Ισλαμικό ΚράτοςΛιβύη
Αίθουσα Σύνταξης
Τμήμα ειδήσεων tribune.gr

Μίχαλος: Σημαντική η δημιουργία κόμβων καινοτομίας σε όλη την Ελλάδα

Μίχαλος: Σημαντική η δημιουργία κόμβων καινοτομίας σε όλη την Ελλάδα
ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS

«Είναι γεγονός ότι ο κόσμος μας σήμερα βιώνει τη λεγόμενη τέταρτη βιομηχανική επανάσταση. Την επανάσταση της ψηφιακής τεχνολογίας, της τεχνητής νοημοσύνης, των αλγορίθμων, του Internet of Things, των Big Data, της ρομποτικής, της βιοτεχνολογίας, της νανοτεχνολογίας, της τρισδιάστατης εκτύπωσης».

«Όλες αυτές οι τεχνολογίες έχουν ήδη αρχίσει να ανατρέπουν υφιστάμενες δομές και μοντέλα, παραγωγικές σχέσεις και γεωπολιτικές ισορροπίες.

»Έχουν αρχίσει να μετασχηματίζουν ριζικά την παγκόσμια οικονομία.

»Αυξάνουν την παραγωγικότητα, βελτιώνουν το συντονισμό και τις ροές παραγωγής, βοηθούν στη βέλτιστη αξιοποίηση των πόρων, επιτρέπουν τη δημιουργία υψηλότερης προστιθέμενης αξίας».

Αυτό υπογράμμισε ο πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων και του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθήνας, Κωνσταντίνος Μίχαλος στην παρουσίαση του βιβλίου «Ρήξη – Ο πόλεμος της τεχνητής νοημοσύνης» του οµότιµου καθηγητή του τµήµατος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστηµίου, Παναγιώτη Ρουµελιώτη.

Στη συνέχεια ο κ. Μίχαλος ανέφερε:

Διάβασα με ενδιαφέρον στο βιβλίο ότι το 2030 η τεχνητή νοημοσύνη θα συμβάλει στην παγκόσμια οικονομία με 13 τρισ. δολάρια.

Και ότι το 55% του συνολικού οφέλους που θα προέλθει από αυτή, θα σχετίζεται με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.

Επίσης, ότι αναμένεται να προστεθούν 9 τρισεκατομμύρια δολάρια στην παγκόσμια οικονομία, μέσα από την κατανάλωση βελτιωμένων προϊόντων και υπηρεσιών, λόγω της τεχνητής νοημοσύνης.

Είναι προφανές ότι οι χώρες και οι επιχειρήσεις που θα αποκτήσουν το προβάδισμα σε αυτή την πορεία – ή έστω θα καταφέρουν να συμβαδίσουν – θα επωφεληθούν περισσότερο. Αντίστοιχα, όσοι χάσουν το τρένο, κινδυνεύουν να περιθωριοποιηθούν.

Κι εδώ αναδεικνύεται μια μεγάλη πρόκληση, για την Ευρώπη και για την Ελλάδα.

Αυτή τη στιγμή, οι ΗΠΑ και η Κίνα έχουν το αδιαμφισβήτητο προβάδισμα στην ψηφιακή οικονομία και αναμένουν να αποκομίσουν τα μεγαλύτερα οφέλη τα επόμενα χρόνια.

Η Ευρώπη, από την άλλη, φαίνεται πώς υστερεί αισθητά.

Μόλις το 3,6% της παγκόσμιας κεφαλαιοποίησης ψηφιακών εταιριών ανήκει σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Έναντι του 68% που κατέχουν οι αμερικανικές και του 22% των κινεζικών.

Οι επενδύσεις στην Ευρώπη στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης κυμάνθηκαν στα επίπεδα των 2-3 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2016, ενώ την ίδια χρονιά στην Αμερική άγγιξαν τα 18,6 δισ. ευρώ και στην Ασία τα 12 δισ. ευρώ.

