ΙράνΙσραήλ
Αίθουσα Σύνταξης
Τμήμα ειδήσεων tribune.gr

Η Τουρκία προετοιμάζεται αθόρυβα για πόλεμο, με κύριο στόχο το Ισραήλ

Η Τουρκία προετοιμάζεται αθόρυβα για πόλεμο, με κύριο στόχο το Ισραήλ
ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Διαβάστε σχετικά για MİT - Εθνική Οργάνωση Πληροφοριών (Τουρκία), SADAT - Εταιρεία Μισθοφόρων Ισλαμιστών Τουρκία, Αντνάν Τανριβερντί, Ιράν, Ισλαμιστές, Ισραήλ, Λιβύη, Μοσάντ, Μυστικές Υπηρεσίες Πληροφοριών, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, Συρία, Τζιχαντιστές, Τουρκία, Χαμάς,

Του Αμπντουλάχ Μποζκούρτ / Στοκχόλμη στο NORDIC MONITOR

Μια σειρά πρόσφατων μέτρων που υιοθέτησε η κυβέρνηση του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν υποδηλώνει ότι η χώρα προετοιμάζεται για ένα πολεμικό σενάριο, το οποίο χαρακτηρίζεται από σαρωτικές αλλαγές στους κανόνες στρατιωτικής και πολιτικής κινητοποίησης, την επέκταση των συστημάτων εφοδιαστικής αλυσίδας και μια επιθετική προώθηση των δυνατοτήτων σε πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones).

Αν και η Άγκυρα δεν έχει κατονομάσει ρητά κάποιον συγκεκριμένο αντίπαλο, αυξανόμενα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η κυβέρνηση Ερντογάν ενδέχεται να οδηγεί την Τουρκία προς μια πιθανή στρατιωτική αντιπαράθεση με το Ισραήλ, πιθανώς στο συριακό θέατρο επιχειρήσεων.

Η ανησυχία αυτή ενισχύεται από την ολοένα και πιο πολεμική ρητορική ανώτατων αξιωματούχων και μια αξιοσημείωτη στροφή στο στρατηγικό δόγμα της Τουρκίας, στο οποίο το εβραϊκό κράτος πλαισιώνεται πλέον ως θεμελιώδης απειλή για την εθνική ασφάλεια.

Ο Ερντογάν έχει επιχειρήσει και στο παρελθόν να ωθήσει την Τουρκία προς μια τέτοια αντιπαράθεση.

Το 2010, μετά το πολύνεκρο περιστατικό του Μαβί Μαρμαρά στην Ανατολική Μεσόγειο, επεδίωξε μια στρατιωτική απάντηση κατά του Ισραήλ, αλλά τελικά εμποδίστηκε από την αντίσταση ανώτατων στρατηγών. Αυτός ο θεσμικός περιορισμός, ωστόσο, έχει έκτοτε διαλυθεί.

Κατά την τελευταία δεκαετία, ο Ερντογάν εδραίωσε συστηματικά την εξουσία του και αναδιαμόρφωσε τον κρατικό μηχανισμό.

Το 2014 διέκοψε μια μακροχρόνια αντιτρομοκρατική έρευνα για ένα δίκτυο που συνδεόταν με τη Δύναμη Κουντς των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν, ανοίγοντας τον δρόμο για την άνοδο φιλοϊρανικών προσώπων στις Υπηρεσίες Πληροφοριών, την Αστυνομία, τον Στρατό και το Διπλωματικό Σώμα.

Μετά την απόπειρα πραξικοπήματος «προπετάσματος καπνού» (false flag) το 2016, ο Ερντογάν προχώρησε σε μαζικές εκκαθαρίσεις που απομάκρυναν δεκάδες χιλιάδες αξιωματικούς, συμπεριλαμβανομένου μεγάλου μέρους της φιλο-ΝΑΤΟϊκής ηγεσίας των ενόπλων δυνάμεων.

