ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Του Δρ. Νίκου Μιχαηλίδη στο MEMRI
Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας υπό την αυταρχική διακυβέρνηση του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει διολισθήσει σε μια απροκάλυπτη άσκηση νεοοθωμανικού επεκτατισμού, περιφρονώντας επιδεικτικά τους διεθνείς κανόνες και θέτοντας την εδαφική διεύρυνση υπεράνω των υποχρεώσεών της προς τη συμμαχία του ΝΑΤΟ.
Αξιωματούχοι στην Άγκυρα αρέσκονται να περιγράφουν αυτή την τακτική ως «στρατηγική αυτονομία».
Το δόγμα αυτό αποτελεί κεντρικό πυλώνα της σύγχρονης τουρκικής εξωτερικής πολιτικής από τα μέσα της δεκαετίας του 2010.
Αντιπροσωπεύει την επιδίωξη της Τουρκίας για μεγαλύτερη ανεξαρτησία από τις παραδοσιακές δυτικές συμμαχίες -ιδιαίτερα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ- μειώνοντας παράλληλα την εξάρτησή της στον τομέα της ασφάλειας.
Η προσέγγιση αυτή αναδύθηκε εν μέσω συζητήσεων για τη μετάβαση σε έναν πολυπολικό κόσμο, την άνοδο του αντιδυτικού αισθήματος στη χώρα και την επιθυμία ανάδειξης της Τουρκίας ως περιφερειακής δύναμης με παγκόσμια επιρροή.
Προβαλλόμενη ως μια «ανεξάρτητη και εθνική εξωτερική πολιτική», περιλαμβάνει στρατηγικές εξισορρόπησης: διατήρηση της ιδιότητας του μέλους στο ΝΑΤΟ για άσκηση πίεσης, ενώ παράλληλα εμβαθύνονται οι δεσμοί με μη δυτικές δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα.
Παράλληλα, προωθεί επιθετικές στρατιωτικές επεμβάσεις (π.χ. σε Συρία, Λιβύη και Ανατολική Μεσόγειο) και την ανάπτυξη εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας για την επίτευξη αυταρκειας.
Ωστόσο, οι επικριτές επισημαίνουν ότι η τακτική αυτή έχει οδηγήσει σε έναν συναλλακτικό καιροσκοπισμό, σε νέες εξαρτήσεις (π.χ. από τη Ρωσία) και σε εντάσεις εντός του ΝΑΤΟ, αντί για μια πλήρως συγκροτημένη ή βιώσιμη εθνική στρατηγική.
Το δόγμα της «στρατηγικής αυτονομίας» δεν είναι παρά ένα προπέτασμα για την επιθετική στάση στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου οι παράνομες θαλάσσιες διεκδικήσεις της Άγκυρας, ο στρατιωτικοποιημένος εκφοβισμός και το κυνικό παιχνίδι με αντιπάλους των ΗΠΑ, όπως η Ρωσία, έχουν διαβρώσει συστηματικά τις αμερικανικές προτεραιότητες ασφαλείας, έχουν διασπάσει την ενότητα του ΝΑΤΟ και έχουν βυθίσει την περιοχή σε αυξημένη αστάθεια.
Στις αρχές του 2026, οι προκλητικές ενέργειες της Τουρκίας για τους πόρους φυσικού αερίου, οι πόλεμοι μέσω αντιπροσώπων και ο εκβιασμός μέσω του προσφυγικού, προδίδουν τις δεσμεύσεις της προς το ΝΑΤΟ και αποθρασύνουν αναθεωρητικά κράτη.
Κατά συνέπεια, η στάση αυτή απαιτεί μια δυναμική απάντηση από τις ΗΠΑ για την περιστολή αυτής της αποσταθεροποιητικής δύναμης.
Η Τουρκία και η ενέργεια
Στο επίκεντρο της τουρκικής επιθετικότητας βρίσκονται οι παράνομοι ισχυρισμοί της επί των τεράστιων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου.