Όπως σχολιάζεται στο βιβλίο, η Ευρώπη αυτή τη στιγμή φαίνεται να προσπαθεί περισσότερο να ρυθμίσει την αγορά της Τεχνητής Νοημοσύνης, παρά να επενδύσει μαζικά σε αυτή.

Και – όσο απαραίτητη κι αν είναι η δημιουργία ενός δημοκρατικού θεσμικού και ηθικού πλαισίου, οι ρυθμιστικές πρωτοβουλίες από μόνες τους δεν αρκούν για να συμβαδίσει κανείς με τον ανταγωνισμό.

Εάν, λοιπόν, η Ευρώπη δεν επιταχύνει τις προσπάθειές της σε αυτό τον τομέα, θα είναι δύσκολο να αξιώσει μια σημαντική θέση μεταξύ των υφιστάμενων και αναδυόμενων μεγάλων δυνάμεων. Με τον κίνδυνο, πράγματι, να καταστεί στο μέλλον μια ψηφιακή αποικία.

Όσον αφορά δε την Ελλάδα, είναι γεγονός ότι θα χρειαστεί να τρέξουμε ακόμη γρηγορότερα, για να μη χάσουμε το τρένο.

Σύμφωνα με τον δείκτη DESI 2019, η χώρα μας κατατάσσεται 26η μεταξύ των 28 κρατών – μελών ως προς την ανάπτυξη της ψηφιακής οικονομίας και κοινωνίας.

Η επίδοση αυτή, παρά το ότι είναι βελτιωμένη σε σύγκριση με τις προηγούμενες χρονιές, παραμένει εξαιρετικά χαμηλή σε σχέση με τα δεδομένα και τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας.

Σήμερα, όλο και περισσότερες επιχειρήσεις επενδύουν στις ψηφιακές τεχνολογίες, υλοποιώντας μεγάλα ή μικρότερα έργα.

Στη φάση αυτή, βεβαίως, τα περισσότερα αφορούν την εμπειρία των πελατών, ενώ είναι λιγότερες οι κινήσεις που αφορούν το μετασχηματισμό διαδικασιών και επιχειρηματικών μοντέλων.

Επιπλέον, ένα από τα πιο αισιόδοξα μηνύματα στη διάρκεια της κρίσης, ήταν η ανάδειξη ενός δυναμικού οικοσυστήματος νεοφυών επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν την ψηφιακή τεχνολογία στο DNA τους.

Παρ’ όλα αυτά, θα έλεγα ότι είμαστε ακόμα σε αρχικό στάδιο.

Όπως έχουμε επισημάνει επανειλημμένα, ως Επιμελητηριακή Κοινότητα, για να επιταχυνθεί ο ψηφιακός μετασχηματισμός των ελληνικών επιχειρήσεων, χρειάζεται να εστιάσουμε σε συγκεκριμένα σημεία.

Χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα προς τις επιχειρήσεις, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη των κατάλληλων χρηματοδοτικών εργαλείων.

Χρειάζονται συγκεκριμένα μέτρα, για να ενθαρρύνουμε νέες επενδύσεις σε υψηλή τεχνολογία, σε λύσεις και εφαρμογές θα επιταχύνουν τον μετασχηματισμό των ελληνικών μεταποιητικών επιχειρήσεων σε «έξυπνα» εργοστάσια.

Εξίσου σημαντικό ζητούμενο είναι η επένδυση στο «τρίγωνο της γνώσης», δηλαδή στην αποτελεσματική διασύνδεση της έρευνας, της εκπαίδευσης και της καινοτομίας.

Σήμερα, στα πανεπιστήμια της χώρας αναπτύσσεται σημαντική ερευνητική δραστηριότητα, με αποτελέσματα υψηλού επιπέδου.