Διόρισε τον Αντνάν Τανριβερντί, ιδρυτή της παραστρατιωτικής ομάδας SADAT, ως κύριο στρατιωτικό σύμβουλό του και εδραίωσε σαρωτικές εκτελεστικές εξουσίες μετά το αμφιλεγόμενο δημοψήφισμα του 2018, το οποίο διεξήχθη υπό τον πλήρη κυβερνητικό έλεγχο των Μέσων Ενημέρωσης.

Υπό την ηγεσία του Ερντογάν, η Τουρκία επέκτεινε το στρατιωτικό της αποτύπωμα στο εξωτερικό, εξοπλίζοντας ισλαμιστικές ομάδες στη Συρία και τη Λιβύη και ιδρύοντας υπερπόντια στρατιωτικά φυλάκια από τη Σομαλία έως το Κατάρ.

Η Άγκυρα εμβάθυνε επίσης τους δεσμούς της με τη Χαμάς -η οποία έχει χαρακτηριστεί τρομοκρατική οργάνωση από τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ- παρέχοντας σε στελέχη της καταφύγιο, χρηματοδότηση, εφοδιαστική υποστήριξη, ακόμη και τουρκική υπηκοότητα.

Ταυτόχρονα, οι τουρκικές υπηρεσίες πληροφοριών και η Αστυνομία έχουν εντείνει τις καταστολές εναντίον ισραηλινών δικτύων, συμπεριλαμβανομένων φερόμενων πρακτόρων της Μοσάντ που παρακολουθούσαν τις δραστηριότητες της Χαμάς στην Τουρκία, ενώ παραβλέπουν σε μεγάλο βαθμό την παρουσία τζιχαντιστικών ομάδων και ιρανικών δικτύων πληροφοριών που δρουν σε τουρκικό έδαφος.

Με αυτές τις εξελίξεις, ο Ερντογάν εμφανίζεται όλο και πιο σίγουρος για την ικανότητά του να επιδιώξει μια άμεση αντιπαράθεση με το Ισραήλ και έχει αρχίσει να θέτει τις βάσεις ανάλογα.

Το νέο δόγμα κινητοποίησης

Το σαφέστερο σημάδι αυτής της προετοιμασίας ήρθε στις 22 Μαΐου 2024, όταν ο Ερντογάν εξέδωσε ένα σαρωτικό προεδρικό διάταγμα εισάγοντας έναν νέο «Κανονισμό Κινητοποίησης και Κατάστασης Πολέμου» (Seferberlik ve Savaş Hâli Yönetmeliği).

Ο κανονισμός διευρύνει δραματικά την εξουσία της κυβέρνησης να κινητοποιεί το σύνολο των πολιτικών, οικονομικών και θεσμικών υποδομών της Τουρκίας για πιθανά σενάρια σύγκρουσης.

Αντικαθιστώντας πλαίσια δεκαετιών, ο κανονισμός θεσπίζει ένα σύστημα σχεδιασμένο να μεταβαίνει η χώρα ταχύτατα από την περίοδο ειρήνης σε κατάσταση πολέμου, ακόμη και απουσία επίσημης κήρυξης πολέμου.

Στον πυρήνα του βρίσκεται η έννοια της διαρκούς ετοιμότητας, επιτρέποντας στις Αρχές να ενεργοποιούν πολεμικούς μηχανισμούς όχι μόνο κατά τη διάρκεια πολέμου, αλλά και σε ευρέως οριζόμενες περιόδους «έντασης» και «κρίσης».

Αυτές οι κατηγορίες είναι σκόπιμα ασαφείς, περιλαμβάνοντας εσωτερικές αναταραχές, περιφερειακή αστάθεια ή αντιλαμβανόμενες απειλές ασφαλείας, μειώνοντας έτσι το όριο για την επίκληση έκτακτων κρατικών εξουσιών.

Ο κανονισμός εισάγει ένα δόγμα «συνολικής εθνικής άμυνας», θέτοντας ουσιαστικά όλους τους τομείς της κοινωνίας υπό δυνητικό κρατικό έλεγχο.

