ΙράνΙσραήλ
Δρ. Άγγελος Κότιος
Πανεπιστημιακός

Διαφθορά: διαχρονικός αόρατος φόρος και μηχανισμός αναδιανομής εισοδημάτων στην Ελλάδα

Διαφθορά: διαχρονικός αόρατος φόρος και μηχανισμός αναδιανομής εισοδημάτων στην Ελλάδα
ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Διαβάστε σχετικά για Άγγελος Κότιος, Διαφθορά, Δωροδοκία, Εφορία, ΟΠΕΚΕΠΕ, Πολεοδομία, Φακελάκι, Φοροδιαφυγή, Χρηματισμός,

…με αφορμή την αποτυχία του κράτους να ελέγξει τη διαφθορά στο παραϊατρικό τομέα

Η επικαιρότητα στη χώρα μας προσφέρει, δυστυχώς και πάλι, αυτή τη φορά στον «ιατρικό» τομέα, μετά τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τις πολεοδομίες, τις εφορίες, την ΕΡΓΟΣΕ, τις αδειοδοτήσεις, τις αναθέσεις, τις προμήθειες κ.α., σχεδόν καθημερινά θεάματα διαφθοράς σε όλα τα επίπεδα: κράτος, περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση, δημόσιο οργανισμοί.

Υποθέσεις που εναλλάσσονται στα πρωτοσέλιδα χωρίς αίσθηση κάθαρσης, έρευνες που δείχνουν τους Έλληνες να θεωρούν τη διαφθορά διαδεδομένη σε ποσοστά από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, θεσμούς που δυσκολεύονται να πείσουν ότι ο νόμος ισχύει για όλους.

Κι όμως, η δημόσια συζήτηση σπάνια προχωρά στη μηχανική του ίδιου του φαινομένου, αλλά περιορίζεται στην καταγγελία των προσώπων.

Η διαφθορά είναι διαχρονικά, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα μεγαλύτερα και πιο ύπουλα προβλήματα της χώρας.

Είναι ύπουλο, γιατί λειτουργεί ως αόρατος φόρος, που δεν αναγράφεται σε κανένα εκκαθαριστικό, αλλά τον πληρώνουν όλοι, στην τιμή ενός δημόσιου έργου ή προμήθειας, στην καθυστέρηση μιας άδειας, στην ποιότητα ενός νοσοκομείου ή πανεπιστημίου, στη δυσπιστία που δηλητηριάζει κάθε συναλλαγή με το κράτος.

Είναι και μηχανισμός αναδιανομής από τους μη έχοντες προς τους έχοντες, δεδομένου ότι οι πολλοί αδύναμοι και φτωχοί πληρώνουν το τίμημα.

Και δεν εξαντλείται στους «διεφθαρμένους πολιτικούς» της δημόσιας καταγγελίας.

Η διαφθορά είναι σχέση, όχι μονόλογος, είναι ταγκό και όχι ζεϊμπέκικο.

Προϋποθέτει αυτόν που ζητά και αυτόν που προσφέρει, και γι’ αυτό η κατανόησή της απαιτεί να κοιτάξουμε την κοινωνία ολόκληρη, όχι μόνο την κορυφή της, όχι μόνον το σκέλος της προσφοράς διαφθοράς, αλλά και της ζήτησης.

Ιστορικά, το φαινόμενο συνοδεύει το ελληνικό κράτος από τη γέννησή του.

Στο νεοσύστατο βασίλειο του 19ου αιώνα, η αδύναμη διοίκηση και τα προσωπικά δίκτυα έκαναν τη ρουσφετολογική συναλλαγή θεμελιώδη μορφή πολιτικής ένταξης.

Για παράδειγμα η ψήφος αντί διορισμού ήταν το πρώτο συμβόλαιο πολίτη και εξουσίας.

Ο 20ός αιώνας εκσυγχρόνισε τα μέσα, αλλά όχι τη λογική.

Η μεταπολίτευση, εκδημοκρατίζοντας το σύστημα, μαζικοποίησε ταυτόχρονα τους μηχανισμούς διανομής προνομίων μέσω των κομμάτων, ενώ η διόγκωση του δημόσιου τομέα και των κοινοτικών πόρων πολλαπλασίασε τις ευκαιρίες προσόδου, από το «φακελάκι» της καθημερινότητας έως τις μίζες των μεγάλων προμηθειών.

Η κρίση του 2009/10 έφερε το ζήτημα βίαια στο προσκήνιο, αναδεικνύοντας πόσο η φοροδιαφυγή, η σπατάλη και η κακοδιοίκηση είχαν συνυφανθεί με το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας και αποτέλεσαν τα γενεσιουργά αίτια της κρίσης και της εθνικής ταπείνωσης.

