14 εβδομάδων.
Υπογράμμισε ότι πρέπει να περιοριστεί στο ελάχιστο το χρονικό διάστημα μεταξύ της ολοκλήρωσης της εκπαίδευσης και της επιχειρησιακής αξιοποίησης, μέσω της εκπαίδευσης σε νέες τεχνολογίες και της χρήσης προηγμένων φονικών και μη φονικών συστημάτων και μέσων επίδρασης, όπως τα drones, οι δυνατότητες κυβερνοχώρου και η τεχνητή νοημοσύνη.
Τεχνολογία και κινητοποίηση
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη σύνδεση της κινητοποίησης με την τεχνολογική ανάπτυξη. Όπως ανέφερε, «οι ψηφιακές πλατφόρμες cloud για την ειδοποίηση των στρατευσίμων, η κατανεμημένη διοίκηση και η εξατομικευμένη διαδικτυακή εκπαίδευση δεν αποτελούν συμπληρωματικά εργαλεία, αλλά θεμελιώδη στοιχεία της σύγχρονης διαδικασίας κινητοποίησης».
Σημείωσε, παράλληλα, ότι η αποτελεσματική κινητοποίηση προϋποθέτει ισχυρές, κρατικά διαχειριζόμενες και προστατευμένες από κυβερνοαπειλές τεχνολογικές υποδομές, οι οποίες θα μπορούν να λειτουργούν ακόμη και σε συνθήκες ταχέως εξελισσόμενης κρίσης.
Υπογράμμισε επίσης τον ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος, το οποίο, όπως είπε, «θα πρέπει να προετοιμάζει συστηματικά τους πολίτες για την κινητοποίηση και να ενισχύει την αντίληψη ότι η άμυνα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιδιότητας του πολίτη και της επαγγελματικής του ταυτότητας».
Αξιοποίηση της κοινωνικής και επαγγελματικής τεχνογνωσίας
Στο ίδιο πνεύμα, αναφέρθηκε στην προσπάθεια της Ελλάδας να διαμορφώσει ένα πιο συστηματικό μοντέλο κινητοποίησης, αξιοποιώντας την εξειδικευμένη τεχνογνωσία πρώην στρατευσίμων που έχουν πλέον εξελιχθεί σε επαγγελματίες, τη δομημένη συμμετοχή πολιτών, καθώς και πιλοτικές δράσεις για τη συμμετοχή γυναικών σε συγκεκριμένους τομείς εξειδίκευσης.
Όπως εξήγησε, «οι σύγχρονες αμυντικές επιχειρήσεις απαιτούν εξειδικευμένο προσωπικό σε τομείς όπως η κυβερνοασφάλεια, η εφοδιαστική υποστήριξη, η ανάλυση δεδομένων και οι επικοινωνίες».
Η δημιουργία συμβατικών πλαισίων με επαγγελματίες του ιδιωτικού τομέα σε περίοδο ειρήνης, σημείωσε, επιτρέπει τη δημιουργία «αποθεμάτων τεχνογνωσίας» που μπορούν να κινητοποιηθούν ταχύτατα σε περίπτωση κρίσης.
Με τον τρόπο αυτό, όπως τόνισε, η κινητοποίηση μετατρέπεται από μια αμιγώς στρατιωτική λειτουργία σε έναν μηχανισμό «πολιτικο-στρατιωτικής ολοκλήρωσης και αλληλεπίδρασης», με τους εξειδικευμένους επαγγελματίες να λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής αμυντικής ικανότητας.
«Total Defence» και υποδομές διττής χρήσης
Μια ακόμη κρίσιμη διάσταση, σύμφωνα με τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ, είναι η ενοποίηση πολιτικών και στρατιωτικών συστημάτων στο πλαίσιο των μοντέλων «total defence» ή «whole-of-society».
Όπως υπογράμμισε, «η σύγχρονη στρατιωτική κινητοποίηση δεν μπορεί να επιτύχει εάν η άμυνα αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως στρατιωτική λειτουργία. Οι Ένοπλες Δυνάμεις εξαρτώνται από πολιτικές υποδομές και αλυσίδες εφοδιασμού, ενώ ταυτόχρονα οι πολιτικές υποδομές είναι εκτεθειμένες σε απειλές όπως ο κυβερνοπόλεμος και τα πλήγματα ακριβείας».
