ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Η υγεία, κατά τον ορισμό του Π.Ο.Υ. (1948), δεν είναι απλώς η απουσία ασθένειας. Είναι η «πλήρης σωματική, ψυχική και κοινωνική ευεξία». Ένας ορισμός σχεδόν θεολογικός: ζητά πληρότητα.
Και όμως, στη σημερινή εποχή, αυτός ο ορισμός έχει μετατραπεί σε εμπορικό σλόγκαν. Δεν επιδιώκουμε πλέον την ευεξία ως συλλογική συνθήκη ζωής. Επιδιώκουμε να την αγοράσουμε.
Στο σημείο αυτό αξίζει να σταθούμε στην έννοια του healthism, που γεννήθηκε στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1970 και αποκρυσταλλώθηκε σε μία ιδεολογία που από τη μία πλευρά ατομικοποιεί την ευθύνη και από την άλλη συσκοτίζει τις κοινωνικές συνθήκες της υγείας.
Μάλιστα σήμερα υπάρχουν τρεις κυρίαρχες εκδοχές του όρου: α) ως μορφή διάκρισης βάσει της κατάστασης υγείας, β) ως παθολογική υπερταύτιση με την υγεία και γ) ως καταναλωτικές, αντιιατρικές παραλλαγές, ευθυγραμμισμένες με την κουλτούρα της «ελευθερίας της υγείας».
Και, ενώ συζητάμε και ανησυχούμε για την πληθυσμιακή κατάρρευση, η προσοχή μας στρέφεται όχι στην διαιώνιση του είδους, αλλά στη διαιώνιση του εαυτού.
Αυτή η επιθυμία έχει γεννήσει μία ολόκληρη αγορά αναγεννητικής ιατρικής: κλινικές ευζωίας και ευεξίας, θεραπείες αντιγήρανσης και αναζωογόνησης.
Ωστόσο, η σημερινή κουλτούρα ευεξίας, την οποία θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι την διαπερνά ο φαντασιώδης από την αρχαιότητα ισχυρισμός για ελιξίρια που παρατείνουν την ζωή, προωθεί μη δοκιμασμένες θεραπείες μακροβιότητας.
Το ζήτημα λοιπόν είναι απλό, αλλά και αμείλικτο: οι άνθρωποι δεν αναγεννούνται. Το νευρικό σύστημα δεν αναγεννάται κατά βούληση. Το σώμα έχει όριο. Η άρνηση αυτού του ορίου δεν είναι επιστήμη· είναι φαντασίωση ελέγχου.
Γι’ αυτό η κοινωνία είναι εξαιρετικά ευάλωτη. Όταν παύει να τεκνοποιεί και επενδύει το μέλλον της στην ατομική μακροβιότητα, δεν παρατείνει τη ζωή· συρρικνώνει τον χρόνο που της απομένει ως κοινότητα.
Το δημογραφικό δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι υπαρξιακό.
Μια κοινωνία που φθίνει δεν σώζεται με πλάσμα αίματος, υπνοθεραπεία ή κβαντική ιατρική.
Σώζεται όταν αποδέχεται ότι η ζωή συνεχίζεται ακριβώς επειδή παύει να είναι ιδιοκτησία του εαυτού.
Αυτό που περιγράφουμε είναι δυτικό σύνδρομο, ενταγμένο στην παγκόσμια αγορά.
Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τα αριθμητικά δεδομένα. Η οικονομία της σωματικής και ψυχικής υγείας ή ευεξίας (wellness) έχει διπλασιαστεί σε μέγεθος από το 2013 και έφτασε σε νέο υψηλό, στα 6,8 τρισεκατομμύρια δολάρια, το 2024, ενώ προβλέπεται να αυξάνεται κατά 7,6% ετησίως την επόμενη πενταετία, φτάνοντας περίπου τα 9,8 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2029.
Τι συμβαίνει, λοιπόν, στην Δύση; Ποιες αγωνίες διακατέχουν τον σύγχρονο άνθρωπο; Τι επιδιώκει να ελέγξει και πώς; Γιατί τόση αγωνία για έλεγχο;
Η απάντηση συνοψίζεται στον έλεγχο της φθοράς μέσω της ευεξίας και της μακροβιότητας, στον έλεγχο του εαυτού μέσω της συνεχούς αυτοβελτίωσης και, τέλος, στον έλεγχο του ίδιου του νοήματος της ζωής.
Αυτές οι τρεις υπαρξιακές αγωνίες, αν και προαιώνιες, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως οι τρεις μάστιγες της εποχής μας.
