ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ο θεσμός και ο άνθρωπος που τον εκπροσωπεί συναντώνται αρμονικά.
Ο άξιος δικαστής τιμά το δικαστικό λειτούργημα.
Ο ενάρετος ιερέας καθιστά σεβαστό το θρησκευτικό του αξίωμα.
Ο συνετός υπουργός υπηρετεί την Πολιτεία και ο υπεύθυνος πρόεδρος ενός οργανισμού ενσαρκώνει τις αρχές που ο οργανισμός διακηρύσσει.
Στις περιπτώσεις αυτές δεν υπάρχει ουσιαστικό δίλημμα.
Η εκτίμηση προς το πρόσωπο συμπίπτει με τον σεβασμό προς τον θεσμό.
Η προσωπική αξιοπιστία ενισχύει το κύρος του αξιώματος και το κύρος του αξιώματος περιβάλλει το πρόσωπο με την ανάλογη τιμή.
Το πραγματικό πρόβλημα εμφανίζεται όταν αυτή η ταύτιση παύει να υπάρχει.
Τι συμβαίνει όταν θεωρούμε ανάξιο, φαύλο ή αναξιόπιστο τον άνθρωπο που κατέχει ένα αξίωμα το οποίο, ως θεσμό, εξακολουθούμε να σεβόμαστε;
Πώς απευθυνόμαστε σε έναν πρόεδρο, έναν δικαστικό λειτουργό, έναν ιερέα οποιασδήποτε θρησκείας, έναν υπουργό ή έναν πρωθυπουργό, όταν δεν τρέφουμε καμία προσωπική εκτίμηση προς αυτόν;
Και, ακόμη δυσκολότερα, μέχρι ποιο σημείο οφείλουμε να ακολουθούμε τις εντολές ενός θεσμικού οργάνου, όταν πιστεύουμε ότι το όργανο αυτό έχει μεταβληθεί σε προέκταση της προσωπικής βουλήσεως ενός φαύλου ανθρώπου;
Τρία διαφορετικά πράγματα
Για να απαντήσουμε, πρέπει πρώτα να διακρίνουμε τρία διαφορετικά επίπεδα:
τον θεσμό, το αξίωμα και το φυσικό πρόσωπο.
Ο θεσμός είναι η διαρκής οργανωμένη λειτουργία: η Δικαιοσύνη, η Κυβέρνηση, η Εκκλησία, η δημόσια διοίκηση, ένας σύλλογος ή ένα συλλογικό σώμα.
Το αξίωμα είναι η συγκεκριμένη θέση εξουσίας και ευθύνης μέσα στον θεσμό: ο πρόεδρος του δικαστηρίου, ο υπουργός, ο πρωθυπουργός, ο ιερέας, ο πρόεδρος του οργανισμού.
Το φυσικό πρόσωπο είναι ο προσωρινός κάτοχος του αξιώματος, με τον χαρακτήρα, τις αρετές, τις αδυναμίες, τα πάθη και τις προσωπικές του επιδιώξεις.
Ο θεσμός έχει διάρκεια. Το αξίωμα έχει συνέχεια. Ο άνθρωπος όμως είναι προσωρινός.
Ακριβώς αυτή τη διάκριση ανέλυσε, μέσα από τη μεσαιωνική πολιτική θεολογία, ο Ernst Kantorowicz στο κλασικό έργο του The King’s Two Bodies.
Ο μονάρχης, σύμφωνα με τη θεωρία που μελετά, διαθέτει ένα «φυσικό σώμα», ανθρώπινο, φθαρτό και θνητό, αλλά και ένα «πολιτικό σώμα», το οποίο συμβολίζει το διαρκές αξίωμα και την κρατική συνέχεια. Το φυσικό σώμα πεθαίνει· το πολιτικό σώμα εξακολουθεί να υπάρχει.
Η θεωρία αυτή δεν περιορίζεται στους βασιλείς. Εκφράζει μία βασική αρχή κάθε οργανωμένης κοινωνίας: το αξίωμα δεν ανήκει στον άνθρωπο που το κατέχει. Ο άνθρωπος υπηρετεί προσωρινά το αξίωμα.