Κοινωνιολογικά, η διαφθορά στη χώρα μας τρέφεται από διάφορα υποστρώματα όπως:

Πρώτον, από τη χαμηλή εμπιστοσύνη στο απρόσωπο κράτος και την υψηλή εμπιστοσύνη στο προσωπικό δίκτυο.

Όπου ο πολίτης δεν πιστεύει ότι ο θεσμός θα τον εξυπηρετήσει δίκαια, αναζητά «άκρη», και η «άκρη» είναι ο προθάλαμος της δωροδοκίας.

Δεύτερον από την ηθική διχοτόμηση που επιτρέπει στον καθένα να καταδικάζει τη «μεγάλη» διαφθορά των άλλων, ενώ ανέχεται τη «μικρή» δική του, όπως τη φοροδιαφυγή ως «άμυνα», το φακελάκι ως «ευγνωμοσύνη», το ρουσφέτι ως «εξυπηρέτηση».

Τρίτον, την ασθενή κοινωνική κύρωση, σε μια κοινωνία όπου ο «καταφερτζής» κρυφοθαυμάζεται και ο τίμιος προκαλεί θυμηδία ως βλαξ!

Η οικονομική ανάλυση παρέχει το πιο διαυγές εργαλείο για την ερμηνεία του φαινομένου.

Θεωρεί τη διαφθορά ως αγορά, με προσφορά και ζήτηση.

Ζήτηση ασκεί όποιος επιδιώκει να αγοράσει αυτό που δεν δικαιούται ή να επιταχύνει αυτό που δικαιούται.

Προσφορά ασκεί, όποιος ελέγχει ένα διακριτικό δικαίωμα απόφασης, π.χ. μια υπογραφή, μια άδεια, έναν έλεγχο και μπορεί να το εκχωρήσει έναντι ανταλλάγματος.

Η «τιμή» διαμορφώνεται από τη σπανιότητα του δικαιώματος και από το ρίσκο.

Εδώ λειτουργεί ο υπολογισμός που περιέγραψε ο νομπελίστας Gary Becker για κάθε παράνομη πράξη: ο δρών σταθμίζει το προσδοκώμενο κέρδος έναντι της πιθανότητας αποκάλυψης επί το μέγεθος της κύρωσης, συν το κόστος ευκαιρίας, όπως θέση, φήμη, μελλοντικά εισοδήματα, που χάνονται αν αποκαλυφθεί.

Όπου οι έλεγχοι είναι αραιοί, οι δίκες αργούν χρόνια και οι ποινές παραγράφονται ή ξεχνιούνται στον επόμενο κύκλο επικαιρότητας, όπως δυστυχώς συμβαίνει συχνά στη χώρα μας, το προσδοκώμενο κόστος συρρικνώνεται και η διαφθορά γίνεται, ψυχρά, ορθολογική επιλογή.

Το συμπέρασμα είναι κρίσιμο: η βεβαιότητα και η ταχύτητα της κύρωσης μετρούν πολύ περισσότερο από την ονομαστική αυστηρότητα των νόμων.

Ως προς την έκταση, οι δείκτες συγκλίνουν σε άβολη εικόνα για τη χώρα μας.

Έτσι, στο Δείκτη Αντίληψης της Διαφθοράς της Διεθνούς Διαφάνειας η Ελλάδα βαθμολογείται σταθερά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γύρω στις 49–50 μονάδες στις 100 (100 = 0 διαφθορά), ενώ στα Ευρωβαρόμετρα η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών θεωρεί τη διαφθορά διαδεδομένη.

Οι αντιλήψεις δεν ταυτίζονται με τη μετρήσιμη πραγματικότητα, αλλά αποτελούν και οι ίδιες οικονομικό μέγεθος: όπου όλοι πιστεύουν ότι «έτσι δουλεύει το σύστημα», ο καθένας προεξοφλεί τη διαφθορά των άλλων και προσαρμόζεται.

Οι επιπτώσεις είναι ακριβότερα και χειρότερα δημόσια αγαθά, στρέβλωση του ανταγωνισμού υπέρ των διασυνδεδεμένων και εις βάρος των παραγωγικών, αποθάρρυνση επενδύσεων που ζητούν προβλέψιμους κανόνες, φυγή ακέραιων στελεχών από δημόσιο και πολιτική και, βαθύτερα, διάβρωση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

Διαφθορά και δυσπιστία στους θεσμούς αλληλοτροφοδοτούνται, μιας και η πρώτη γεννά τη δεύτερη, και η δεύτερη, κάνοντας τον καθένα να «προστατεύεται», νομιμοποιεί την πρώτη.