«Αυτή η αλληλεξάρτηση είναι δομική και μη διαπραγματεύσιμη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στο πλαίσιο αυτό, παρουσίασε την προσέγγιση των υποδομών διττής χρήσης που προωθεί η Ελλάδα. Όπως εξήγησε, στρατιωτικές εγκαταστάσεις, κόμβοι μεταφορών, κρατικά εργαλεία λογισμικού cloud και βιομηχανικές δυνατότητες μπορούν να σχεδιάζονται και να αξιοποιούνται ως υποδομές διττής χρήσης, λειτουργώντας ως πολιτικές υποδομές σε περίοδο ειρήνης και ως υποδομές στρατιωτικής κινητοποίησης σε περίοδο κρίσης.
Τεχνολογικός εκσυγχρονισμός και νέο επιχειρησιακό δόγμα
Κλείνοντας, ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ αναφέρθηκε στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και στην ανάγκη προσαρμογής του επιχειρησιακού δόγματος στα διδάγματα των σύγχρονων συγκρούσεων και στις τεχνολογικές εξελίξεις.
Όπως προειδοποίησε, «οι χώρες που θα παραμείνουν προσκολλημένες στα μοντέλα στρατολόγησης της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου θα βρεθούν αντιμέτωπες με τεχνολογικά κατώτερες δυνάμεις». Αντίθετα, ανέφερε ότι «η ενσωμάτωση της στρατιωτικής θητείας με την επαγγελματική εξειδίκευση και τις διαρκείς τεχνολογικές επενδύσεις, σε συνδυασμό με την υβριδική αποτροπή και τις υποδομές διττής χρήσης, αποτελεί βασική παράμετρο της σύγχρονης αμυντικής προετοιμασίας».
Την ίδια στιγμή, υπογράμμισε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν πλέον την κινητοποίηση όχι ως μια αφηρημένη στρατηγική επιλογή, αλλά ως ζήτημα συγκεκριμένων θεσμικών μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων σε υποδομές.
«Η κινητοποίηση πρέπει να επαναπροσδιοριστεί ως κυβερνητική στρατηγική σε επίπεδο κοινωνίας και όχι ως πρόβλημα στρατιωτικών προμηθειών», τόνισε.
Παράλληλα, σημείωσε ότι το γεωπολιτικό «παράθυρο» για τον συγκεκριμένο μετασχηματισμό παραμένει ανοικτό, αλλά «στενεύει», επισημαίνοντας τη σημασία των επόμενων τριών έως πέντε ετών για τη θεσμοθέτηση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων.
Καταλήγοντας, χαρακτήρισε τη στρατιωτική κινητοποίηση της Ευρώπης δοκιμασία για το κατά πόσον οι ευρωπαϊκές κοινωνίες μπορούν να προχωρήσουν σε συστημική θεσμική ανανέωση σε μια περίοδο επιτάχυνσης των απειλών.
«Οι πόροι υπάρχουν και τα τεχνικά πλαίσια επίσης», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η στρατηγική και πολιτική αναγκαιότητα καθίσταται ολοένα και πιο σαφής.
Όπως υπογράμμισε, το ζητούμενο πλέον είναι η διαρκής βούληση για τον μετασχηματισμό των εκπαιδευτικών συστημάτων, των τεχνολογικών υποδομών, των στρατιωτικών δομών και της νοοτροπίας των πολιτών «με συνοχή και πειθαρχία».
Ολοκληρώνοντας την παρέμβασή του, επικαλέστηκε το διαχρονικό δίδαγμα της Ιστορίας, σύμφωνα με το οποίο όσοι τελικά επικρατούν είναι εκείνοι που διαθέτουν την προνοητικότητα να προβλέπουν τις εξελίξεις, την ετοιμότητα να δράσουν και την αποφασιστικότητα «να διαμορφώσουν τα γεγονότα αντί να διαμορφωθούν από αυτά».