Δημόσια ιδρύματα, ιδιωτικές εταιρείες, βιομηχανικές εγκαταστάσεις και μεταφορικά μέσα -συμπεριλαμβανομένων οχημάτων, πλοίων και αεροσκαφών- μπορούν να επιταχθούν.

Πολίτες με εξειδικευμένες δεξιότητες μπορεί να αναλάβουν ρόλους υποστήριξης στρατιωτικών επιχειρήσεων, ενώ οι ιδιωτικές εταιρείες μπορούν να υποχρεωθούν να παράγουν στρατιωτικά αγαθά, να διαθέσουν προσωπικό ή να μετατρέψουν γραμμές παραγωγής.

Οι υποχρεώσεις επεκτείνονται απευθείας στα άτομα.

Οι έφεδροι πρέπει να παρουσιαστούν εντός 48 ωρών από τη διαταγή κινητοποίησης [επιστράτευσης], ενώ οι ιδιοκτήτες πολιτικών οχημάτων μπορεί να κληθούν να παραδώσουν τα οχήματά τους σε μόλις έξι ώρες, συχνά μαζί με τους οδηγούς τους.

Οι τοπικές Αρχές είναι επιφορτισμένες με την επιβολή της συμμόρφωσης και την αναφορά παραβιάσεων.

Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του νέου πλαισίου είναι η συγκέντρωση της εξουσίας στην Προεδρία.

Ο Ερντογάν έχει την εξουσία να κηρύσσει πλήρη ή μερική κινητοποίηση [επιστράτευση], να καθορίζει το γεωγραφικό εύρος τέτοιων μέτρων και να αποφασίζει ποιοι τομείς και ιδρύματα θα επηρεαστούν.

Μπορεί επίσης να θέσει πολιτικά ιδρύματα υπό στρατιωτικό επιχειρησιακό έλεγχο, να επιβάλει υποχρεώσεις σε προσωπικό και πόρους και να ρυθμίσει τις διαδικασίες εκκένωσης και τα μέτρα έκτακτης διακυβέρνησης.

Αν και οι αποφάσεις κινητοποίησης πρέπει να υποβάλλονται στο κοινοβούλιο για έγκριση, ο κανονισμός επιτρέπει την άμεση εφαρμογή τους με προεδρικό διάταγμα, ενισχύοντας την ήδη δεσπόζουσα θέση της εκτελεστικής εξουσίας.

Ενοποίηση πολιτικής και στρατιωτικής διοίκησης

Ο κανονισμός εισάγει επίσης μηχανισμούς που επιτρέπουν σε πολιτικά ιδρύματα να τίθενται απευθείας υπό στρατιωτικές δομές διοίκησης.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, δημόσιοι φορείς και ιδιωτικές εταιρείες μπορούν να υπαχθούν στις στρατιωτικές Αρχές, με την εφοδιαστική τους αλυσίδα, τις διαδικασίες παραγωγής και τις επιχειρησιακές τους προτεραιότητες να ανακατευθύνονται για την κάλυψη αμυντικών αναγκών.

Αυτή η ρύθμιση ουσιαστικά συγχωνεύει την πολιτική διοίκηση με τη στρατιωτική ηγεσία κατά τη διάρκεια καταστάσεων κρίσης, θολώνοντας τα θεσμικά όρια.

Για την υποστήριξη αυτού του συστήματος, η κυβέρνηση επιβάλλει εκτεταμένη συλλογή δεδομένων για τους εθνικούς πόρους, συμπεριλαμβανομένης της βιομηχανικής ικανότητας, των προσόντων του εργατικού δυναμικού, των μεταφορικών μέσων και των κρίσιμων υποδομών.

Αυτές οι πληροφορίες αποθηκεύονται σε κεντρικά ηλεκτρονικά συστήματα που διαχειρίζονται ιδρύματα ασφαλείας, επιτρέποντας την ταχεία κατανομή και ανάπτυξη σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης.

