ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Υπάρχουν έννοιες που τις θεωρούμε αυτονόητες, μέχρι να έρθει η στιγμή που δοκιμάζονται. Μία από αυτές είναι η ένταξη: η πραγματική, ουσιαστική ένταξη του νέου μέλους στο σύνολο.
Όχι η τυπική «εγγραφή», όχι η απλή παρουσία, όχι η επιφανειακή συναναστροφή. Αλλά η βαθιά αφομοίωση, η λειτουργική συμμετοχή, η αίσθηση ότι ανήκω και ότι με χρειάζονται.
Και εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη παρατήρηση: η αναγκαιότητα της ένταξης είναι αμφίδρομη.
Όσο αναγκαίο είναι για το νέο μέλος να ενταχθεί στο σύνολο, άλλο τόσο είναι άμεσο και επιτακτικό το ενδιαφέρον του συνόλου να εντάξει το νέο άτομο. Αν μία από τις δύο πλευρές αποτύχει, η ζημιά δεν είναι μονόπλευρη. Είναι κοινή.
1. Το παράδειγμα του φυσικού κόσμου: η αφομοίωση ως όρος ζωής
Στον φυσικό κόσμο αυτό είναι σχεδόν αυστηρός νόμος. Στην ιατρική, για παράδειγμα, μια μεταμόσχευση δεν αρκεί να γίνει τεχνικά σωστά.
Το ζωτικό σημείο είναι άλλο: να αφομοιωθεί το νέο μόσχευμα από τον οργανισμό.
Αν δεν αφομοιωθεί, επέρχεται απόρριψη.
Κι η απόρριψη δεν βλάπτει μόνο το μόσχευμα· βλάπτει και τον οργανισμό, που εισέρχεται σε μια επικίνδυνη σύγκρουση με τον ίδιο του τον εαυτό.
Αυτό το σχήμα είναι σκληρό, αλλά διαφωτιστικό. Διότι δείχνει πως η ένταξη δεν είναι «ευγένεια» ούτε «πολυτέλεια». Είναι όρος επιβίωσης της ισορροπίας.
2. Η οικογένεια: το πρώτο σχολείο ένταξης
Το ίδιο συμβαίνει και στις μικρές κοινωνίες, στις οικογένειες.
Όταν ένα νέο μέλος εισέρχεται σε μια οικογένεια -με γάμο, με υιοθεσία, με μια νέα συγκατοίκηση, με μια νέα πραγματικότητα- προκύπτει μια ανάγκη: να «δέσει» το νέο μέλος με το σύστημα.
Αν αυτό δεν γίνει, η οικογένεια διχάζεται σε «παλιούς» και «ξένους», δημιουργούνται παράλληλοι κύκλοι, πικρίες, αθέατες συμμαχίες, σιωπηρές εχθρότητες. Και η ζημιά είναι διπλή: το νέο μέλος αισθάνεται μονίμως «εκτός», και το σύνολο χάνει την ενότητά του.
Το μάθημα είναι απλό: η ένταξη δεν συμβαίνει από μόνη της. Θέλει χρόνο, θέλει προσπάθεια, θέλει διάθεση. Θέλει και από τις δύο πλευρές.
3. Οι οργανώσεις: από την προσχώρηση στην συμμετοχή
Σε επίπεδο οργανώσεων -επαγγελματικών, κοινωνικών, πολιτιστικών, συλλογικών= η ένταξη γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη.
Διότι οι οργανώσεις δεν είναι απλώς άθροισμα ανθρώπων.
Είναι συμβολισμοί, παράδοση, κοινός κώδικας, ένας τρόπος λειτουργίας που χτίστηκε με κόπο και χρόνο.
Όταν νέες προσχωρήσεις δεν αφομοιώνονται σύντομα, δημιουργούνται συνθήκες «γκέτο»: οι νέοι μένουν μεταξύ τους, οι παλιοί κλείνονται στον δικό τους κύκλο, και σύντομα η οργάνωση μετατρέπεται σε χώρο παράλληλων ομάδων που αλληλοϋποψιάζονται.
