Ισλαμικό ΚράτοςΙσραήλ
Αίθουσα Σύνταξης
Τμήμα ειδήσεων tribune.gr

ΣΟΚ: Άφηναν 36χρονη κατάκοιτη να σαπίζει στο μπαλκόνι

ΣΟΚ: Άφηναν 36χρονη κατάκοιτη να σαπίζει στο μπαλκόνι
ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Διαβάστε σχετικά για Αστυνομία, Καλλιθέα, Τρισεύγενη Δρούλια,

Φρίκη προκαλούν τα μεσαιωνικά βασανιστήρια που βίωσε 36χρονη κοπέλα στα χέρια της γυναίκας που υποτίθεται ότι την φρόντιζε.

Όλα αυτά δεν έγιναν σε κάποιο απομονωμένο ορεινό χωριό, αλλά στο κέντρο της Αθήνας, στην Καλλιθέα.

«Θα ήθελα να γυρίσω σπίτι μου, αλλά φοβάμαι. Με χτύπαγαν. Δεν μου έδιναν νερό, για να μην κατουριέμαι και λερώνω συνέχεια. Δεν με αγαπάει.” εξομολογείται η 36χρονη, που νοσηλεύεται από τον Ιούλιο σε νοσοκομείο της Αθήνας και προσπαθεί να αναρρώσει από τις φρικτές πληγές στο σώμα και την ψυχή της.

Η μητέρα της 36χρονης, που πέθανε το 2006, είχε αφήσει μια ηλικιωμένη ρωσοπόντια να την φροντίζει.

Όμως η γυναίκα αυτή μαζί με ένα συγγενή της εκμεταλέτυηκαν την 36χρονη και στην συνέχεια την βασάνιζαν.

Όχι μόνο έπαιρναν τα 1.200 από  την σύνταξη της 36χρονης αλλά είχαν καταφέρει να τους γράψει, άγνωστο πως, το σπίτι στην Καλλιθέα.

Κάποια στιγμή όταν η 36χρονη έσπασε το πόδι της, έβγαλαν τη Μαρία με το κρεβάτι της στον φωταγωγό και μπροστά είχαν κρεμάσει σεντόνια για να μην μπορούν να την βλέπουν οι υπόλοιποι ένοικοι.

Σοκαρισμένη, μιλάει στο Έθνος για την υπόθεση, η Τρισεύγενη Δρούλια, υπάλληλος της Υγειονομικής Υπηρεσίας: «Το θέαμα ήταν φρικτό! Εχω μεγάλη πείρα. Πρώτη φορά λύγισα. Εκλαιγα. Και τώρα που το θυμάμαι πάλι κλαίω. Είδαμε έναν ανθρώπινο σκελετό, πληγιασμένο, που μύριζε φοβερά. Μπήκαμε μέσα. Η κοπέλα ήταν ημίγυμνη, ”φαγωμένη”, χτυπημένη. Από τη μέση και κάτω είχε σαπίσει. Οι κατακλύσεις ήταν σε προχωρημένο στάδιο. Το αριστερό πόδι ήταν σπασμένο, δεμένο με επιδέσμους σε ξύλο, για να το ακινητοποιήσουν, όπως κάνουν στα ζώα… Την είχαν ξαπλωμένη πάνω σε μουσαμά, χωρίς σεντόνια, μέσα στο κατακαλόκαιρο. Μια ηλικιωμένη της έριχνε πάνω στις πληγές οινόπνευμα μπλε. Μαζί στο σπίτι ήταν και ένας άντρας.Ρωτήσαμε την ηλικιωμένη, γιατί την έχει έξω. Εκείνη απάντησε: “Για να την πλένουμε με λάστιχο”. Εγω δεν αντιδικώ ποτέ με πολίτες, αλλά δεν κρατήθηκα… Το σπίτι μέσα πεντακάθαρο και η κοπέλα έξω σάπιζε, εκτεθειμένη σε μύγες και μικρόβια”.