Ο Ερντογάν έχει εργαλειοποιήσει το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» -μια αναθεωρητική φαντασίωση που αγνοεί τις αρχές της UNCLOS (Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας).
Η UNCLOS παρέχει το ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο που διέπει όλες τις θαλάσσιες δραστηριότητες παγκοσμίως, ορίζοντας θαλάσσιες ζώνες όπως τα χωρικά ύδατα (έως 12 ναυτικά μίλια), τις αποκλειστικές οικονομικές ζώνες (έως 200 ναυτικά μίλια), τα δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα, την ελευθερία στην ανοικτή θάλασσα και τον βαθύ θαλάσσιο βυθό.
Η Άγκυρα χρησιμοποιεί το επεκτατικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» για να αποστείλει ερευνητικά σκάφη όπως το Ορούτς Ρέις και το Γιαβούζ σε ύδατα που δικαιωματικά ανήκουν στην Ελλάδα και την Κύπρο, υπό την απειλητική συνοδεία πολεμικών πλοίων.
Το 2025, καθώς η Κύπρος προχωρούσε σε συνεργασίες γεωτρήσεων με φορείς όπως η QatarEnergy, το καθεστώς Ερντογάν εξαπέλυσε πολεμικές απειλές για «αντίποινα», κλιμακώνοντας τους φόβους για ένοπλη σύγκρουση μεταξύ υποτιθέμενων εταίρων στο ΝΑΤΟ.
Αυτή η τραμπουκική συμπεριφορά σαμποτάρει ζωτικά έργα, όπως ο αγωγός EastMed, ο οποίος θα μπορούσε να διαφοροποιήσει τις ενεργειακές πηγές της Ευρώπης μακριά από τη ρωσική κυριαρχία.
Αντίθετα, η τουρκική στάση επιβάλλει την εξάρτηση από επισφαλείς εναλλακτικές λύσεις και ενισχύει τα τουρκικά ταμεία μέσω εξαναγκαστικών ρόλων διαμετακόμισης.
Περιφρονώντας το δίκαιο της θάλασσας και εκφοβίζοντας τους γείτονές της, η Άγκυρα παρακωλύει ενεργά τις ενεργειακές πρωτοβουλίες που στηρίζουν οι ΗΠΑ, αποκαλύπτοντας ένα καθεστώς που ενδιαφέρεται περισσότερο για τον εκβιασμό παρά για τη συνεργασία.
Η Τουρκία και οι συγκρούσεις μέσω αντιπροσώπων
Η στρατιωτική υπερεπέκταση της Τουρκίας επιτείνει τη ζημιά, μετατρέποντας την περιοχή σε πυριτιδαποθήκη συγκρούσεων.
Το θαλάσσιο σύμφωνο του 2019 με την παράταξη της Τρίπολης στη Λιβύη -το οποίο επαναχαράσσει αυθαίρετα τα σύνορα εισβάλλοντας σε ελληνικές και κυπριακές ζώνες- τροφοδότησε τον ατέρμονο εμφύλιο πόλεμο της Λιβύης, κατακλύζοντας τη χώρα με τουρκικά drones, Σύρους μισθοφόρους και ισλαμιστές μαχητές που πρόσκεινται στη Μουσουλμανική Αδελφότητα.
Αυτή η απερίσκεπτη ανάμειξη αντιτίθεται άμεσα στην αμερικανική διπλωματία για την ενοποίηση της Λιβύης και ενισχύει την επιρροή του Κατάρ, αποξενώνοντας βασικούς συμμάχους των ΗΠΑ, όπως η Αίγυπτος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Στη Συρία, οι επανειλημμένες εισβολές της Τουρκίας από το 2016 έχουν οδηγήσει στη σφαγή των Κούρδων μαχητών που υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ στον αγώνα κατά του ISIS, ενώ έχουν δημιουργηθεί ζώνες κατοχής που προσφέρουν καταφύγιο σε τζιχαντιστές και εκτοπίζουν αμάχους -γεγονός που συγκρούεται με τις ανάγκες ασφαλείας του Ισραήλ στην εύθραυστη εποχή μετά τον Άσαντ.