Επομένως, όταν απευθυνόμαστε με τον προσήκοντα τίτλο σε έναν αξιωματούχο, δεν δηλώνουμε αναγκαστικά θαυμασμό για την προσωπικότητά του. Αναγνωρίζουμε τη θέση που κατέχει και, κυρίως, τον θεσμό τον οποίο προσωρινά εκπροσωπεί.
Η ευγένεια δεν είναι δήλωση εμπιστοσύνης
Η ευγένεια αποτελεί πρωτίστως ιδιότητα εκείνου που την επιδεικνύει και όχι επιβράβευση εκείνου που τη δέχεται.
Όταν προσφωνούμε έναν δικαστικό λειτουργό σύμφωνα με τον θεσμικό του τίτλο, όταν στεκόμαστε με σεβασμό απέναντι σε έναν ιερέα μιας θρησκείας την οποία ενδεχομένως δεν ασπαζόμαστε, ή όταν τηρούμε το προβλεπόμενο πρωτόκολλο απέναντι σε έναν υπουργό, δεν δηλώνουμε ότι συμφωνούμε μαζί του ούτε ότι τον θεωρούμε ενάρετο.
Δηλώνουμε ότι δεν επιτρέπουμε στην προσωπική μας αντιπάθεια να υποβιβάσει το δικό μας επίπεδο συμπεριφοράς.
Η αγένεια απέναντι σε έναν ανάξιο αξιωματούχο δεν πλήττει πάντοτε μόνο τον ίδιο. Ενδέχεται να πλήξει και τον θεσμό, αλλά συγχρόνως εκθέτει εκείνον που την επιδεικνύει.
Μπορούμε να είμαστε αυστηροί χωρίς να γινόμαστε υβριστικοί, αμετακίνητοι χωρίς να γινόμαστε απρεπείς και απολύτως αντίθετοι χωρίς να χάνουμε την αυτοκυριαρχία μας.
Η ευγένεια, όμως, δεν πρέπει να συγχέεται με την κολακεία.
Ο σεβασμός προς το αξίωμα δεν απαιτεί προσωπικούς επαίνους, εκδηλώσεις αφοσιώσεως ή προσποιητή οικειότητα.
Δεν απαιτεί να αποδώσουμε στον άνθρωπο αρετές τις οποίες δεν πιστεύουμε ότι διαθέτει. Η τήρηση του θεσμικού τύπου είναι πολιτισμός. Η προσποίηση προσωπικής εκτιμήσεως είναι υποκρισία.
Το σωκρατικό παράδειγμα
Η αρχαία ελληνική σκέψη μάς προσφέρει ίσως την καθαρότερη εικόνα αυτής της ισορροπίας.
Στον πλατωνικό Κρίτωνα, ο Σωκράτης αρνείται να δραπετεύσει από τη φυλακή, μολονότι θεωρεί ότι έχει αδικηθεί.
Παρουσιάζει τους νόμους της Αθήνας να τον ερωτούν πώς θα μπορούσε να επιβιώσει μια Πολιτεία, εάν κάθε ιδιώτης ανέτρεπε τις δικαστικές αποφάσεις που δεν του άρεσαν.
Εάν εξετάζαμε μόνο τον Κρίτωνα, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε τον Σωκράτη υπέρμαχο μιας σχεδόν απόλυτης υπακοής.
Στην πλατωνική Απολογία, όμως, συναντούμε την άλλη πλευρά της σωκρατικής στάσεως.
Όταν οι Τριάκοντα Τύραννοι τον διέταξαν να συλλάβει τον Λέοντα τον Σαλαμίνιο, ώστε εκείνος να θανατωθεί, ο Σωκράτης αρνήθηκε να υπακούσει και επέστρεψε στο σπίτι του, παρότι γνώριζε ότι διακινδύνευε τη ζωή του. Δήλωσε ότι προτίμησε να σταθεί με το μέρος του νόμου και της δικαιοσύνης παρά να συνεργήσει σε μια άδικη διαταγή.
