ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
DON ALVARO
Da lung’ora
mille inciampi tua dimora
m’han vietato penetrar.
Ma d’amor sì puro e santo
nulla opporsi può all’incanto.
E Dio stesso il nostro palpito
in letizia, in letizia tramutò.*
Giuseppe Verdi, La forza del destino, Atto Primo.
Κατά την άποψη του γράφοντος, ένα από τα μεγαλύτερα «προνόμια» της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι ότι αυτή «οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» (Ιωάννη, 18:36).
Σε πολλές περιπτώσεις αυτή η «ιδιότητα» δημιουργεί ένα βολικό περιβάλλον, στα πλαίσια του οποίου οι ταγοί της Εκκλησίας μπορούν να εκφράζουν το «μακρύ τους και το κοντό τους» για διάφορα θέματα που κάθε άλλο παρά άπτονται της πνευματικής δικαιοδοσίας της υπό αυτούς Εκκλησίας και συνήθως αναφέρονται σε γεγονότα της πολιτικής επικαιρότητας.
Για να το πούμε πιο απλά: ορισμένοι εκ των εκκλησιαστικών αδρών θεωρούν ότι μπορούν να εκφέρουν εξ ονόματος της δύσμοιρης Εκκλησίας απόψεις επί παντός επιστητού, εφόσον ούτως ή άλλως… δεν είναι από αυτόν τον κόσμο.
Ας σημειώσουμε εδώ ότι το λεξικό της ελληνικής γλώσσας προτείνει ως συνώνυμο αυτής της εκφράσεως τον χαρακτηρισμό «ξερόλας».
Παράδειγμα αυτής της προσωπικής, και συνεπώς απολύτως υποκειμενικής, απόψεως του γράφοντος, μπορεί να χρησιμεύσει η είδηση ότι την 1η Μαρτίου, ο Πατριάρχης Κύριλλος απέστειλε στον Πρόεδρο της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν τα «βαθιά του συλλυπητήρια για τη δολοφονία του Ανώτατου Ηγέτη Αγιατολάχ Σεΐντ Αλί Χαμενεΐ».
Στην επιστολή του ο επικεφαλής της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας εξήρε τις «βαθιές θρησκευτικές πεποιθήσεις» του ισλαμικού ηγέτη και τη δύναμη του πνεύματος και του χαρακτήρα του.
Σε αντίθεση όμως με τον πατριάρχη, ο επικεφαλής της Πνευματικής Διοίκησης των Μουσουλμάνων της Ρωσικής Ομοσπονδίας, σεΐχης Ραβίλ Γκαϊνούτντιν, δεν αναφέρθηκε στην εξόντωση του Αγιατολάχ, αλλά εξέφρασε τα συλλυπητήριά του στους αμάχους-θύματα των επιθέσεων κατά του Ιράν, συμπεριλαμβανομένων των οικογενειών των μαθητριών του σχολείου θηλέων στην πόλη Μινάμπ.
«Ο νέος κύκλος κλιμάκωσης της πολυμερούς σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή», προειδοποιεί ο σεΐχης, «απειλεί να εξελιχθεί σε πόλεμο, ο οποίος θα επηρεάσει όχι μόνο πολλές χώρες της περιοχής, αλλά θα επεκταθεί και σε άλλες περιοχές του κόσμου».
Ωστόσο, και οι δύο Ρώσοι θρησκευτικοί ηγέτες «δεν πρόσεξαν» τις χιλιάδες θύματα του ολοκληρωτικού καθεστώτος της Ισλαμικής Δημοκρατίας, η τραγωδία των οποίων, προφανώς, δημιούργησε τις… μεταφυσικές, πνευματικές προϋποθέσεις για την τρέχουσα κλιμάκωση της κατάστασης γύρω από το Ιράν.
Τα πατριαρχικά συλλυπητήρια αποτελούν ένα ξεχωριστό είδος, το οποίο καταλαμβάνει μια ξεχωριστή ενότητα στην επίσημη ιστοσελίδα του Πατριαρχείου Μόσχας.