Στις Αρχές παρέχονται επίσης ευρείες εξουσίες επιθεώρησης τόσο δημόσιων όσο και ιδιωτικών οντοτήτων για τη διασφάλιση της ετοιμότητας και της συμμόρφωσης με τα σχέδια κινητοποίησης.

Ο κανονισμός ενσωματώνει περαιτέρω πολλαπλά κρατικά ιδρύματα σε μια ενιαία δομή κινητοποίησης, συμπεριλαμβανομένων των ενόπλων δυνάμεων, των πολιτικών υπουργείων, των τοπικών κυβερνήσεων και των υπηρεσιών πληροφοριών.

Το προσωπικό του Εθνικού Οργανισμού Πληροφοριών (MIT) αντιμετωπίζεται διαφορετικά υπό αυτό το σύστημα, παραμένοντας υπό την εξουσία της υπηρεσίας του αντί να επανατοποθετείται μέσω τυπικών διαδικασιών κινητοποίησης, υπογραμμίζοντας τη στρατηγική σημασία των επιχειρήσεων πληροφοριών κατά τη διάρκεια κρίσεων.

Κατά την τελευταία δεκαετία, η MIT έχει εξελιχθεί σε βασικό εργαλείο πολιτικού ελέγχου, το οποίο χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση αντιπάλων, την ενορχήστρωση ποινικών διώξεων με πολιτικά κίνητρα και τη διεξαγωγή μυστικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό, σύμφωνα με τους στρατηγικούς στόχους του Ερντογάν.

Οικονομικοί και χρηματοπιστωτικοί μηχανισμοί είναι επίσης ενσωματωμένοι στο πλαίσιο.

Ο κανονισμός προβλέπει προγραμματισμένες πιστώσεις προϋπολογισμού για δαπάνες έκτακτης ανάγκης, αποθεματοποίηση κρίσιμων αγαθών και προτεραιότητα των στρατιωτικών αναγκών έναντι της πολιτικής κατανάλωσης.

Όταν οι οικονομικοί πόροι αποδεικνύονται ανεπαρκείς, το κράτος εξουσιοδοτείται να επιβάλλει την παροχή αγαθών και υπηρεσιών βάσει της νομοθεσίας για την εθνική άμυνα, επεκτείνοντας την κινητοποίηση στην οικονομική σφαίρα.

Όλα τα υπουργεία και οι περιφερειακές Αρχές υποχρεούνται να καταρτίζουν λεπτομερή σχέδια κινητοποίησης κατά την περίοδο ειρήνης, να διεξάγουν τακτικές ασκήσεις και να συντονίζονται στενά με τα στρατιωτικά ιδρύματα.

Επιβάλλονται ετήσιες συναντήσεις συντονισμού υπό την ηγεσία επαρχιακών και τοπικών αξιωματούχων για την αξιολόγηση της ετοιμότητας, τον εντοπισμό ελλείψεων και την εφαρμογή διορθωτικών μέτρων, θεσμοθετώντας μια μόνιμη κατάσταση ετοιμότητας σε όλη τη διοικητική δομή.

Απόκλιση από το παρελθόν

Ο νέος κανονισμός σηματοδοτεί μια σαφή απομάκρυνση από τον κανονισμό κινητοποίησης [επιστράτευσης] του 1990 με τίτλο «Seferberlik ve Savaş Hali Tüzüğü», ο οποίος διείπε το σύστημα κινητοποίησης [επιστράτευσης] της Τουρκίας για περισσότερες από τρεις δεκαετίες.

Εκείνο το προηγούμενο πλαίσιο, που υιοθετήθηκε υπό κοινοβουλευτικό σύστημα, ήταν πιο στενά εστιασμένο σε πολεμικά σενάρια και βασιζόταν σε μια σχετικά άκαμπτη νομική δομή που διέκρινε σαφώς τον πόλεμο από την ειρήνη.