Και το ιατροδικαστικό πόρισμα προκαλεί ανατριχίλα: «… βαριά υπόχρωμη μικροκυτταρική αναιμία, γενικευμένες κατακλύσεις ράχης, λεκάνης, ισχίων, πτερνών, γονάτων, ανοιχτά τραύματα δεξιάς και αριστεράς κατά γόνυ άρθρωσης και γενικευμένη καχεξία, καθώς και βαριές λοιμώξεις μαλακών μορίων…».

Ως αποτέλεσμα όλων των περιπετειών που βίωσε η 36χρονη, ήταν να χάσει το πόδι της.

Τώρα όλοι προσπαθούν να βρουν λύσεις για να προχωρήσει η εισαγγελική έρευνα καθώς και να μπορέσει να γυρίσει ασφαλής στο σπίτι της.

Διαβάστε το ρεπορτάζ της Μαίρης Μπενέα που δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής:

Η 36χρονη κοπέλα, που σώθηκε από θαύμα, νοσηλεύεται σε κρατικό νοσοκομείο από τον περασμένο Ιούλιο, έχοντας ωστόσο χάσει το αριστερό της πόδι από τα βασανιστήρια, αφού είχε πέσει θύμα 77χρονης Ρωσοπόντιας, που την πρόσεχε τα τελευταία χρόνια, και 50χρονου συγγενούς της.

Μαζί της απέσπασαν την ακίνητη περιουσία και εισέπρατταν τη σύνταξη των 1.200 ευρώ που έπαιρνε, την κρατούσαν σε μπαλκόνι φωταγωγού, χωρίς φαγητό και νερό, με το σπασμένο πόδι της δεμένο σε ξύλο, όπως τα ζώα, αφήνοντάς την να σαπίζει από τις κατακλίσεις…

Η άτυχη Μαρία θα είχε χάσει τη ζωή της, εάν δεν την έσωζαν οι γείτονες στην πολυκατοικία της Καλλιθέας, οι οποίοι μόλις αντιλήφθηκαν την κατάστασή της, ειδοποίησαν την υγειονομική υπηρεσία.

Το «Εθνος της Κυριακής» μόλις ενημερώθηκε για τη φρικτή ιστορία της Μαρίας, έσπευσε να διερευνήσει την υπόθεση, προσκομίζοντας παράλληλα στις δικαστικές αρχές τα στοιχεία, για να επισπευσθεί η ποινική διαδικασία, η οποία είχε ξεκινήσει από το ΑΤ Καλλιθέας, αλλά μέχρι τότε εκινείτο με βραδείς ρυθμούς, γιατί δεν είχε δοθεί η απαιτούμενη βαρύτητα στο περιστατικό…

Επιπλέον διερευνάται εάν διαμένουν τώρα στο σπίτι άλλοι από τον κύκλο των κατηγορουμένων, ώστε να απομακρυνθούν, για να επιστρέψει εκεί η Μαρία μετά τη νοσηλεία της. Αυτεπάγγελτα η Εισαγγελία έχει ξεκινήσει ενέργειες, για να διοριστεί δικαστική παραστάτης της Μαρίας η γειτόνισσά της Ιωάννα Πλεύρη, που είναι συνεχώς δίπλα της.

Ανατριχιαστικό είναι το πόρισμα της ιατροδικαστικής έκθεσης, που μεταξύ άλλων αναφέρει: «… βαριά υπόχρωμη μικροκυτταρική αναιμία, γενικευμένες κατακλύσεις ράχης, λεκάνης, ισχίων, πτερνών, γονάτων, ανοιχτά τραύματα δεξιάς και αριστεράς κατά γόνυ άρθρωσης και γενικευμένη καχεξία, καθώς και βαριές λοιμώξεις μαλακών μορίων…».

Ωστόσο, αυτό που δεν μπορεί να ξεχάσει κάποιος στη Μαρία είναι τα μάτια της!

Ο,τι δεν μπορεί να κάνει με το ακίνητο, παράλυτο σώμα της, το κατορθώνουν τα υγρά, μεγάλα μάτια της.