Η ενότητα αυτή ενημερώνεται με διάφορες αφορμές: π.χ. οι θάνατοι πολιτικών και θρησκευτικών ηγετών, καθώς και άλλων μεγάλων αυτού του κόσμου, όσο και ο θάνατος απλών ανθρώπων ως αποτέλεσμα πολέμων, τρομοκρατικών επιθέσεων και φυσικών καταστροφών.
Από τα πιο πρόσφατα ξεχωρίζουμε τα πατριαρχικά συλλυπητήρια σχετικά με την τρομοκρατική επίθεση στο τζαμί του Ισλαμαμπάντ, τη σιδηροδρομική καταστροφή στην Ταϊλάνδη, την κατάρρευση σκαλωσιάς σε εργοτάξιο στην Αιθιοπία, την αεροπορική καταστροφή στην Ινδία, τον σεισμό στη Μιανμάρ κ.λπ. κ.λπ.
Όμως μάταια θα διαβάσει κανείς σε αυτή τη στήλη έστω και μια λέξη συμπαραστάσεως προς όλους εκείνους που υποφέρουν από τις πολεμικές συγκρούσεις στα εδάφη που ελέγχονται από την Ουκρανία, όπου, όπως εξακολουθεί να ισχυρίζεται ο Πατριάρχης, κατοικούν εκατομμύρια ορθόδοξοι χριστιανοί που ανήκουν στο ποίμνιό του.
Η τελευταία συλλυπητήρια επιστολή του Κυρίλλου που σχετίζεται με την Ουκρανία χρονολογείται στις 5 Νοεμβρίου 2021, όταν απεβίωσε η ηγουμένη του μοναστηριού Κορέτσκι στην περιφέρεια Ρόβνο, το οποίο βρίσκεται υπό την άμεση δικαιοδοσία του πατριάρχη.
Αν εξαιρέσουμε τις δικαιολογημένες διαμαρτυρίες για τις συστηματικές διώξεις, στις οποίες υπόκειται η μητρόπολη Κιέβου του Πατριαρχείου Μόσχας εκ μέρους του καθεστώτος του Ζελένσκι, η «ποιμαντική φροντίδα» του «αγιωτάτου πατριάρχη πάσης Ρωσίας» περιορίζεται στην αρπαγή των επαρχιών του Ονουφρίου που ευρίσκονται στις περιοχές της Ουκρανίας που ελέγχει η Ρωσία και στην υπαγωγή τους στην άμεση δικαιοδοσία του εκκλησιαστικού ηγέτη του «ρωσικού κόσμου».
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: σε ποιο βαθμό το Πατριαρχείου Μόσχας παραμένει θρησκευτική δομή και σε ποιο βαθμό έχει μεταμορφωθεί σε ένα ιδιόμορφο πολιτικό μόρφημα;
Εδώ κρύβεται και η απάντηση σε ένα άλλο ερώτημα που, εκ πρώτης όψεως, δεν είναι εύκολο: γιατί ο Πατριάρχης Κύριλλος και οι πέριξ αυτού δηλώνουν τη στενή τους σχέση με τον ισλαμικό κόσμο και δεν κουράζονται να «καταγγέλλουν» τους δυτικούς χριστιανούς, εφόσον, παρά τις δογματικές διαφορές με τη δυτική Χριστιανοσύνη, θεωρητικά θα έπρεπε να είναι πιο κοντά με τους χριστιανούς, παρά με όσους θεωρούν τον Χριστό απλώς έναν από τους προφήτες;
Εν τω μεταξύ στην «αυλή» του Πατριάρχη, στην πρωτεύουσα της «γ΄ Ρώμης», στη Μόσχα, εδώ και πολλά χρόνια τα στατιστικά στοιχεία για την προσέλευση των πιστών στις ακολουθίες δεν είναι υπέρ των Ορθόδοξων: για παράδειγμα, το 2023, κατά τη γιορτή του Κουρμπάν-Μπαϊράμ, γύρω από τα λιγοστά τζαμιά της πρωτεύουσας (είναι μόνο τέσσερα) συγκεντρώθηκαν περίπου 250 χιλιάδες μουσουλμάνοι, ενώ τα Χριστούγεννα της ίδιας χρονιάς στις περισσότερες από 600 εκκλησίες προσήλθαν περίπου μόλις 120 χιλιάδες ορθόδοξοι.