Ωστόσο, η σύνδεση μεταξύ των φορέων που παράγουν τη γνώση και των φορέων που την εφαρμόζουν – ενσωματώνοντάς τη σε προϊόντα και υπηρεσίες – είναι εξαιρετικά περιορισμένη.

Αυτή η ασυνέχεια αποτελεί πανευρωπαϊκό φαινόμενο, ωστόσο στην Ελλάδα ισχύει σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό.

Για να την αντιμετωπίσουμε, χρειάζεται στενότερη συνεργασία του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, με σκοπό την αύξηση των πόρων που διατίθενται για έρευνα, αλλά και ένα πλαίσιο ανώτατης εκπαίδευσης, το οποίο δεν θα είναι αποκομμένο από τον κόσμο της παραγωγής.

Είναι, επίσης, σημαντικό να εστιάσουμε στη δημιουργία κόμβων καινοτομίας στην Αθήνα, αλλά και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, ώστε να διευκολυνθεί η προσέγγιση των ερευνητών και των επιχειρήσεων.

Θα επαναλάβω και με αυτή την ευκαιρία, ότι για την Ελλάδα και για τις ελληνικές επιχειρήσεις, η προσαρμογή στις απαιτήσεις της ψηφιακής οικονομίας αποτελεί ζήτημα επιβίωσης.

Είναι προαπαιτούμενο, προκειμένου να συμβαδίσουμε με τις υπόλοιπες χώρες που ήδη προχωρούν με γοργά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση.

Ένα άλλο εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα που αναδεικνύεται μέσα από το βιβλίο, είναι οι επερχόμενες αλλαγές στην αγορά εργασίας.

Με την Mc Kinsey να εκτιμά ότι το 60% των σημερινών θέσεων εργασίας, θα επηρεαστούν τα επόμενα είκοσι με σαράντα χρόνια…

Και με τον ΟΟΣΑ να προβλέπει ότι στα επόμενα δέκα χρόνια θα εξαφανιστεί το 14% των θέσεων εργασίας, εξαιτίας της ρομποτικής τεχνολογίας …… μπορεί κανείς να αντιληφθεί το μέγεθος αυτών των αλλαγών και τις προκλήσεις που δημιουργούνται σε επίπεδο κοινωνίας.

Είναι γεγονός ότι, από ιστορική άποψη, η τεχνολογική πρόοδος δεν σημαίνει απαραίτητα μαζική καταστροφή θέσεων εργασίας.

Η ψηφιακή επανάσταση σαφώς θα καταργήσει αρκετές ειδικότητες και θέσεις.

Παράλληλα, όμως, δημιουργεί ήδη νέες εξειδικεύσεις και ανάγκες για νέα επαγγέλματα, στο πλαίσιο της ανάπτυξης εφαρμογών σε διάφορους τομείς, όπως η υγεία, οι μεταφορές, η ενέργεια, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.

Ο κίνδυνος εντοπίζεται στην όξυνση των ανισοτήτων, μεταξύ αυτών που θα προσαρμοστούν έγκαιρα στις νέες απαιτήσεις της αγοράς εργασίας και εκείνων που δε θα καταφέρουν να ακολουθήσουν τις ραγδαίες μεταβολές του παραγωγικού συστήματος.

Μεταξύ των εξειδικευμένων και μη εργαζόμενων, καθώς οι πρώτοι θα επωφεληθούν ενώ οι δεύτεροι, είτε θα χάσουν τις θέσεις εργασίας τους είτε θα αναγκαστούν να αποδεχθούν υποδεέστερες θέσεις εργασίας, με χαμηλότερους μισθούς, κυρίως στον τριτογενή τομέα της οικονομίας.

Το κυριότερο ανάχωμα απέναντι σε αυτό τον κίνδυνο είναι η επένδυση στη δια βίου μάθηση.