Υπό τον κανονισμό του 1990, οι μηχανισμοί κινητοποίησης ενεργοποιούνταν σε μεγάλο βαθμό μετά από επίσημη κήρυξη πολέμου ή ρητή εθνική ανάγκη, και η διαδικασία περιελάμβανε έναν πιο έντονο ρόλο για το υπουργικό συμβούλιο και τα γραφειοκρατικά ιδρύματα.

Ο πολιτικο-στρατιωτικός συντονισμός υπήρχε, αλλά ήταν λιγότερο συγκεντρωτικός, και το σύστημα έδινε μεγαλύτερη έμφαση στα διαδικαστικά βήματα παρά στην ταχεία εκτελεστική δράση.

Αντίθετα, ο κανονισμός του 2024 εισάγει ένα προληπτικό και ευέλικτο μοντέλο που επιτρέπει στα μέτρα κινητοποίησης να ξεκινούν κατά τη διάρκεια ασαφώς οριζόμενων περιόδων «έντασης» και «κρίσης».

Αυτό επεκτείνει αποτελεσματικά το πεδίο εφαρμογής της κινητοποίησης από ένα αντιδραστικό εργαλείο πολέμου σε ένα προληπτικό όργανο κρατικού ελέγχου που μπορεί να αναπτυχθεί σε ένα ευρύ φάσμα σεναρίων.

Μια άλλη βασική διαφορά έγκειται στη συγκέντρωση της εξουσίας.

Ενώ το πλαίσιο του 1990 κατένεμε τις αρμοδιότητες στο υπουργικό συμβούλιο και σε διάφορα κρατικά όργανα, ο νέος κανονισμός συγκεντρώνει τη δύναμη λήψης αποφάσεων στην Προεδρία.

Η μετάβαση σε ένα εκτελεστικό προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης στην Τουρκία κατέστησε δυνατή αυτή τη μετατόπιση, επιτρέποντας στον Ερντογάν να ασκεί άμεσο έλεγχο στις αποφάσεις κινητοποίησης χωρίς πρακτικά κανέναν θεσμικό περιορισμό.

Ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα έχει επίσης εξελιχθεί σημαντικά.

Παρόλο που οι προηγούμενοι κανονισμοί περιλάμβαναν διατάξεις για την επίταξη αγαθών και υπηρεσιών, το νέο πλαίσιο ενσωματώνει τις ιδιωτικές εταιρείες πολύ πιο βαθιά στον στρατιωτικό σχεδιασμό μέσω προκαθορισμένων πρωτοκόλλων, λεπτομερούς συλλογής δεδομένων και συνεχών απαιτήσεων ετοιμότητας.

Αυτό αντιπροσωπεύει μια στροφή από την ad hoc πολεμική επίταξη σε μια συστηματική ενσωμάτωση της οικονομίας στον αμυντικό σχεδιασμό.

Το όριο για τη στρατιωτική εμπλοκή στις πολιτικές υποθέσεις έχει επίσης μειωθεί.

Ενώ το προηγούμενο πλαίσιο επέτρεπε τον στρατιωτικό συντονισμό με τα πολιτικά ιδρύματα, ο νέος κανονισμός επιτρέπει ρητά την υπαγωγή πολιτικών οντοτήτων υπό άμεσο στρατιωτικό επιχειρησιακό έλεγχο κατά τη διάρκεια περιόδων κρίσης, μια κίνηση που θολώνει σημαντικά τη γραμμή μεταξύ πολιτικής διακυβέρνησης και στρατιωτικής αρχής.

Τέλος, ο νέος κανονισμός εισάγει μια ευρύτερη έννοια της «ολικής άμυνας» (topyekûn savunma), η οποία εκτείνεται πέρα από την παραδοσιακή στρατιωτική ετοιμότητα περιλαμβάνοντας οικονομικές, κοινωνικές και ψυχολογικές διαστάσεις, αντανακλώντας ένα ευρύτερο δόγμα ασφαλείας στο οποίο ολόκληρη η κοινωνία αντιμετωπίζεται ως μέρος του εθνικού αμυντικού μηχανισμού.