Εν τω μεταξύ, η στρατηγική στροφή του Ισραήλ προς την Ελλάδα και την Κύπρο, με κοινές ασκήσεις, υπογραμμίζει τον ρόλο της Τουρκίας ως περιφερειακού παρία, διακινδυνεύοντας την κατάρρευση του ΝΑΤΟ μέσω εσωτερικών ερίδων που υποδαυλίζονται από τις αυτοκρατορικές αυταπάτες του Ερντογάν.
Η πρόσφατη επίσκεψη του Έλληνα Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Τουρκία (11 Φεβρουαρίου 2026) για το 6ο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας με τον Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, δεν απέφερε ουσιαστική πρόοδο.
Εν μέσω των επίμονων αναθεωρητικών ισχυρισμών της Τουρκίας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, της πάγιας απειλής του casus belli κατά της ενδεχόμενης νόμιμης επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων και των συνεχιζόμενων προκλήσεων, οι συνομιλίες κατέληξαν μόνο σε επιφανειακές συμφωνίες -έξι μνημόνια για το εμπόριο, τη μετανάστευση, τον πολιτισμό και άλλους πρακτικούς τομείς.
Και οι δύο πλευρές απλώς επανέλαβαν ότι τα ζητήματα «δεν είναι ανυπέρβλητα» υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου.
Ο Μητσοτάκης προέτρεψε την Άγκυρα να εγκαταλείψει τις πολεμικές απειλές και να επιδείξει ειλικρινή καλή θέληση, ωστόσο το καθεστώς Ερντογάν συνέχισε να χρησιμοποιεί τον διάλογο ως εργαλείο διατήρησης επιρροής χωρίς παραχωρήσεις, ενισχύοντας την εικόνα της τουρκικής αδιαλλαξίας και του καιροσκοπισμού αντί για μια ειλικρινή προσπάθεια επίλυσης.
Αυτές οι τουρκικές πολιτικές υπονομεύουν ανοιχτά τα αμερικανικά συμφέροντα, αδειάζοντας την αποτελεσματικότητα του ΝΑΤΟ εκ των έσω.
Το Τουρκικό Πρόβλημα
Η συμφωνία για τους S-400 με τη Ρωσία το 2019 -παρά τις ρητές προειδοποιήσεις των ΗΠΑ- προκάλεσε κυρώσεις και την εκδίωξη της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35, υπονομεύοντας την άμυνα της συμμαχίας και εκθέτοντας μυστικά του ΝΑΤΟ στη Μόσχα.
Ακόμη και μετά τον απρόθυμο συμβιβασμό για τα F-16 το 2025, η βαθύτερη οικονομική συνεργασία της Τουρκίας με τον Πούτιν -ξεπλένοντας προϊόντα που τελούν υπό κυρώσεις- διευκολύνει τη ρωσική πολεμική μηχανή και υπονομεύει τις προσπάθειες των ΗΠΑ να απομονώσουν το Κρεμλίνο.
Στη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο, η τουρκική επιθετικότητα αυξάνει τη ρωσική επιρροή.
Η κυνική χρήση των προσφύγων από τον Ερντογάν ως όπλο κατά της Ευρώπης διαρρηγνύει τη διατλαντική αλληλεγγύη.
Η Τουρκία έχει εργαλειοποιήσει τη μετανάστευση από τη Μέση Ανατολή, ιδιαίτερα τους Σύρους πρόσφυγες, ως μοχλό πίεσης προς την Ευρώπη για την απόσπαση χρημάτων και ανταλλαγμάτων.
Μέσω της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας του 2016, η Άγκυρα εξασφάλισε δισεκατομμύρια σε χρηματοδότηση από την ΕΕ υποσχόμενη να ελέγξει τις μεταναστευτικές ροές στο Αιγαίο.
Ο Πρόεδρος Ερντογάν έχει επανειλημμένα απειλήσει να «ανοίξει τις πύλες» και να κατακλύσει την Ευρώπη με μετανάστες -κυρίως το 2019 και τον Φεβρουάριο του 2020- όταν εξέφραζε δυσφορία για ελλείψεις στη βοήθεια ή έλλειψη στήριξης για τις τουρκικές επιχειρήσεις στη Συρία.