Οφείλουμε να επενδύσουμε στα εκπαιδευτικά συστήματα, με ενίσχυση των αντίστοιχων προγραμμάτων και με ανάπτυξη νέων ειδικοτήτων, όπως είναι η ανάλυση μεγάλων δεδομένων, η ψηφιακή ασφάλεια, η τεχνολογία των πραγμάτων.

Οφείλουμε να επενδύσουμε στη δια βίου μάθηση, με τη δημιουργία προγραμμάτων εξειδίκευσης αποφοίτων, αλλά και επανειδίκευσης εργαζομένων με διαφορετικά αντικείμενα σπουδών, σε δραστηριότητες.

H ανάπτυξη των κατάλληλων δεξιοτήτων θα αποτελέσει στα επόμενα χρόνια ζήτημα επιβίωσης για κάθε κοινωνία. Είναι αυτή που συνιστά μια από τις σημαντικότερες προκλήσεις της εποχής, τόσο για τα κράτη όσο και για τις επιχειρήσεις.

Άφησα για το τέλος ένα σημαντικό ζήτημα, που επίσης αναδεικνύεται στο βιβλίο, αυτό της διακυβέρνησης.

Τα στοιχεία που αποτυπώνουν την υπερσυγκέντρωση των ψηφιακών αυτοκρατοριών της τεχνητής νοημοσύνης προκαλούν πραγματικά προβληματισμό.

Κι ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι οι αυτοκρατορίες αυτές δεν ελέγχονται ούτε από κάποια υπερεθνική αρχή, στην πράξη ούτε από τα κράτη προέλευσής τους.

Αντίθετα, αποτελούν συχνά μοχλό για τις κυβερνήσεις, ώστε να αυξήσουν την οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική ισχύ τους.

Διαβάζοντας το σχετικό κεφάλαιο δεν μπορεί κανείς να μη συνειδητοποιήσει τους κινδύνους που δημιουργεί αυτό το μονοπωλιακό καθεστώς, σε συνδυασμό με την έλλειψη ρυθμιστικού πλαισίου λειτουργίας – κι όλα αυτά στο πλαίσιο ενός εντεινόμενου οικονομικού και εμπορικού πολέμου γιγάντων, με στόχο την ηγεμονία.

Δεν μπορεί να μην αντιληφθεί κανείς τους κινδύνους που προκύπτουν από την κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης σε βάρος των καταναλωτών και των χρηστών.

Τους κινδύνους για τις πολιτικές ελευθερίες, τους κινδύνους για τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς και την ποιότητα της δημοκρατίας. Τους κινδύνους για ασφάλεια και την παγκόσμια ειρήνη.

Σε αυτό το θέμα πρέπει να υπάρξει κινητοποίηση. Και το αίτημα για ένα πλαίσιο ρύθμισης με όρους διεθνούς δικαίου πρέπει να δυναμώσει.

Το βέβαιο είναι – όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί και ο συγγραφέας – οδηγούν πλέον τον κόσμο σε έναν νέο πολιτισμό.

Το ζητούμενο είναι να διασφαλίσουμε – όσο αυτό είναι δυνατόν – ότι η μετάβαση αυτή θα γίνει με όρους βιώσιμους και ειρηνικούς.

Το κλειδί θεωρώ ότι βρίσκεται στην αποτελεσματική προσαρμογή των παραγωγικών μας μοντέλων, στην επιμόρφωση του ανθρώπινου δυναμικού, στη διαμόρφωση και την εφαρμογή ενός κοινά αποδεκτού πλαισίου αρχών και κανόνων.

Η επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης και της ψηφιακής τεχνολογίας είναι ήδη εδώ. Είναι στο χέρι μας να διασφαλίσουμε ότι θα έχει περισσότερους νικητές παρά ηττημένους.

Θερμά συγχαρητήρια στον Καθηγητή κ. Ρουμελιώτη για την εξαιρετική του δουλειά και για την πολύτιμη γνώση που μας προσφέρει με το βιβλίο του.

Σχετικά άρθρα