Στις 22 Φεβρουαρίου ο πατριάρχης Κύριλλος είχε αναφέρει στο κήρυγμά του:
«Όπως έχω πει πολλές φορές, οι εκκλησίες στη Δύση αναδιαμορφώνονται και ο καλύτερος τρόπος -και αυτό μπορεί να σας φαίνεται περίεργο- είναι να μετατραπούν σε τζαμιά. Γιατί; Τουλάχιστον οι άνθρωποι στα τζαμιά προσεύχονται στον Θεό!».
Μεταξύ των πολυάριθμων ισλαμικών σχολών και ρευμάτων, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία -με πρωτοβουλία του ίδιου Κυρίλλου (όταν ήταν μητροπολίτης Σμολένσκ και πρόεδρος του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας)- επέλεξε το 1995 για «θεολογικό διάλογο» ακριβώς τους Ιρανούς Σιίτες.
Οι σχέσεις μεταξύ της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και της Περσίας (του σημερινού Ιράν) έχουν τις ρίζες τους σε ένα σύνθετο ιστορικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε από θρησκευτικούς, πολιτισμικούς και γεωπολιτικούς παράγοντες που εκτείνονται για αρκετούς αιώνες.
Η Περσία, που ήταν κατά κύριο λόγο σιιτική μουσουλμανική χώρα από την εποχή της δυναστείας των Σαφαβιδών (16ος αιώνας), είχε περιορισμένη άμεση θρησκευτική αλληλεπίδραση με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ωστόσο, οι δύο θρησκευτικές ομάδες ήρθαν σε επαφή λόγω της παρουσίας χριστιανικών μειονοτήτων στα περσικά εδάφη και της επεκτάσεως της ρωσικής επιρροής προς τα νότια.
Κατά τη διάρκεια του 18ου και 19ου αιώνα, καθώς η Ρωσική Αυτοκρατορία επεκτεινόταν στην περιοχή του Καυκάσου που συνορεύει με την Περσία, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία αποτέλεσε ένα σημαντικό θεσμό που στήριζε τις ορθόδοξες χριστιανικές κοινότητες σε αυτές τις παραμεθόριες περιοχές.
Αυτές οι κοινότητες περιλάμβαναν Αρμένιους, Γεωργιανούς και άλλες χριστιανικές ομάδες που ζούσαν υπό περσική ή οθωμανική κατοχή.
Ο ρόλος της Εκκλησίας δεν ήταν μόνο πνευματικός, αλλά και πολιτικός, καθώς συνέβαλε ποικιλοτρόπως στην εδραίωση της ρωσικής επιρροής στην περιοχή.
Ρώσοι ιεραπόστολοι και κληρικοί ίδρυσαν εκκλησίες, σχολεία και φιλανθρωπικά ιδρύματα, προωθώντας την ρωσική πολιτιστική παρουσία.
Αρκετοί ρωσο-περσικοί πόλεμοι (ιδιαίτερα στις αρχές του 19ου αιώνα) οδήγησαν σε εδαφικές αλλαγές που έφεραν περισσότερους χριστιανικούς πληθυσμούς υπό ρωσική κυριαρχία, ενισχύοντας περαιτέρω τον ρόλο της Εκκλησίας στην περιοχή.
Οι Συνθήκες του Γκουλιστάν (1813) και του Τουρκμεντσάι (1828) μείωσαν σημαντικά το περσικό έδαφος στον Καύκασο, διευκολύνοντας την εκκλησιαστική επέκταση της Ρωσίας.