Δεν υπάρχει αντίφαση.
Στον Κρίτωνα ο Σωκράτης αρνείται να καταλύσει ο ίδιος τη γενική έννομη τάξη, επειδή αδικήθηκε προσωπικά. Στην Απολογία αρνείται να χρησιμοποιηθεί ως όργανο για την άδικη εξόντωση ενός άλλου ανθρώπου.
Σέβεται τον νόμο, αλλά δεν θεοποιεί κάθε προσταγή της εξουσίας. Αποδέχεται τις συνέπειες μιας δικαστικής αποφάσεως, αλλά δεν δέχεται να γίνει εκτελεστής μιας εγκληματικής εντολής.
Αυτή είναι η κρίσιμη διάκριση: άλλο η θεσμική πειθαρχία και άλλο η ηθική συνενοχή.
Η Αντιγόνη και τα όρια της διαταγής
Το ίδιο δίλημμα βρίσκεται στον πυρήνα της Αντιγόνης του Σοφοκλή.
Η Αντιγόνη δεν αρνείται ότι ο Κρέων είναι ο άρχων των Θηβών. Αρνείται, όμως, ότι η ιδιότητά του ως άρχοντος του παρέχει απεριόριστη εξουσία.
Υποστηρίζει ότι η διαταγή του δεν μπορεί να υπερισχύσει των άγραφων και ακατάλυτων νόμων της θείας και ηθικής τάξεως.
Ωστόσο, η τραγωδία δεν αποτελεί απλή αποθέωση της ατομικής ανυπακοής.
Μας προειδοποιεί και για έναν δεύτερο κίνδυνο: κάθε άνθρωπος μπορεί να θεωρήσει τη δική του πεποίθηση υπέρτατο νόμο.
Η συνείδηση δεν πρέπει να συγχέεται με την ιδιοτροπία. Η αντίσταση δεν δικαιολογείται επειδή απλώς αντιπαθούμε τον διατάσσοντα ή επειδή θα ενεργούσαμε διαφορετικά στη θέση του.
Χρειάζεται σοβαρή αντίθεση προς τη δικαιοσύνη, το δίκαιο ή τον ίδιο τον καταστατικό σκοπό του θεσμού.
Διαφορετικά, η επίκληση της συνειδήσεως μπορεί να μεταβληθεί σε άλλοθι προσωπικής απειθαρχίας.
Η αριστοτελική δοκιμασία του κοινού συμφέροντος
Ο Αριστοτέλης προσφέρει ένα ακόμη ασφαλές κριτήριο.
Στα Πολιτικά διακρίνει τα ορθά πολιτεύματα από τις παρεκβάσεις τους, όχι μόνο με βάση το ποιος κυβερνά, αλλά κυρίως με βάση για ποιον κυβερνά. Οι ορθές μορφές εξουσίας αποβλέπουν στο κοινό συμφέρον, ενώ οι παρεκβατικές υπηρετούν το ιδιωτικό συμφέρον του ενός, των ολίγων ή μιας μερίδας του λαού.
Το ίδιο κριτήριο μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε θεσμικό όργανο.
Μια εντολή είναι γνήσια θεσμική όταν υπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε το αξίωμα.
Παύει να είναι γνήσια θεσμική όταν χρησιμοποιεί το κύρος του αξιώματος για να εξυπηρετήσει προσωπικές αντιπάθειες, φιλοδοξίες, εκδίκηση, ιδιοτέλεια ή αυτοπροβολή.
Ο φαύλος αξιωματούχος προσπαθεί να παρουσιάσει κάθε προσωπική του επιθυμία ως θέληση του θεσμού.
Όμως το γεγονός ότι μια εντολή εκφωνείται από την έδρα ενός οργάνου δεν σημαίνει αυτομάτως ότι εκφράζει τον θεσμό.
Η εξουσία δεν μετατρέπει την ιδιοτέλεια σε καθήκον.