Η συνοριακή κρίση του 2020 με την Ελλάδα θεωρήθηκε ευρέως ως σκόπιμος εξαναγκασμός για την άσκηση πίεσης στις Βρυξέλλες.
Αυτό το μοτίβο επιτρέπει στην Τουρκία να λαμβάνει συνεχείς πληρωμές από την ΕΕ, ενώ ακολουθεί επιθετικές περιφερειακές πολιτικές χωρίς καμία λογοδοσία.
Επιπλέον, οι αμερικανικές εγκαταστάσεις στην Τουρκία, όπως το Ιντσιρλίκ, λειτουργούν πλέον υπό καθεστώς πίεσης, αναγκάζοντας την Ουάσιγκτον να ενισχύσει εναλλακτικές λύσεις στην Ελλάδα και την Κύπρο -μια σαφής ένδειξη της αναξιοπιστίας της Άγκυρας. Οι επιπτώσεις στη στρατηγική των ΗΠΑ είναι καταστροφικές.
Η εμπρηστική υποστήριξη της Τουρκίας προς τη Χαμάς, τα εμπορικά μποϊκοτάζ κατά του Ισραήλ και ο καιροσκοπικός ρόλος στη Γάζα διασπούν τα μέτωπα κατά του Ιράν και εκτροχιάζουν έργα όπως ο IMEC (Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης).
Ο IMEC είναι μια σημαντική πολυεθνική πρωτοβουλία υποδομών που ανακοινώθηκε στη Σύνοδο Κορυφής της G20 στο Νέο Δελχί το 2023.
Στοχεύει στη δημιουργία ενός δικτύου εμπορίου και συνδεσιμότητας που θα ενώνει την Ινδία με την Ευρώπη μέσω της Μέσης Ανατολής (μέσω χωρών όπως τα ΗΑΕ, η Σαουδική Αραβία, η Ιορδανία, το Ισραήλ, η Κύπρος και η Ελλάδα), χρησιμοποιώντας ναυτιλιακές διαδρομές, σιδηροδρόμους, αυτοκινητοδρόμους και υποθαλάσσια καλώδια.
Το έργο αυτό αποτελεί στρατηγική εναλλακτική στην κινεζική «Πρωτοβουλία Ζώνης και Δρόμου» (Belt and Road Initiative).
Η Τουρκία έχει παράσχει σημαντική πολιτική, υλικοτεχνική και οικονομική υποστήριξη στη Χαμάς, χαρακτηρίζοντάς την όχι ως τρομοκρατική οργάνωση αλλά ως νόμιμο κίνημα «αντίστασης» ή «απελευθέρωσης».
Υπό τον Ερντογάν, η Άγκυρα έχει φιλοξενήσει κορυφαία στελέχη της Χαμάς (παραχωρώντας μάλιστα υπηκοότητα σε ορισμένους), επέτρεψε στην οργάνωση να διατηρεί γραφεία και δίκτυα συγκέντρωσης πόρων στην Κωνσταντινούπολη και πραγματοποιεί τακτικές συναντήσεις υψηλού επιπέδου.
Υπάρχουν επίσης καταγγελίες για ανταλλαγή πληροφοριών και έκδοση διαβατηρίων, παρά τις ανησυχίες των ΗΠΑ.
Επιπλέον, οι κατηγορίες για τουρκική υποστήριξη προς το ISIS κορυφώθηκαν την περίοδο 2014–2016, όταν επικριτές κατηγόρησαν την Άγκυρα ότι έκανε τα στραβά μάτια στη διέλευση ξένων μαχητών από τα σύνορά της και επωφελούνταν έμμεσα από το λαθρεμπόριο πετρελαίου του ISIS.
Συνολικά, η προσέγγιση του Ερντογάν επικρίνεται ως καιροσκοπική, ενισχύοντας τη Χαμάς για περιφερειακή επιρροή, ενώ ιστορικά έδειξε επιείκεια προς τα δίκτυα του ISIS όταν αυτό εξυπηρετούσε ευρύτερους γεωπολιτικούς στόχους.