Η επιρροή της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Περσία μειώθηκε σημαντικά στις αρχές του 20ού αιώνα λόγω των πολιτικών αναταραχών, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσικής Επαναστάσεως και της ιδρύσεως της αλήστου μνήμης Σοβιετικής Ενώσεως, η οποία δεν έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια προς τα παντός τύπου θρησκευτικά ιδρύματα.
Ωστόσο, οι κοινότητες Ρώσων μεταναστών στην Περσία διατήρησαν κάποια εκκλησιαστική παρουσία.
Από τα τέλη του 20ού αιώνα, ειδικά μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενώσεως, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία ανανέωσε το ενδιαφέρον της για τη θρησκευτική διπλωματία με το Ιράν.
Ενώ η άμεση εκκλησιαστική επιρροή παραμένει περιορισμένη λόγω της ισλαμικής διακυβερνήσεως του Ιράν, η Εκκλησία συμμετέχει σε διαθρησκειακό διάλογο με τις ιρανικές θρησκευτικές Αρχές.
Σύμφωνα λοιπόν με την άποψη της «γ΄ Ρώμης», αυτές οι προσπάθειες στοχεύουν στην προώθηση της αμοιβαίας κατανοήσεως και της ειρηνικής συνυπάρξεως μεταξύ Χριστιανισμού και Ισλάμ, αντανακλώντας την ευρύτερη γεωπολιτική συνεργασία μεταξύ Ρωσίας και Ιράν.
Σε σχέση με τα παραπάνω θα ήταν άδικο να μην αναγνωρίσουμε τη διορατικότητα του μελλοντικού πατριάρχη Κυρίλλου: στο δημοκρατικό κλίμα της δεκαετίας του ’90 κατάφερε να διακρίνει τα «συμπτώματα» της επερχόμενης πτώσεως του σοβιετικού καθεστώτος.
Στο εσωτερικό καταπιάστηκε με την ίδρυση του Παγκόσμιου Ρωσικού Λαϊκού Συμβουλίου, στα πλαίσια του οποίου διαμορφώθηκε η ιδεολογία που σήμερα είναι γνωστή ως «ρωσικός κόσμος», ενώ στο εξωτερικό ξεκίνησε την προσέγγιση με διάφορες φονταμενταλιστικές και ακροδεξιές δυνάμεις.
Μία από αυτές ήταν και η σιιτική ηγεσία της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, η οποία πρότεινε ως εναλλακτική λύση στη δυτική παγκοσμιοποίηση την εναλλακτική λύση ενός θεοκρατικού κράτους, ενός μοντέλου κοινωνικού συστήματος που ο νυν πατριάρχης Μόσχας αντιμετώπιζε και συνεχίζει να αντιμετωπίζει θετικά.
Ο ίδιος είχε εκφράσει το ενδιαφέρον του ως εξής:
«Το Ιράν είναι ένα θρησκευτικό κράτος, όπου οι αρχές της πίστεως αποτελούν τη βάση αναπτύξεως της κοινωνίας.
»Από την άλλη πλευρά, το Ιράν είναι ένα σύγχρονο κράτος… Είναι πολύ ενδιαφέρον να κατανοήσουμε τις βασικές ιδέες από τις οποίες εμπνέονται οι Ιρανοί, συνδυάζοντας τη σύγχρονη κρατική ζωή με τις θρησκευτικές αρχές».
Η πρώτη επίσημη επίσκεψη του μελλοντικού προκαθημένου του «ρωσικού κόσμου» στο Τεχεράνη πραγματοποιήθηκε στις 4–8 Σεπτεμβρίου 1995 και από τότε ξεκίνησε η φιλία του με τον επικεφαλής της Οργανώσεως Supreme Council of the Assembly for the Proximity of Islamic Schools of Thought, τον Ayatollah Mohammad-Ali Taskhiri, ο οποίος επί σειρά ετών ήταν ευπρόσδεκτος επισκέπτης στη Μόσχα.
Από το 1997, εναλλάξ στη Μόσχα και στην Τεχεράνη, άρχισε να συνεδριάζει η κοινή Ρώσο-ιρανική επιτροπή για τον διάλογο «Ορθοδοξία-Ισλάμ», η σύνθεση της οποίας από την πλευρά της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας διαμορφωνόταν από την Ιερά Σύνοδο.
