ΙράνΙσραήλ
Αίθουσα Σύνταξης
Τμήμα ειδήσεων tribune.gr

Ο άνθρωπος θα μπορούσε να ζήσει έως και 156 χρόνια

Ο άνθρωπος θα μπορούσε να ζήσει έως και 156 χρόνια
ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Μια νέα έρευνα αποκαλύπτει ότι ο άνθρωπος θα μπορούσε θεωρητικά να ζήσει έως και 156 χρόνια, εφόσον εξαλείφονταν όλοι οι αναστρέψιμοι μηχανισμοί της γήρανσης, με μία σημαντική εξαίρεση: Τις σωματικές μεταλλάξεις.

Πρόκειται για τα μη αναστρέψιμα σφάλματα στο DNA που συσσωρεύονται στα κύτταρα με την πάροδο του χρόνου.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η μελέτη προσφέρει για πρώτη φορά ένα ποσοτικά υπολογισμένο ανώτατο όριο της ανθρώπινης μακροζωίας, το οποίο βασίζεται αποκλειστικά στη συσσώρευση αυτών των μεταλλάξεων.

Τα ευρήματα θα μπορούσαν να επηρεάσουν τόσο την επιστήμη της γήρανσης όσο και τον σχεδιασμό μελλοντικών θεραπειών.

Όπως σημειώνεται στο Newsweek, υποδεικνύουν ότι ακόμη και οι πιο προηγμένες παρεμβάσεις κατά της γήρανσης ενδέχεται να προσκρούσουν σε ένα αυστηρό βιολογικό όριο, εάν δεν καταστεί δυνατό να ελεγχθεί η βλάβη του γονιδιώματος.

Όπως επισημαίνουν οι επιστήμονες, οι ιστοί που δεν μπορούν να αναγεννηθούν, κυρίως ο εγκέφαλος και η καρδιά, είναι εκείνοι που τελικά καθορίζουν αυτό το όριο.

Οι σωματικές μεταλλάξεις αποτελούν το τελευταίο εμπόδιο

Η έρευνα, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό npj Aging, βασίστηκε σε ένα πολυσταδιακό μαθηματικό μοντέλο.

Οι επιστήμονες ενεργοποίησαν διαδοχικά διαφορετικούς μηχανισμούς γήρανσης, προκειμένου να υπολογίσουν πόσο θα μπορούσε να ζήσει ένας άνθρωπος εάν όλοι οι παράγοντες γήρανσης θεραπεύονταν, εκτός από τις σωματικές μεταλλάξεις.

Σωματική μετάλλαξη είναι μια μεταβολή του DNA που εμφανίζεται μετά τη σύλληψη σε οποιοδήποτε μη αναπαραγωγικό κύτταρο.

Επηρεάζει, επομένως, τους ιστούς του σώματος, αλλά δεν μπορεί να μεταβιβαστεί στους απογόνους.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ακόμη και εάν εξαλείφονταν όλες οι υπόλοιπες διεργασίες της γήρανσης, η διάμεση διάρκεια ζωής θα παρέμενε περιορισμένη μεταξύ 146 και 194 ετών.

Τα κύτταρα που λειτουργούν ως βασικά «στενά σημεία» είναι οι νευρώνες του εγκεφάλου και τα καρδιομυοκύτταρα της καρδιάς.

«Οι νευρώνες και τα καρδιομυοκύτταρα, τα οποία δεν έχουν τη δυνατότητα να διαιρούνται, αποδείχθηκαν οι κυριότεροι περιοριστικοί παράγοντες», ανέφερε ένας από τους συγγραφείς της μελέτης, ο Εβγκένι Εφίμοφ.

Σε αντίθεση με άλλα χαρακτηριστικά της γήρανσης, όπως η εξασθένηση των μιτοχονδρίων, οι επιγενετικές μεταβολές και η απώλεια της πρωτεόστασης, οι σωματικές μεταλλάξεις δεν μπορούν να αντιστραφούν με καμία από τις διαθέσιμες θεραπείες.

Συσσωρεύονται αργά αλλά αδιάκοπα.

Στους ιστούς που δεν έχουν τη δυνατότητα να αντικαταστήσουν τα κύτταρά τους, η βλάβη γίνεται μόνιμη.