Ξαπλωμένη στο κρεβάτι του νοσοκομείου μιλάει αργά, αλλά κατανοητά.

Ζητά ένα παγωτό και λίγο νερό.

«Πότε θα έρθει η Ιωάννα;», ρωτάει συνέχεια, αναφερόμενη στη γειτόνισσα, που, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, τη βοήθησε.

«Θα ήθελα να γυρίσω σπίτι μου, αλλά φοβάμαι. Με χτύπαγαν. Δεν μου έδιναν νερό, για να μην κατουριέμαι και λερώνω συνέχεια. Δεν με αγαπάει. Θέλω άλλη γυναίκα να με προσέχει…».

Θυμάται τη γιαγιά της, ο θάνατος της οποίας την έφερε στο σημείο να επιχειρήσει να βάλει τέρμα στη ζωή της, πέφτοντας από το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου και να μείνει ανάπηρη.

Η μητέρα της είχε αναθέσει στην 77χρονη να την προσέχει, όταν δούλευε.

Πέθανε το 2006 και η Μαρία έμεινε μόνη, εξαρτώμενη αποκλειστικά από αυτή τη γυναίκα, η οποία μετακόμισε στο σπίτι της.

Στην επόμενη επίσκεψή μας στο νοσοκομείο βρισκόταν μαζί με τη Μαρία η Ιωάννα, που έγινε ο φύλακας – άγγελός της: «Tην ξέρω από μικρή. Ηταν ένα λιγομίλητο, ντροπαλό κορίτσι. Ημασταν ήσυχοι, η κυρία, που συνέχισε να τη φροντίζει μετά από τον θάνατο της μητέρας της, έμοιαζε πολύ καλή. Της μιλούσε όμορφα και την πρόσεχε, ερχόταν συχνά και κοινωνική λειτουργός. Ώσπου ξαφνικά έβγαλαν τη Μαρία με το κρεβάτι της στον φωταγωγό, χωρίς να μπορούμε να τη δούμε. Μπροστά είχαν κρεμάσει σεντόνια. Οταν τη ρωτήσαμε, μας είπε ”με βγάλανε γιατί βρωμούσα”! Ο,τι ακολούθησε δεν περιγράφεται. Η Μαρία φώναζε συνεχώς, για νερό, πορτοκαλάδα, σουβλάκι… ”Hπιες νερό. Φτάνει! Θα σαπίσει ο κ… σου”, της απαντούσαν. ”Ναι, τώρα θα πάω στο περιβόλι να σου μαζέψω πορτοκάλια”. ”Δεν έχουμε λεφτά. Θα φας ό,τι τρώμε όλοι”…

“Τη ρωτήσαμε τι θέλει. Ζήτησε νερό, φράουλες, παστίτσιο. Έτσι, την επόμενη φορά που βγήκε έξω η κυρία προτείναμε να κεράσουμε τη Μαρία φράουλες και πίτα. Έξαλλη φώναζε ότι δεν χρειάζεται τίποτα και να κοιτάμε τη δουλειά μας, φέρνοντας να δούμε πορτοκάλια. Την ίδια μέρα, όταν συνειδητοποίησα ότι έλειπε, χτύπησα την πόρτα. Μισάνοιξε ο συγκάτοικος και δεν με άφηνε να μπω. Μου είπε ότι η Μαρία κοιμάται, όμως εγώ μπήκα και αντίκρισα έναν σκελετό. Σκασμένα χείλη, σάπια δόντια, ζαρωμένο δέρμα και μάτια γεμάτα απόγνωση. Σοκαρισμένη, ψέλλισα: “Mαρία! Τι θέλεις να κάνω για σένα;”. “Nα έρχεσαι!”, μου απάντησε. “Δεν με αγαπάνε. Με χτυπάνε. Θέλω άλλη γυναίκα…”.