Πρώτος πρόεδρος αυτής της επιτροπής ήταν ο πρωτοπρεσβύτερος Βίκτορ Πετλιούτσενκο, αναπληρωτής του Κυρίλλου, ενώ σήμερα προεδρεύει ο μητροπολίτης Καζάν Κυρίλλος (Νακονέτσνι).
Παρά το γεγονός ότι ο χριστιανισμός έφτασε στο έδαφος του Ιράν (της τότε Περσικής Αυτοκρατορίας) πολύ νωρίτερα από το Ισλάμ, σήμερα οι χριστιανοί αποτελούν περίπου μόνο το 1% του πληθυσμού της χώρας και υπόκεινται σε σοβαρές διακρίσεις.
Ως γνωστόν στη βάση του ιρανικού θεοκρατικού ολοκληρωτισμού βρίσκεται το αρχαίο ισλαμικό δίκαιο, η σαρία, γι’ αυτό όλοι οι άνδρες που έχουν μεταστραφεί από το Ισλάμ στο Χριστιανισμό καταδικάζονται σε θάνατο, ενώ οι γυναίκες σε ισόβια κάθειρξη.
Στην πράξη αυτό εφαρμόζεται σπάνια, αλλά οι προτεσταντικές εκκλησίες, που δεν είναι έτοιμες να εγκαταλείψουν πλήρως το ιεραποστολικό τους έργο, κλείνουν, ενώ το Συμβούλιο Εποπτείας και Ελέγχου της Θρησκείας διοργανώνει περιοδικά επιδρομές για τον εντοπισμό οικιακών εκκλησιών, οι ηγέτες των οποίων συλλαμβάνονται.
Μεταξύ των θυμάτων αυτών των διώξεων ήταν και ο πάστορας Νανταρχάνι Μοχάμαντ Αλί Νταδχά, η εκτέλεση στην Τεχεράνη το 2012 προκάλεσε παγκόσμιες διαμαρτυρίες.
Ο Αγιατολάχ Χαμενεΐ είχε δήλωσει ότι, οι κατ’ οίκον εκκλησίες των χριστιανών αποτελούν μια σοβαρή απειλή για την εθνική ασφάλεια, ενώ ο υπουργός πληροφοριών του Ιράν τόνισε σε δήλωσή του ότι η υπηρεσία του ασχολείται με την καταστολή της ιεραποστολικής δραστηριότητας.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της έγκριτης οργάνωσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα Open Doors, το Ιράν καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση στον κόσμο μετά τη Βόρεια Κορέα ως προς την έκταση των διώξεων εναντίον των χριστιανών.
(Παρένθεση: Εδώ ας μου επιτρέψει ο αναγνώστης της ΤΡΙΜΠΟΥΝΑΣ να προσθέσω ότι, στις 23 Μαρτίου ο αγιώτατος πατριάρχης Μόσχας απέστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον Βορειοκορεάτη ηγέτη Κιμ Γιόνγκ Ουν με αφορμή την επανεκλογή του ως προέδρου της Βόρειας Κορέας.)
Ο Πάπας, το State Department καθώς και πλήθος διαφόρων διεθνών οργανισμών έχουν επανειλημμένα εκφράσει την υποστήριξή τους προς τους Ιρανούς χριστιανούς, αλλά η Ορθόδοξη Εκκλησία της «γ’ Ρώμης» δεν βλέπει κανένα πρόβλημα.
Φυσικά, εφόσον διαθέτει τον ναό του Αγίου Νικολάου στην Τεχεράνη, χτισμένο στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς και τον ναό του νεκροταφείου στην πρωτεύουσα του Ιράν, τον οίκο προσευχής στο Ανζελί στις ακτές της Κασπίας Θάλασσας, και τον προσωρινό ναό στον οικισμό των Ρώσων μηχανικών κοντά στον πυρηνικό σταθμό στο Μπουσέρ (γνωστό και ως Μπουσίρ).