Η απρόσωπη εξουσία του αξιώματος
Στη νεότερη κοινωνιολογία, ο Max Weber περιγράφει τη λεγόμενη ορθολογική-νομική εξουσία. Στη μορφή αυτή, η υπακοή δεν οφείλεται στη γοητεία, στην προσωπικότητα ή στην υποτιθέμενη ανωτερότητα του αξιωματούχου. Οφείλεται στην πίστη προς μια έννομη και θεσμοθετημένη τάξη, μέσα στην οποία το πρόσωπο έχει συγκεκριμένες και περιορισμένες αρμοδιότητες.
Η οργανωμένη διοίκηση βασίζεται σε ιεραρχία αξιωμάτων, καθορισμένους κανόνες και απρόσωπες διαδικασίες.
Η εξουσία ανήκει στη θέση και ασκείται εντός των ορίων της, όχι σύμφωνα με τις ανεξέλεγκτες διαθέσεις του κατόχου της.
Επομένως, δεν υπακούμε κανονικά στον άνθρωπο ως άνθρωπο.
Υπακούμε σε μια νόμιμη και αρμόδια απόφαση, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τους κανόνες του θεσμού.
Αυτό σημαίνει ότι η εντολή πρέπει να έχει:
θεσμική αρμοδιότητα, σύνδεση με τον σκοπό του οργάνου, τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας και περιεχόμενο συμβατό με το δίκαιο και τις θεμελιώδεις αρχές της οργανώσεως.
Όταν αυτά απουσιάζουν, το πρόσωπο δεν χρησιμοποιεί απλώς το αξίωμα. Το ιδιοποιείται.
Η εξουσία ως εμπιστοσύνη
Ο John Locke αντιμετώπισε την πολιτική εξουσία ως σχέση εμπιστοσύνης.
Οι κυβερνώντες δεν αποκτούν την Πολιτεία ως προσωπική περιουσία.
Λαμβάνουν εξουσία για να επιδιώξουν έναν συγκεκριμένο δημόσιο σκοπό.
Όταν υποκαθιστούν τον νόμο με την ιδιωτική τους βούληση και χρησιμοποιούν την εξουσία για να καταστρέψουν τις ελευθερίες που όφειλαν να προστατεύουν, παραβιάζουν την εμπιστοσύνη πάνω στην οποία στηρίζεται η εξουσία τους.
Η σκέψη αυτή έχει ευρύτερη εφαρμογή.
Ο πρόεδρος ενός συλλογικού οργάνου δεν είναι κύριος του οργάνου.
Ο υπουργός δεν είναι ιδιοκτήτης του υπουργείου.
Ο δικαστικός λειτουργός δεν είναι κύριος της Δικαιοσύνης.
Ο ιερέας δεν ταυτίζεται με τη θρησκεία την οποία υπηρετεί.
Όλοι είναι θεματοφύλακες μιας αποστολής που προϋπήρχε της αναλήψεως των καθηκόντων τους και θα εξακολουθήσει να υπάρχει μετά την αποχώρησή τους.
Η ευθύνη δεν εξαφανίζεται μέσα στην ιεραρχία
Η Hannah Arendt προχώρησε ακόμη περισσότερο, εξετάζοντας την προσωπική ευθύνη εκείνων που δρουν μέσα σε αυταρχικούς και γραφειοκρατικούς μηχανισμούς.
Η επίκληση «απλώς υπάκουα» δεν εξαλείφει την ηθική ευθύνη.
Η Arendt παρατηρεί ότι, όταν ένας ενήλικος υπακούει σε μια οργάνωση ή εξουσία, δεν είναι απλώς παθητικός αποδέκτης· με τη συμπεριφορά του στηρίζει πρακτικά την οργάνωση και την καθιστά ικανή να ενεργεί.
Ο θεσμός ενεργεί μέσω ανθρώπων. Εάν κάθε άνθρωπος μεταβιβάζει την ευθύνη στον ανώτερό του, δημιουργείται μια αλυσίδα στην οποία όλοι εκτελούν αλλά κανείς δεν ευθύνεται.
Αυτό είναι όχι μόνο ηθικά, αλλά και λογικά αδύνατον.