Το ευρύ πεδίο εφαρμογής του και οι ευέλικτοι ορισμοί επιτρέπουν την ενεργοποίηση πολεμικών εξουσιών σε ένα ευρύ φάσμα σεναρίων, που δεν περιορίζονται αυστηρά σε συμβατικές ένοπλες συγκρούσεις.

Οι επικριτές προειδοποιούν ότι ένα τέτοιο πλαίσιο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε εσωτερικά πλαίσια υπό το πρόσχημα της εθνικής ασφάλειας, διευρύνοντας περαιτέρω την εκτελεστική εξουσία.

Ο κανονισμός αντανακλά τελικά μια στροφή προς μια εξαιρετικά «ασφαλειοποιημένη» (securitized) μορφή διακυβέρνησης στην οποία η πολιτική ζωή, η οικονομική δραστηριότητα και τα κρατικά ιδρύματα ενσωματώνονται ολοένα και περισσότερο στον στρατιωτικό σχεδιασμό.

Ενσωματώνοντας πολεμικούς μηχανισμούς στη διοίκηση της περιόδου ειρήνης, θολώνει τη διάκριση μεταξύ κανονικής διακυβέρνησης και κανόνων έκτακτης ανάγκης, δίνοντας στην εκτελεστική εξουσία άνευ προηγουμένου μοχλό πίεσης επί των πόρων και του πληθυσμού της χώρας.

Πρόσθετα μέτρα και υλικοτεχνική υποδομή

Μια επακόλουθη τροποποίηση που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 1η Μαΐου 2025, βελτίωσε περαιτέρω το πλαίσιο κινητοποίησης ρυθμίζοντας τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα των εφέδρων που συμμετέχουν σε ασκήσεις και εκπαίδευση κινητοποίησης.

Η τροποποίηση, που εκδόθηκε από τον Πρόεδρο Ερντογάν, διασφαλίζει ότι οι έφεδροι λαμβάνουν αποζημίωση ανάλογη με τον στρατιωτικό τους βαθμό εάν το πολιτικό τους εισόδημα πέσει κάτω από αυτό το επίπεδο, με το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας να καλύπτει οποιαδήποτε διαφορά.

Όσοι δεν έχουν τακτικό εισόδημα δικαιούνται αμοιβή βάσει βαθμού ή ημερήσιο ισοδύναμο κατώτατου μισθού, ενώ καλύπτονται επίσης τα έξοδα ταξιδιού και τα επιδόματα.

Το μέτρο θεσμοθετεί οικονομικές εγγυήσεις για τους εφέδρους, ενισχύοντας την προσπάθεια της κυβέρνησης να διατηρήσει τη συμμετοχή σε μεγάλης κλίμακας, συνεχή ετοιμότητα κινητοποίησης.

Επιπλέον, μια σειρά από φαινομενικά άσχετες εξελίξεις έδωσαν τροφή σε εικασίες ότι η Τουρκία προετοιμάζεται όντως για μια σύγκρουση.

Πρόσφατοι κανονισμοί που επιβάλλουν την κατασκευή καταφυγίων σε νέα κτίρια, σε συνδυασμό με τη συνεχή στρατιωτική προμήθεια εναλλακτικών συστημάτων μεταφοράς καυσίμων, υποδεικνύουν μια ευρύτερη προσπάθεια σχεδιασμού έκτακτης ανάγκης.

Παρά την εκτεταμένη υποδομή καυσίμων της Τουρκίας που είναι ενσωματωμένη στο ΝΑΤΟ, η οποία περιλαμβάνει ένα δίκτυο αγωγών 3.200 χιλιομέτρων και εγκαταστάσεις αποθήκευσης μεγάλης κλίμακας, οι Αρχές προχώρησαν σε πρόσθετες δυνατότητες εφοδιαστικής, παραγγέλνοντας βυτιοφόρα και οχήματα οδικών μεταφορών μέσω κρατικών κατασκευαστών.