Οι μεν βλέπουν τους δε σαν «απειλή». Και οι δε βλέπουν τους μεν σαν «φραγμό».
Εδώ χρειάζεται μια καθαρή αρχή, ειπωμένη χωρίς σκληρότητα αλλά με σαφήνεια:
η ένταξη δεν είναι διαπραγμάτευση για το «πώς θα αλλάξει ο χώρος για να μου ταιριάζει»· είναι απόφαση να μάθω τον χώρο, να τον σεβαστώ, να ενσωματωθώ.
Και, ταυτόχρονα, η οργάνωση οφείλει να δημιουργήσει πραγματικές γέφυρες ένταξης, ώστε ο νέος να μην αφεθεί σε μια «δοκιμασία επιβίωσης» μόνος του.
4. Τα κράτη και οι μεγάλες μετακινήσεις: η ένταξη ως ζήτημα κοινωνικής συνοχής
Σήμερα, το ίδιο φαινόμενο εμφανίζεται -και μάλιστα εντονότερα- σε επίπεδο κρατών.
Οι μετακινήσεις πληθυσμών είναι πραγματικότητα. Συχνά δεν είναι προϊόν επιθυμίας, αλλά ανάγκης: ανάγκης για αξιοπρέπεια, για ασφάλεια, για μέσα επιβίωσης, για ελπίδα.
Όταν σε μια περιοχή αυτά καταρρέουν, άνθρωποι και οικογένειες θα αναζητήσουν αλλού αυτό που δεν βρίσκουν στον τόπο τους. Αυτό δεν είναι ιδεολογία· είναι ανθρώπινη συνθήκη.
Από την άλλη πλευρά, οι κοινωνίες που υποδέχονται μεγάλους αριθμούς ανθρώπων έχουν τον δικό τους ιστό: γλώσσα, κανόνες, θεσμούς, θρησκευτικά και πολιτισμικά σχήματα, νομικές αντιλήψεις περί επιτρεπτού και μη επιτρεπτού. Και εκεί γεννάται η ένταση: η πολιτισμική διαφοροποίηση δεν είναι ουδέτερη, ιδίως όταν γίνεται γρήγορα και μαζικά.
Η Ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα μετακινήσεων που προκάλεσαν αναταράξεις και συγκρούσεις – από την αρχαιότητα έως τους βυζαντινούς χρόνους, από εισβολές και εγκαταστάσεις έως μεταβολές πληθυσμών.
Δεν είναι ανάγκη να σταθούμε σε ονόματα· αρκεί η κοινή διαπίστωση: όταν το νέο στοιχείο δεν εντάσσεται, η κοινωνία οδηγείται σε διαχωρισμούς.
5. Το δύσκολο ερώτημα: ποιος αλλάζει;
Κάπου εδώ εμφανίζεται το ερώτημα, όσο άβολο κι αν είναι: ποιος πρέπει να αλλάξει;
Η ειλικρινής απάντηση είναι ότι αλλάζουν και οι δύο πλευρές, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο, ούτε με το ίδιο βάρος.
Διότι, όταν η μετακίνηση υπερβεί ένα ορισμένο μέτρο, δεν κινδυνεύει να αλλοιωθεί μόνο το νέο μέλος.
Κινδυνεύει να αλλοιωθεί το ίδιο το σώμα: η συνοχή, οι κοινοί κανόνες, ο κοινός τρόπος συμβίωσης.
Γι’ αυτό γίνεται ζωτικό ενδιαφέρον -όσο πιο γρήγορα και όσο πιο ανώδυνα γίνεται- να υπάρξει αφομοίωση του νέου στο παλαιό. Και η αφομοίωση δεν είναι μόνο οικονομική (να βρει εργασία, στέγη, πρόσβαση σε υπηρεσίες). Είναι και θεσμική και αξιακή: να κατανοήσει ότι πλέον δεν ζει με το προηγούμενο πλαίσιο, αλλά καλείται να σεβαστεί το νέο.
