ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη βρίσκεται στην τελική ευθεία της δεύτερης τετραετίας της και το βασικότερο επιχείρημα που προβάλλει είναι εκείνο της σταθερότητας της χώρας.
Δημοσκοπικά, όμως, το επιχείρημα αυτό δεν φαίνεται να αρκεί για να εξασφαλίσει τη μόνη οδό πολιτικής επιβίωσης του νυν Πρωθυπουργού.
Την ίδια στιγμή, σχεδόν σύσσωμη η αντιπολίτευση δηλώνει ότι δεν θα προχωρούσε σε συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Το κυβερνητικό αντεπιχείρημα είναι πως ο πολίτης δεν επιλέγει μόνο κόμμα, αλλά και Πρωθυπουργό, επιχειρώντας έτσι να καταστήσει την παρουσία του κ. Μητσοτάκη αναγκαία προϋπόθεση πολιτικής σταθερότητας.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ότι οι επιλογές που χάρισαν στον σημερινό πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας δύο εκλογικές νίκες, αρχίζουν πλέον να λειτουργούν ως μπούμερανγκ.
Η ενσωμάτωση μεγάλου μέρους του σημιτικού και εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ στους κόλπους της παράταξης μπορεί να διεύρυνε βραχυπρόθεσμα το πολιτικό του ακροατήριο, απομάκρυνε όμως σημαντικό τμήμα της παραδοσιακής κομματικής βάσης.
Πρόσωπα που τον στήριξαν στις εσωκομματικές εκλογές του 2015, όταν θεωρούνταν αουτσάιντερ για την ηγεσία του κόμματος, βρίσκονται σήμερα απέναντι στις πολιτικές του.
Παρά τη στροφή προς τον ευρύτερο κεντρώο χώρο, η κυβέρνηση απέτυχε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την ακρίβεια και να βελτιώσει ουσιαστικά το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Η δημοσιονομική σταθερότητα που επικαλείται δεν μεταφράστηκε ποτέ σε πραγματική ανακούφιση για την ελληνική κοινωνία.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ο στόχος της αυτοδυναμίας σε μια επόμενη εκλογική αναμέτρηση μοιάζει εξαιρετικά δύσκολος.
Ως εκ τούτου, η συζήτηση περί μετεκλογικών συνεργασιών καθίσταται αναπόφευκτη.
Εδώ όμως αναδεικνύεται ένα κρίσιμο πολιτικό παράδοξο. Ενώ η αντιπολίτευση αποκλείει τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως επικεφαλής μιας πιθανής συνεργασίας, δηλώνει ταυτόχρονα πρόθυμη να συζητήσει κυβερνητικές λύσεις στο όνομα της σταθερότητας και του εθνικού συμφέροντος.
Αντίθετα, η κυβέρνηση επιμένει ότι η σταθερότητα ταυτίζεται αποκλειστικά με την αυτοδυναμία και, κατ’ επέκταση, με την παραμονή του ίδιου προσώπου στην ηγεσία.
Επειδή πολλοί μιλούν για προσωπικές φιλοδοξίες και ατομικές ατζέντες, αξίζει να τεθεί ένα απλό ερώτημα: ποια θα ήταν η βέλτιστη επιλογή για τη χώρα και πώς θα ενεργούσε ένας πολιτικός που δεν καθοδηγείται από προσωπικό συμφέρον;
Πρώτον, θα διατηρούσε αναλλοίωτα τα βασικά χαρακτηριστικά της παράταξής του, σεβόμενος την παραδοσιακή βάση και την εμπιστοσύνη που του έδειξε επί σειρά ετών.
Δεύτερον, εφόσον προέκυπτε αδιέξοδο και κίνδυνος ακυβερνησίας, θα έκανε στην άκρη, επιτρέποντας σε ένα πρόσωπο ευρύτερης αποδοχής να αναλάβει τα ηνία της κυβέρνησης και αργότερα της παράταξης.