Εφυγα τρέχοντας, μέρες είχα να κοιμηθώ… Οταν ξαναπήγα ο άντρας με έσπρωξε στον διάδρομο. Η γυναίκα τής έκανε ψυχολογικό πόλεμο, βρίζοντάς τη ”βαμπίρ, που πίνεις το αίμα των ανθρώπων. Ούτε μία μέρα δεν θα άντεχε άλλη γυναίκα μαζί σου”. ”Θα έρθει άντρας να με σώσει”, έλεγε η Μαρία. ”Σιγά, θες και άντρα, με τέτοιο κ…”.

Την τελευταία μέρα η Μαρία σταμάτησε να μιλάει, δεν έφαγε και κοιμόταν συνεχώς. Φώναξα να της βάλει θερμόμετρο, αλλά εκείνη με αποπήρε ουρλιάζοντας. Απευθυνθήκαμε στην Πρόνοια. Τίποτα δεν έγινε. Ευτυχώς ενήργησε το Υγειονομικό».

Εξίσου σοκαρισμένη, μιλάει για την υπόθεση η Τρισεύγενη Δρούλια, υπάλληλος της Υγειονομικής Υπηρεσίας: «Το θέαμα ήταν φρικτό! Εχω μεγάλη πείρα. Πρώτη φορά λύγισα. Εκλαιγα. Και τώρα που το θυμάμαι πάλι κλαίω. Είδαμε έναν ανθρώπινο σκελετό, πληγιασμένο, που μύριζε φοβερά.

Μπήκαμε μέσα. Η κοπέλα ήταν ημίγυμνη, ”φαγωμένη”, χτυπημένη. Από τη μέση και κάτω είχε σαπίσει. Οι κατακλύσεις ήταν σε προχωρημένο στάδιο. Το αριστερό πόδι ήταν σπασμένο, δεμένο με επιδέσμους σε ξύλο, για να το ακινητοποιήσουν, όπως κάνουν στα ζώα… Την είχαν ξαπλωμένη πάνω σε μουσαμά, χωρίς σεντόνια, μέσα στο κατακαλόκαιρο. Μια ηλικιωμένη τής έριχνε πάνω στις πληγές οινόπνευμα μπλε. Μαζί στο σπίτι ήταν και ένας άντρας.Ρωτήσαμε την ηλικιωμένη, γιατί την έχει έξω. Εκείνη απάντησε: “Για να την πλένουμε με λάστιχο”. Εγω δεν αντιδικώ ποτέ με πολίτες, αλλά δεν κρατήθηκα… Το σπίτι μέσα πεντακάθαρο και η κοπέλα έξω σάπιζε, εκτεθειμένη σε μύγες και μικρόβια.
Είπα στον αστυνομικό, “δεν φεύγουμε, εάν δεν πάρεις διοικητή και εισαγγελέα”. Η ηλικιωμένη έβριζε. Φυλάγαμε καραούλι με τη συνάδελφο, γιατί φοβόμασταν, μήπως την απειλήσουν, τη χτυπήσουν. Ακόμη και να τη δηλητηριάσουν… Το κορίτσι ψέλλισε, ικέτεψε: ”Σας παρακαλώ πάρτε με από δω. Βοηθήστε με. Διώξτε τους…”! Στην αριστερή πλευρά του προσώπου της είχε σημάδια και μία φρέσκια ουλή. Τη ρώτησα και απάντησε ότι τη χτύπησε η γυναίκα… Της είπαμε: “Mη φοβάσαι πια. Τώρα είσαι σε καλά χέρια”. Ζήταγε νερό. Ηταν αφυδατωμένη. Της δώσαμε τρία μπουκάλια, αν και δεν έπρεπε, έτσι απότομα… Το ΕΚΑΒ δεν μπορούσε να τη μεταφέρει με καροτσάκι, επειδή από την ακινησία είχε γίνει σαν κούτσουρο… Και έτσι μεταφέρθηκε με φορείο…».ΜΑΙΡΗ ΜΠΕΝΕΑ

Σχετικά άρθρα