Η μακροβιότητα έρχεται να απαντήσει στην αγωνία της φθοράς, καθώς αρνείται το σωματικό όριο.
Η αέναη αναζήτηση βελτιστοποίησης του εαυτού αντιστοιχεί σε αυτό που ο φιλόσοφος Μπιούνγκ-Τσουλ Χαν (Byung-Chul Han) ονόμασε «κοινωνία της επίδοσης», όπου ο άνθρωπος γίνεται ταυτόχρονα αφεντικό και δούλος του εαυτού του, μέχρι εξουθένωσης (τελειοθηρισμός).
Τέλος, η άρνηση αποδοχής του ορίου της γνώσης και της ίδιας της ύπαρξης, ότι δηλαδή είμαστε εφήμερα πλάσματα, προσπαθεί να διαπραγματευτεί το ανεξήγητο όπως: γιατί πονάμε, γιατί δεν είμαστε «αρκετοί», γιατί πεθαίνουμε.
Έτσι γεννήθηκαν τρεις τεράστιες αγορές: α) η αγορά ενάντια στη φθορά, β) η αγορά της διαρκούς βελτιστοποίησης του εαυτού και γ) η αγορά του νοήματος.
Όλες τους εκμεταλλεύονται αρχαιότατες υπαρξιακές αγωνίες: τη θνητότητα, τον φόβο της ανεπάρκειας, την ανάγκη να σημαίνει κάτι ο πόνος.
Σύμφωνα μάλιστα με τη θεωρία διαχείρισης του τρόμου (Terror Management Theory), πολλά προϊόντα ευεξίας και εναλλακτικής πνευματικότητας απαντούν στο άγχος του θανάτου, όχι απλώς σε κάποιο ιατρικό έλλειμμα.
Όλες αυτές οι αγωνίες έχουν έντεχνα μετατραπεί σε πεδία κατανάλωσης στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού.
Μάλιστα σύμφωνα με επιστημονικές έρευνες, η βιομηχανία της ευεξίας δεν πουλά μόνο προϊόντα.
Υπονομεύει επιστήμονες και ρυθμιστές, εξαίρει την προσωπική ενδυνάμωση και πιέζει κατά της εποπτείας, με στρατηγικές που μοιάζουν με εκείνες άλλων βιομηχανιών επιβλαβών εμπορευμάτων.
Παρουσιάζεται ως απάντηση στην κρίση εμπιστοσύνης και στην αποτυχία των συστημάτων υγείας να κλείσουν την ψαλίδα των ανισοτήτων.
Ωστόσο, η προώθησή της μπορεί να βαθύνει και τα δύο. Όσο η αποτυχία του θεσμού γίνεται επιχείρημα της αγοράς, τόσο η αγορά νομιμοποιείται να αντικαταστήσει τον θεσμό.
Τι υιοθετούμε τελικά; Την επιστήμη ή κάθε λογής αποκωδικοποιητές του πόνου; Υιοθετούμε ό,τι υπόσχεται περισσότερο έλεγχο με λιγότερη αμφιβολία;
Είναι υπαίτιος αυτής της κατάστασης ο άνθρωπος από τη στιγμή που ο πόνος, η μοναξιά, ο φόβος του γήρατος είναι μία βιωμένη πραγματικότητα;
Σε μια κοινωνία που έχει αποδυναμωθεί ο θεσμός της οικογένειας, η πίστη, η αίσθηση της κοινότητας και το κοινό νόημα ο καθένας μένει μόνος του απέναντι στο κενό. Εκεί ακριβώς εισβάλλει η αγορά.
Γι’ αυτό χρειάζεται θεσμική κατοχύρωση. Όχι για να απαγορεύσουμε την αναζήτηση καλύτερης ζωής, αλλά για να διαχωρίσουμε τη θεραπευτική υπόσχεση από την εμπορική φαντασίωση.
Να προστατεύσουμε την επιστήμη από την απομίμησή της. Να θυμίσουμε ότι η υγεία δεν είναι προϊόν πολυτελείας, αλλά συλλογικό αγαθό.
Και, κυρίως, να επαναλάβουμε το αυτονόητο που έχουμε ξεχάσει: μια κοινωνία δεν διαιωνίζεται όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να μείνει για πάντα νέος. Διαιωνίζεται όταν δέχεται το όριό του και, παρ’ όλα αυτά, «σπέρνει» ζωή που δεν θα του ανήκει.