Αντιλαμβάνομαι ότι το επιτελείο του κ. Μητσοτάκη καταβάλλει κάθε προσπάθεια για τη διατήρησή του είτε στον πρωθυπουργικό θώκο είτε στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας.
Οι εξαγγελίες και οι παροχές μπορεί να αλλάζουν μορφή και επικοινωνιακό περιτύλιγμα, ωστόσο αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τα βαθύτερα προβλήματα που απασχολούν την ελληνική κοινωνία.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, παραμένει:
«Μην ρωτάς τι μπορεί να κάνει η χώρα σου για εσένα. Ρώτα τι μπορείς να κάνεις εσύ για τη χώρα σου».
Σήμερα, ελάχιστα παραδοσιακά στελέχη με πολιτικό κύρος έχουν απομείνει για να στηρίξουν την παρούσα στρατηγική.
Δύσκολα μπορεί κάποιος να υπερασπιστεί μια παράταξη που έχει απομακρυνθεί από τις ιδεολογικές και πολιτικές της αφετηρίες.
Την ίδια στιγμή, οι πολιτικοί αντίπαλοι, τους οποίους αρκετοί εξακολουθούν να υποτιμούν, προετοιμάζονται για την υλοποίηση της δικής τους ατζέντας.
Και η Ελλάδα;
Η Ελλάδα και οι Έλληνες συνεχίζουν να παλεύουν για να βγουν από ένα τούνελ επιβίωσης, στο τέλος του οποίου το φως παραμένει ακόμη αχνό.
Στα εθνικά ζητήματα, η χώρα μοιάζει με παίκτη σε ένα πολιτικό Survivor, διαρκώς εκτεθειμένο στον κίνδυνο της αποδυνάμωσης λόγω έλλειψης ισχύος.
Στο εσωτερικό, το survival mode της καθημερινότητας έχει μετατραπεί στη νέα κανονικότητα, την οποία ορισμένοι επιμένουν να αποκαλούν σταθερότητα.
Το δημογραφικό πρόβλημα επιδεινώνεται, τροφοδοτούμενο από το οικονομικό βάρος, την ανασφάλεια και τη σταδιακή απαξίωση θεσμών.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η πολιτική επιβίωση κανενός προσώπου. Είναι η επιβίωση της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας.
Όσο αυτό δεν γίνεται αντιληπτό και όσο το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών, θα αναλώνεται σε μικροκομματικά παιχνίδια και προσωπικές στρατηγικές.
Και τότε θα αποδεικνύεται, για ακόμη μία φορά, πόσο λίγοι μπορεί να αποδειχθούν ορισμένοι πολιτικοί απέναντι στις απαιτήσεις μιας χώρας που κουβαλά στις πλάτες της αιώνες ιστορίας.
Και είναι το ίδιο για το οποίο κατηγορούν σήμερα πρόσωπα, δίχως την στήριξη των οποίων δεν θα είχαν καν πολιτική υπόσταση.
Η χώρα χρειάζεται μια σοβαρή πολιτική διέξοδο. Χρειάζεται γνώση, εμπειρία, στρατηγική σκέψη και πραγματισμό ισχύος, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές περιβάλλον.
Τα χρόνια που έρχονται θα είναι χρόνια αβεβαιότητας, αλλά και μεγάλων ευκαιριών. Το ζητούμενο δεν είναι η πολιτική επιβίωση προσώπων ή μηχανισμών εξουσίας. Είναι η επιβίωση και η προοπτική της ίδιας της Ελλάδας.
Γιατί η σταθερότητα γεννιέται από την ικανότητα μιας κοινωνίας να μετατρέπει την κρίση σε αναγέννηση.
Και όπως συμβαίνει συχνά στην ιστορία, μέσα από την αστάθεια γεννιέται η νέα σταθερότητα.
Μέσα από το χάος γεννιέται η τάξη.