Η ιεραρχία κατανέμει αρμοδιότητες. Δεν καταργεί τη συνείδηση.
Από την υπακοή στην αντίσταση
Δεν είναι, βεβαίως, κάθε λανθασμένη απόφαση λόγος ανυπακοής.
Οι θεσμοί δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν, εάν κάθε μέλος τους ακολουθούσε μόνο τις αποφάσεις με τις οποίες συμφωνεί προσωπικά.
Ούτε η προσωπική αντιπάθεια προς έναν αξιωματούχο νομιμοποιεί την απόρριψη κάθε πράξεώς του.
Ακόμη και ένας άνθρωπος τον οποίο δεν εμπιστευόμαστε μπορεί να εκδώσει μια νόμιμη, ορθή και θεσμικά αναγκαία απόφαση.
Το πρώτο κριτήριο, επομένως, δεν είναι ποιος έδωσε την εντολή, αλλά:
Τι ακριβώς διατάσσεται; Από ποια αρμοδιότητα; Με ποια διαδικασία; Για ποιον σκοπό; Και με ποιες συνέπειες;
Όταν πρόκειται απλώς για προσωπική διαφωνία ή αντιπάθεια, οφείλουμε να πειθαρχήσουμε.
Όταν πρόκειται για αμφισβητούμενη αλλά όχι προδήλως παράνομη απόφαση, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τις θεσμικές διαδικασίες: να ζητήσουμε αιτιολογία, να διατυπώσουμε εγγράφως τις αντιρρήσεις μας, να προσφύγουμε στο αρμόδιο όργανο και να ζητήσουμε έλεγχο ή επανεξέταση.
Όταν, όμως, η εντολή είναι προδήλως παράνομη, βαριά άδικη, αντίθετη προς τον σκοπό του θεσμού ή απαιτεί την προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων, τότε η υπακοή παύει να είναι αρετή και κινδυνεύει να γίνει συνέργεια.
Ο Θωμάς Ακινάτης υποστήριξε ότι οι άδικοι ανθρώπινοι νόμοι δεν δεσμεύουν τη συνείδηση με τον ίδιο τρόπο όπως οι δίκαιοι, μολονότι αναγνώριζε ότι κάποιες φορές μπορεί να είναι συνετό να αποφεύγεται η σύγκρουση, ώστε να μη δημιουργηθεί μεγαλύτερη διαταραχή ή βλάβη.
Ο John Rawls διατύπωσε το πρόβλημα ως σύγκρουση ανάμεσα στο καθήκον υπακοής προς μια κατά βάση δίκαιη έννομη τάξη και στο καθήκον αντιστάσεως απέναντι σε σοβαρή αδικία.
Η πολιτική ανυπακοή, κατά την κλασική διατύπωσή του, δεν είναι κρυφή αυθαιρεσία αλλά δημόσια, συνειδητή και μη βίαιη πράξη, η οποία αποβλέπει στη διόρθωση του νόμου ή της κρατικής πολιτικής.
Η σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία, πάντως, δεν έχει καταλήξει σε μια καθολικά αποδεκτή θεωρία γενικής και άνευ εξαιρέσεων υποχρεώσεως υπακοής.
Διακρίνει μάλιστα τη νομική υποχρέωση, δηλαδή αυτό που απαιτεί θετικά το ισχύον δίκαιο, από την ηθική υποχρέωση να υπακούσουμε επειδή θεωρούμε την εξουσία δίκαιη και νομιμοποιημένη.
Ο κίνδυνος των δύο άκρων
Απέναντι σε έναν ανάξιο αξιωματούχο υπάρχουν δύο εξίσου επικίνδυνα άκρα.
Το πρώτο είναι η προσωπολατρία: η αντίληψη ότι, επειδή κάποιος κατέχει το αξίωμα, κάθε επιθυμία του είναι θεσμική και κάθε διαφωνία μαζί του αποτελεί επίθεση εναντίον του θεσμού.
Το δεύτερο είναι η θεσμική ισοπέδωση: η αντίληψη ότι, επειδή ο κάτοχος είναι ανάξιος, παύει να αξίζει κάθε σεβασμό και ολόκληρος ο θεσμός μπορεί να αγνοηθεί.