Αυτό δεν είναι τιμωρία. Είναι ο όρος για να υπάρξει κοινή ζωή. Γιατί χωρίς κοινό πλαίσιο, δεν υπάρχει κοινωνία· υπάρχει μόνο συνύπαρξη ομάδων σε μόνιμη ένταση.
6. Η ευθύνη των πολιτών: να το κάνουμε πράξη στο μικρό μας σύμπαν
Βεβαίως, οι κρατικοί μηχανισμοί γνωρίζουν το πρόβλημα και προσπαθούν -άλλοτε καλύτερα, άλλοτε χειρότερα- να το διαχειριστούν.
Όμως υπάρχει ένα πεδίο που δεν μπορεί να το καλύψει κανένας νόμος μόνος του: το πεδίο της καθημερινότητας.
Εκεί μπαίνουμε εμείς:
στην οικογένεια, στη γειτονιά, στον χώρο εργασίας, στις οργανώσεις όπου ανήκουμε.
Και ιδιαίτερα στις οργανώσεις, ας ειπωθεί με την αφοπλιστική λαϊκή σοφία που περιέχει περισσότερη αλήθεια από πολλά εγχειρίδια:
«Όχι, νύφη μου, όπως ήξερες – όπως βρήκες».
Δηλαδή: όταν εισέρχεσαι σε ένα σύνολο που λειτουργεί, οφείλεις να το σεβαστείς, να το μάθεις, να ενσωματωθείς. Γιατί αν το ταράξεις, θα χάσεις ακριβώς αυτό που αναζήτησες.
7. Η τελική εικόνα: όταν το «μη εντασσόμενο» γίνεται απειλή
Επιτρέψτε ένα τελευταίο, αυστηρό παράδειγμα από τη βιολογία, όχι για να στιγματίσει ανθρώπους -καμία ανθρώπινη ομάδα δεν είναι «κύτταρα»- αλλά για να φωτίσει ένα μοτίβο λειτουργίας:
Στον οργανισμό, κύτταρα που δεν ακολουθούν την πορεία του όλου, που δεν υπακούουν στον κοινό κανόνα της ανάπτυξης, χαρακτηρίζονται παθολογικά.
Και όταν πολλαπλασιάζονται ενάντια στο σύστημα, απειλούν και το σώμα και τον εαυτό τους.
Είναι η τραγική ειρωνεία: πριονίζουν το κλαδί πάνω στο οποίο κάθονται.
Το ίδιο ισχύει και σε κάθε κοινωνικό σώμα: όταν ένα μέρος δεν θέλει να ενταχθεί, και όταν το όλο αδυνατεί ή αρνείται να εντάξει, τότε γεννιέται μια σύγκρουση που -αν αφεθεί- φθείρει και τις δύο πλευρές.
Επίλογος: Η ένταξη δεν είναι ιδεολογικό σύνθημα. Είναι πρακτική ανάγκη και ηθική απαίτηση ταυτόχρονα. Είναι αμοιβαία, είναι απαιτητική, είναι αναγκαία. Και το κριτήριο της επιτυχίας της είναι απλό:
να μπορεί το νέο μέλος να πει «ανήκω» χωρίς να αισθάνεται ξένο,
και το σύνολο να μπορεί να πει «σε δεχθήκαμε» χωρίς να αισθάνεται ότι απειλείται.
Ας το σκεφτούμε όλοι. Γιατί το «καλύτερο σήμερα και αύριο» που αναζητά ο άνθρωπος, δεν χτίζεται με παράλληλες ζωές. Χτίζεται με κοινή ζωή. Και αυτή απαιτεί ένταξη – αληθινή, ουσιαστική, αμφίδρομη.