Η επίλυση του «Τουρκικού Ζητήματος»
Στο εσωτερικό, η δεσποτική κυριαρχία του Ερντογάν -φιμώνοντας τους επικριτές και κατασκευάζοντας ξένες συνωμοσίες- δημιουργεί μια εγχώρια αστάθεια που θα μπορούσε να εκραγεί περιφερειακά.
Οικονομικά, η τουρκική αλαζονεία εν μέσω καλπάζοντος πληθωρισμού και κατάρρευσης του νομίσματος καθιστά τη χώρα ευάλωτη στην εκμετάλλευση από τη Ρωσία και την Κίνα, εδραιώνοντας περαιτέρω τις αντιδυτικές εξαρτήσεις.
Για την Αμερική, αυτό απαιτεί μια σκληρότερη στάση: αυστηρούς όρους στις μεταφορές όπλων, διεύρυνση των συμμαχιών με τους αντιπάλους της Τουρκίας και αυστηρή επιβολή κυρώσεων.
Η ανοχή στα καμώματα του Ερντογάν αποτελεί πρόσκληση σε καταστροφή, ενισχύοντας επιτιθέμενους όπως η Ρωσία και το Ιράν.
Με την κυπριακή προεδρία της ΕΕ το 2026 και πιθανούς διαλόγους υπό την αιγίδα των ΗΠΑ στον ορίζοντα, υπάρχουν μικρά παράθυρα αυτοσυγκράτησης.
Όμως, χωρίς αποφασιστική παρέμβαση των ΗΠΑ -επιβάλλοντας σαφείς ποινές για περαιτέρω προκλήσεις και στηρίζοντας εναλλακτικές ενεργειακές οδούς- οι τοξικές πολιτικές της Τουρκίας θα προκαλέσουν αναπόφευκτα ευρύτερες αναφλέξεις, διαβρώνοντας την αμερικανική ηγεμονία σε ένα κρίσιμο θέατρο επιχειρήσεων.
Είναι καιρός να αντιμετωπιστεί η Τουρκία όχι ως σύμμαχος, αλλά ως ο ταραχοποιός που έχει γίνει.
Δυστυχώς, ο Τομ Μπάρακ, πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία υπό τη διοίκηση Τραμπ, υποβαθμίζει και υπερασπίζεται συστηματικά τις επιθετικές πολιτικές του Ερντογάν, απορρίπτοντας τις κατηγορίες για τουρκικό επεκτατισμό ή νεοοθωμανικές φιλοδοξίες ως «ανοησίες» και επιμένοντας ότι η Άγκυρα δεν τρέφει επιθετικές προθέσεις.
Οι δημόσιες διαστρεβλώσεις του -όπως η παράβλεψη των ρητών πολεμικών απειλών του Ερντογάν κατά του Ισραήλ και η αποσιώπηση της παράνομης τουρκικής κατοχής του 1/3 των εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας για πάνω από 50 χρόνια- προσδίδουν νομιμοποίηση στις αναθεωρητικές ενέργειες της Τουρκίας.
Παρουσιάζοντας τον τουρκικό στρατό ως «σταθεροποιητική δύναμη», ο Μπάρακ βοηθά στην κανονικοποίηση του στρατιωτικού τυχοδιωκτισμού του Ερντογάν χωρίς καμία λογοδοσία.
Αυτή η ευθυγράμμιση, υποκινούμενη από στενούς προσωπικούς και στρατηγικούς δεσμούς, υπονομεύει την αποτρεπτική ισχύ των ΗΠΑ έναντι της τουρκικής επιθετικότητας και επιδεινώνει τις περιφερειακές εντάσεις αντί να τις καταστέλλει.
I’m pleased to share my first article for MEMRI. Happy reading! https://t.co/RWuQ1mXAxZ
— Νίκος Μιχαηλίδης (@NikosMichailid4) March 10, 2026