Όπως σχολίασε ο υπεύθυνος επικοινωνίας της μελέτης, Ντμίτρι Κριούκοφ, στο Newsweek, το μοντέλο έδειξε ότι:

Το ήπαρ και άλλα όργανα που ανανεώνουν συνεχώς τα κύτταρά τους θα μπορούσαν θεωρητικά να αντέξουν χιλιάδες χρόνια συσσώρευσης μεταλλάξεων, χάρη στη διαρκή κυτταρική ανανέωση.

Τα κύτταρα του εγκεφάλου και της καρδιάς, τα οποία δεν διαιρούνται, δεν μπορούν να περιορίσουν ή να «αραιώσουν» τη συσσωρευμένη βλάβη και τελικά παύουν να λειτουργούν.

Αυτή η διαφορά μεταξύ των ιστών μπορεί να εξηγήσει γιατί παθήσεις όπως η άνοια και η καρδιακή ανεπάρκεια κυριαρχούν στα προβλήματα υγείας των ανθρώπων σε πολύ προχωρημένες ηλικίες.

Πρόκειται για ασθένειες που πλήττουν ακριβώς τα όργανα τα οποία δεν έχουν τη δυνατότητα να αναγεννηθούν αποτελεσματικά.

Ο Τζόρνταν Βάις, επίκουρος καθηγητής που μελετά το προσδόκιμο υγιούς ζωής και τη γήρανση του πληθυσμού στην Ιατρική Σχολή Grossman του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, σημείωσε ότι τα συμπεράσματα του μοντέλου για τους διαφορετικούς ιστούς αντανακλούν όσα παρατηρούνται και στην πραγματική ζωή.

Όπως εξήγησε, οι παθήσεις που στερούν από τους ανθρώπους τα χρόνια ανεξαρτησίας και καλής υγείας, όπως η άνοια και η καρδιακή ανεπάρκεια, επιβαρύνουν κυρίως τους ιστούς που δεν μπορούν να αναγεννηθούν.

Επομένως, η διαφορά ανάμεσα στο πόσο ζουν οι άνθρωποι και στο πόσο διάστημα παραμένουν υγιείς δεν οφείλεται σε μία γενικευμένη κατάρρευση ολόκληρου του οργανισμού.

Το πρόβλημα επικεντρώνεται κυρίως στα όργανα που δεν διαθέτουν τρόπο αντικατάστασης των φθαρμένων κυττάρων τους.

Γιατί το όριο προσδιορίζεται στα 156 χρόνια

Οι επιστήμονες ξεκίνησαν τους υπολογισμούς τους χρησιμοποιώντας ως υπόθεση έναν «άνθρωπο που δεν γερνά», του οποίου ο κίνδυνος θανάτου δεν αυξάνεται ποτέ με την ηλικία.

Όταν, όμως, οι σωματικές μεταλλάξεις προστέθηκαν ξανά στο μαθηματικό μοντέλο, η υπολογιζόμενη διάρκεια ζωής μειώθηκε δραματικά στα 156 χρόνια.

Η πτώση αυτή οφειλόταν αποκλειστικά στην ευπάθεια των ιστών που δεν ανανεώνονται, όπως ο εγκέφαλος και η καρδιά.

Ακόμη και όταν αφαιρέθηκαν όλοι οι υπόλοιποι μηχανισμοί γήρανσης, το ανώτατο όριο της διάρκειας ζωής μεταβλήθηκε ελάχιστα.

Όπως επισημαίνουν ειδικοί, η αξία της μελέτης βρίσκεται στο γεγονός ότι ποσοτικοποιεί κάτι που οι επιστήμονες υποψιάζονταν εδώ και πολλά χρόνια.

Η μελέτη δείχνει ότι η βλάβη του DNA που συσσωρεύεται στα κύτταρα αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν επ’ αόριστον.

Παράλληλα, όμως, επιβεβαιώνει ότι το ανθρώπινο σώμα είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο σύστημα και ότι οι μεταλλάξεις αποτελούν μόνο ένα κομμάτι ενός πολύ μεγαλύτερου παζλ.

Τι σημαίνουν τα ευρήματα για την έρευνα της γήρανσης

Οι συγγραφείς της μελέτης, αλλά και επιστήμονες που δεν συμμετείχαν σε αυτήν, συμφωνούν ότι οι σωματικές μεταλλάξεις αποτελούν πιθανότατα έναν από τους δυσκολότερους στόχους του επιστημονικού κλάδου που μελετά τους βιολογικούς μηχανισμούς της γήρανσης.