Στην πρώτη περίπτωση το αξίωμα ιδιωτικοποιείται από τον άνθρωπο.
Στη δεύτερη περίπτωση ο θεσμός καταστρέφεται εξαιτίας του προσωρινού κατόχου του.
Η ώριμη στάση βρίσκεται ανάμεσα στα δύο.
Σεβόμαστε τον θεσμό, ακόμη και όταν ελέγχουμε αυστηρά τον άνθρωπο.
Τηρούμε τον θεσμικό τύπο, αλλά δεν προσφέρουμε ψευδή προσωπική αφοσίωση.
Εκτελούμε τις νόμιμες αποφάσεις, αλλά δεν παραδίδουμε τη συνείδησή μας.
Ασκούμε κριτική χωρίς ύβρη και αντίσταση χωρίς εκδικητικότητα.
Πάνω απ’ όλα, δεν επιτρέπουμε στον ανάξιο κάτοχο ενός αξιώματος να μας αναγκάσει να γίνουμε και εμείς ανάξιοι της δικής μας θέσεως.
Τι ακριβώς σεβόμαστε;
Σεβόμαστε τον δικαστή όχι επειδή θεωρούμε αλάνθαστο το φυσικό πρόσωπο, αλλά επειδή αναγνωρίζουμε τη Δικαιοσύνη και τη διαδικασία απονομής της.
Σεβόμαστε τον ιερέα άλλης θρησκείας όχι επειδή αποδεχόμαστε τη θεολογία του, αλλά επειδή αναγνωρίζουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ελευθερία της πίστεως και τη σημασία που έχει το λειτούργημά του για την κοινότητά του.
Σεβόμαστε τον υπουργό ή τον πρωθυπουργό όχι επειδή συμφωνούμε με την πολιτική του, αλλά επειδή αναγνωρίζουμε τη συνταγματική τάξη και τη δημοκρατική συνέχεια της Πολιτείας.
Σεβόμαστε τον πρόεδρο ενός οργανισμού όχι επειδή υποχρεούμαστε να θαυμάζουμε τον χαρακτήρα του, αλλά επειδή δεν επιθυμούμε να μετατρέψουμε την οργανωμένη λειτουργία σε πεδίο προσωπικών συγκρούσεων.
Η εκτίμηση προς το πρόσωπο κερδίζεται.
Η αναγνώριση του αξιώματος οφείλεται στον θεσμό.
Η υπακοή, όμως, οφείλεται μόνο στη νόμιμη, αρμόδια και θεσμική εντολή.
Επίλογος
Το πολιτικό και ηθικό μέτρο μιας κοινωνίας δεν φαίνεται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο τιμά τους άξιους άρχοντες. Φαίνεται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τους ανάξιους.
Μια ανώριμη κοινωνία είτε τους κολακεύει είτε τους υβρίζει. Μια ώριμη κοινωνία τούς περιορίζει θεσμικά.
Δεν τους επιτρέπει να ταυτιστούν με το αξίωμα, αλλά ούτε καταστρέφει το αξίωμα για να τιμωρήσει εκείνους.
Διατηρεί την ευγένεια, αλλά αρνείται τη δουλοπρέπεια.
Διατηρεί την πειθαρχία, αλλά αρνείται τη συνενοχή.
Διατηρεί τον θεσμό, αλλά ελέγχει αδιάκοπα εκείνον που τον εκπροσωπεί.
Διότι ο θεσμός δικαιούται σεβασμό.
Το φυσικό πρόσωπο δικαιούται δίκαιη κρίση.
Αλλά καμία εντολή δεν δικαιούται υπακοή μόνο και μόνο επειδή εκφωνήθηκε από υψηλή θέση.
Η αληθινή θεσμική συνείδηση δεν μας διδάσκει να υποκλινόμαστε στους ανθρώπους.
Μας διδάσκει να υπηρετούμε τις αρχές για χάρη των οποίων δημιουργήθηκαν τα αξιώματα.