Οι ιρανικές Αρχές αναγνωρίζουν ως «παραδοσιακές» τις Εκκλησίες των εθνικών μειονοτήτων, ήτοι των Ασσυρίων και των Αρμενίων, οι οποίοι κατοικούν στη δυτική πλευρά της χώρας και σε αυτούς έχουν παραχωρηθεί τρεις έδρες στο κοινοβούλιο.
Από τον 5ο αιώνα, η Ασσυριακή και η Αρμενική Εκκλησία διέκοψαν μεν την επικοινωνία με τους Ορθόδοξους της Ανατολικής Ρωμαϊκής [Βυζαντινής] Αυτοκρατορίας, ωστόσο τον 19ο αιώνα, στο πλαίσιο της προσεγγίσεως της Περσίας με τη Ρωσική Αυτοκρατορία, η Σύνοδος της Αγίας Πετρουπόλεως άνοιξε στο περσικό Αζερμπαϊτζάν την αποστολή της Ούρμιας, μέσω της οποίας προσχώρησαν στην Ορθοδοξία ο τοπικός Ασσύριος επίσκοπος Μαρ-Ιωνάν μαζί με πέντε κληρικούς.
Η διάλυση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και τα γεγονότα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έπληξαν σοβαρά αυτή την αποστολή, ωστόσο τα απομεινάρια της διοικούσε μέχρι το 1928 ο επίσκοπος Μαρ-Ιλία υπό τη δικαιοδοσία της εν εξορία Ρωσικής Συνόδου (του Κάρλοβιτς).
Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο ναός του Αγίου Νικολάου στην Τεχεράνη υπάγονταν στη Ρωσική Υπερόρια Εκκλησία, η οποία το 1992 εντάχθηκε στην Επισκοπή Σουζδάλ (σήμερα Ρωσική Ορθόδοξη Αυτόνομη Εκκλησία).
Ωστόσο, οι συμφωνίες του τότε μητροπολίτη Κυρίλλου με την ιρανική ηγεσία οδήγησαν στην άρνηση χορηγήσεως βίζας σε εκπροσώπους της Επισκοπής Σούζδαλ, ενώ τον Ιανουάριο του 1995 «παρέλαβε το ναό» ο βετεράνος της εκκλησιαστικής κατασκοπείας αρχιμανδρίτης (αργότερα μητροπολίτης Καζάν και Ταταρστάν) Θεοφάνης (Ασούρκοφ).
Έτσι ο ναός πέρασε ουσιαστικά υπό τη διαχείριση των ρωσικών διπλωματικών αντιπροσωπειών, ενώ στο Ιράν απέμειναν ελάχιστοι από τους απογόνους των πρώτων Ρώσων μεταναστών των αρχών του 20ού αιώνα.
Ένα από τα μεγαλύτερα ελαττώματα των «κρατικών Ορθοδόξων Εκκλησιών» είναι η αδιασάλευτη βεβαιότητά τους ότι το καθεστώς, στο άρμα του οποίου έχουν οικειοθελώς δεθεί, θα παραμείνει «εις τον αιώνα».
Όμως, αν και η πλάνη δεν είναι πάντα αμαρτία, η ιστορία του 20ου αιώνα έχει αποδείξει ότι αυτή η αφελής πεποίθηση όχι μόνο είναι αμαρτία, αλλά και προκαλεί ένα σωρό αρνητικών και ως επί το πλείστον δυσάρεστων εκπλήξεων με θλιβερές για αυτές τις Εκκλησίες συνέπειες.
Έτσι αν και το «γεωπολιτικό φλερτ» του εκκλησιαστικού ηγέτη της «αγίας Ρωσίας» με τους Ιρανούς αγιατολάδες, ακόμα και στο φως των τελευταίων γεγονότων, μπορεί να φαντάζει ακλόνητο, εντούτοις καλό θα ήταν να αναλογισθούν ότι το ίδιο ακλόνητο φαινόταν και το «ειδύλλιο» με τη Συρία του Άσαντ…