Οι μεταλλάξεις είναι δύσκολο να προληφθούν, σχεδόν αδύνατο να αντιστραφούν και δεν συνδέονται με μία και μοναδική βιολογική οδό που θα μπορούσε εύκολα να αποτελέσει στόχο ενός φαρμάκου.

Για τον λόγο αυτό, επιστήμονες σημειώνουν στο Newsweek ότι είναι πιο λογικό να δοθεί προτεραιότητα σε πιο προσιτές θεραπευτικές παρεμβάσεις.

Εξάλλου, η έρευνα είχε ακριβώς αυτόν τον σκοπό: Να προσφέρει ένα σύστημα κατάταξης των διαφορετικών μηχανισμών της γήρανσης, δείχνοντας ποιοι από αυτούς μειώνουν περισσότερο τη διάρκεια ζωής και σε ποια σημεία θα μπορούσαν να έχουν μεγαλύτερη επίδραση οι θεραπευτικές παρεμβάσεις.

Όπως υπογραμμίζουν ειδικοί, η γήρανση μοιάζει περισσότερο με μια μηχανή που φθείρεται ταυτόχρονα με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.

Η δυσλειτουργία των μιτοχονδρίων, η υποβάθμιση της ποιότητας των πρωτεϊνών, οι επιγενετικές μεταβολές και άλλες διεργασίες συμβάλλουν όλες μαζί στην παρακμή του οργανισμού.

Εγκέφαλος και καρδιά καθορίζουν τη μακροζωία

Το σημαντικότερο συμπέρασμα του μοντέλου είναι ότι η ανθρώπινη μακροζωία δεν περιορίζεται από ολόκληρο το σώμα, αλλά κυρίως από δύο συγκεκριμένους τύπους κυττάρων:

Τους νευρώνες του εγκεφάλου.

Τα καρδιομυοκύτταρα της καρδιάς.

Τα συγκεκριμένα κύτταρα δεν μπορούν να διαιρεθούν, να αντικαταστήσουν τον εαυτό τους ή να μειώσουν τη συγκέντρωση της βλάβης του DNA μέσω της παραγωγής νέων κυττάρων.

Η σταδιακή δυσλειτουργία τους θέτει, σύμφωνα με το μοντέλο, το ανώτατο όριο της ανθρώπινης διάρκειας ζωής, ακόμη και σε έναν υποθετικό κόσμο στον οποίο όλοι οι υπόλοιποι μηχανισμοί γήρανσης θα μπορούσαν να θεραπευτούν.

Ο Τζόρνταν Βάις σημείωσε ότι αυτή η προσέγγιση προσφέρει έναν ακριβέστερο τρόπο κατανόησης της υγιούς γήρανσης.

Εάν τα όργανα που ανανεώνουν τα κύτταρά τους μπορούν ήδη να αντέχουν επί δεκαετίες τις βλάβες του DNA χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, τότε το όφελος από την περαιτέρω προστασία τους ενδέχεται να είναι περιορισμένο.

Το δυσκολότερο αλλά και πολυτιμότερο επιστημονικό πρόβλημα είναι η προστασία του DNA των κυττάρων του εγκεφάλου και της καρδιάς.

Τα επόμενα βήματα των επιστημόνων

Οι ερευνητές σκοπεύουν να διευρύνουν το μαθηματικό μοντέλο, ενσωματώνοντας και άλλα χαρακτηριστικά της γήρανσης, όπως:

◾Τη δυσλειτουργία των μιτοχονδρίων.

◾Τις επιγενετικές μεταβολές.

◾Τη βράχυνση των τελομερών.

◾Την απώλεια της πρωτεόστασης, δηλαδή της ικανότητας των κυττάρων να διατηρούν τις πρωτεΐνες σε σωστή και λειτουργική κατάσταση.

Στόχος τους είναι να δημιουργήσουν μια ολοκληρωμένη ποσοτική θεωρία της γήρανσης, η οποία θα μπορεί να κατατάσσει κάθε βιολογικό μηχανισμό ανάλογα με το πόσο μειώνει τη διάρκεια ζωής και να καθοδηγεί τις προτεραιότητες των μελλοντικών θεραπειών.

Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας δεν είναι ότι οι άνθρωποι θα μπορούσαν σύντομα να ζουν μέχρι 150 ή τα 190 χρόνια.

Είναι ότι οι επιστήμονες διαθέτουν πλέον έναν νέο τρόπο για να καθορίζουν ποιοι μηχανισμοί της γήρανσης πρέπει να αντιμετωπιστούν πρώτοι.

Σχετικά άρθρα