Υπάρχει αντίδοτο; Ναι, αλλά δεν υπάρχει μία μαγική ή αισιόδοξη λύση. Η αντιμετώπιση, έστω μερικώς, της διαφθοράς χρειάζεται συνδυασμό παρεμβάσεων τουλάχιστον σε τρία επίπεδα.

Πρώτον, να περιοριστούν οι ευκαιρίες για διαφθορά. Η ψηφιοποίηση των συναλλαγών με το κράτος μειώνει την ανάγκη για επαφή με το γκισέ, τις καθυστερήσεις και τα περιθώρια για «εξυπηρετήσεις». Οι ανοιχτοί διαγωνισμοί, οι ψηφιακές αδειοδοτήσεις και η δημοσιοποίηση των στοιχείων για τις κρατικές αποφάσεις και δαπάνες διευκολύνουν τον έλεγχο και περιορίζουν την αυθαιρεσία.

Δεύτερον, να υπάρχει πραγματική πιθανότητα εντοπισμού και τιμωρίας. Αυτό προϋποθέτει πραγματικά ανεξάρτητες ελεγκτικές και δικαστικές Αρχές με επαρκές προσωπικό και πόρους, δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται εγκαίρως και ποινές που εκτελούνται στο ακέραιο, ώστε οι κυρώσεις να έχουν νόημα, και ουσιαστική προστασία όσων καταγγέλλουν τη διαφθορά.

Τρίτον, και δυσκολότερο, να αλλάξει η στάση της ίδιας της κοινωνίας. Κανένας ελεγκτικός μηχανισμός δεν αρκεί όσο οι επιχειρήσεις και πολίτες συνεχίζουν να αναζητούν «άκρες» για να κάνουν τη δουλειά τους. Χρειάζεται παιδεία, παραδείγματα εντιμότητας που αναγνωρίζονται και επιβραβεύονται, αλλά και δημόσιες υπηρεσίες που λειτουργούν αξιόπιστα.

Οι καταγγελίες και η τιμωρία μεμονωμένων ενόχων είναι απολύτως αναγκαίες, όμως δεν αρκούν.

Χρειάζεται να αλλάξουν οι κανόνες και οι καθημερινές πρακτικές που ευνοούν τη διαφθορά, ώστε η έντιμη συμπεριφορά να γίνει, επιτέλους, και η πιο συμφέρουσα επιλογή.

Αλλιώς θα συνεχίσει ο κοινωνικός και οικονομικός ιστός της χώρας να διαρρηγνύεται και να προκαλεί κοινωνικές και πολιτικές κρίσεις.

  • Η «Αγορά» της «Αθανασίας» – Δεν «σπέρνουμε» ζωή, αλλά αγοράζουμε λίγο ακόμη από τον εαυτό μας;
    Εκπαιδευτικός
    Η υγεία, κατά τον ορισμό του Π.Ο.Υ. (1948), δεν είναι απλώς η απουσία ασθένειας. Είναι η «πλήρης σωματική, ψυχική και κοινωνική ευεξία». Ένας ορισμός σχεδόν θεολογικός: ζητά πληρότητα. Και όμως, στη σημερινή εποχή, αυτός ο ορισμός έχει μετατραπεί σε εμπορικό σλόγκαν....
  • Αλαζονεία και «κληρονομιές»
    Εκπαιδευτικός, E.E. Α.Δ.Ε.Δ.Υ. Αντιπρόεδρος
    Έχει σηκώσει μια μικρή «αντάρα» η δήλωση της Ντόρας για τα φαινόμενα αλαζονείας και τους «καλαμοκαβαλάρηδες». Όταν υπουργοί τοποθετούν όσους διαφωνούν στα «μπάζα» ή τους χαρακτηρίζουν «κακομοίρηδες» και βουλευτές δηλώνουν ότι «το τζάμπα πέθανε» -ως απάντηση στο πρόβλημα της αναντιστοιχίας αμοιβών...
  • Γιατί η αποκέντρωση είναι ζήτημα επιβίωσης;
    Εκπαιδευτικός Μαθηματικός, Ανεξάρτητη Αρθρογράφος
    «...όμως, ένας υπερβολικά μεγάλος πληθυσμός δεν είναι δυνατόν να διατηρήσει την τάξη· διότι αυτό είναι έργο μιας θεϊκής δύναμης, σαν αυτής που συγκρατεί και κυβερνά το σύμπαν. »Επομένως, η πόλη εκείνη που συνδυάζει το μεγάλο μέγεθος με το προαναφερθέν όριο [της...