Η ολοένα και πιο εχθρική ρητορική της κυβέρνησης προς το Ισραήλ, σε συνδυασμό με τον δημόσιο έπαινο προς τους μαχητές της Χαμάς ως υπερασπιστές των συμφερόντων της Τουρκίας, έχει επίσης επηρεάσει τις θεσμικές πολιτικές και τη δημόσια αντίληψη.

Αυτά τα αφηγήματα δεν είναι πλέον απλώς ρητορικά· διαμορφώνουν τον στρατηγικό σχεδιασμό σε όλες τις κρατικές υπηρεσίες.

Η πιθανότητα στρατιωτικής αντιπαράθεσης με το Ισραήλ δεν στερείται προηγουμένου.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης του Μαβί Μαρμαρά το 2010, ο Ερντογάν πίεσε για μια επίδειξη ισχύος, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης ναυτικών μέσων και μαχητικών αεροσκαφών.

Ανώτατοι στρατιωτικοί διοικητές, ωστόσο, αντιτάχθηκαν σθεναρά στην κίνηση, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο κλιμάκωσης, τις νομικές επιπλοκές και την πιθανότητα σημαντικών απωλειών.

Οι στρατιωτικοί προειδοποίησαν ότι οποιαδήποτε τέτοια κίνηση ενείχε σοβαρό κίνδυνο ταχείας κλιμάκωσης και απωλειών, παρασύροντας δυνητικά την Τουρκία σε μια περιττή σύγκρουση, και υπογράμμισαν τους νομικούς και επιχειρησιακούς κινδύνους μιας άμεσης σύγκρουσης με το Ισραήλ για τον στόλο.

Ο Ερντογάν δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την αντίσταση των στρατηγών, οι οποίοι εκείνη την εποχή ήταν πιο ανεξάρτητοι από την εκτελεστική εξουσία και διέθεταν μεγαλύτερη θεσμική ισχύ.

Ένα παρόμοιο μοτίβο εμφανίστηκε στα πρώτα χρόνια της συριακής σύγκρουσης, όταν κορυφαίοι στρατηγοί αντιστάθηκαν στην πίεση του Ερντογάν για στρατιωτική επέμβαση.

Αυτή η αντίσταση κατέρρευσε μετά τις εκκαθαρίσεις του 2016, οι οποίες απομάκρυναν το μεγαλύτερο μέρος, αν όχι το σύνολο, της ανεξάρτητης ηγεσίας του στρατού.

Στη συνέχεια, περισσότερο από τα δύο τρίτα των στρατηγών και των ναυάρχων απολύθηκαν ή φυλακίστηκαν και οι ένοπλες δυνάμεις αναδιαρθρώθηκαν ταχύτατα σε ιδεολογική βάση.

Μία από τις πρώτες μεγάλες αποφάσεις μετά την εκκαθάριση ήταν η ανάπτυξη τουρκικών δυνάμεων στη βόρεια Συρία.

Σήμερα, ο τουρκικός στρατός θεωρείται ευρέως ότι κυριαρχείται από πιστούς του καθεστώτος, ισλαμιστές, νεο-εθνικιστές και φιλοϊρανικά στοιχεία.

Με τους θεσμικούς ελέγχους του παρελθόντος να έχουν σε μεγάλο βαθμό εξαλειφθεί, φαίνεται να απομένει ελάχιστη ή καθόλου εσωτερική αντίσταση για να αμφισβητήσει τις στρατηγικές αποφάσεις του Ερντογάν.

Εάν ο Ερντογάν επιλέξει να επιδιώξει μια στρατιωτική αντιπαράθεση με το Ισραήλ, έχουν απομείνει ελάχιστοι -αν υπάρχουν- ανώτατοι αξιωματικοί στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις ικανοί να αντιταχθούν σε μια τέτοια κίνηση.

Σχετικά άρθρα