Ισλαμικό ΚράτοςΤζιχαντιστές
Κωνσταντίνος Μίχαλος
Πρόεδρος ΕΒΕΑ - ΚΕΕΕ

Το παρόν και το μέλλον των μικρομεσαίων επιχειρήσεων

Το παρόν και το μέλλον των μικρομεσαίων επιχειρήσεων

Εδώ και οχτώ χρόνια, οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όπως και το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, βιώνουν τις συνέπειες μιας οικονομικής κρίσης πρωτοφανούς στα παγκόσμια χρονικά, για την ένταση και τη διάρκειά της.

Σήμερα, η χώρα μας έχει τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες να βγει επιτέλους από τον εφιάλτη. Η προσπάθεια που έγινε τα προηγούμενα χρόνια, με κόπους και θυσίες από όλους τους Έλληνες, κρίνεται τώρα.

Το 2017 είχαμε πρωτογενές πλεόνασμα και θετικό ρυθμό ανάπτυξης. Η αβεβαιότητα σε σχέση με τη θέση της χώρας μας στο ευρώ, έχει εκλείψει. Σημάδια βελτίωσης υπάρχουν σε πολλούς τομείς: στη βιομηχανική παραγωγή, στις εξαγωγές και στον τουρισμό, στην αντιμετώπιση της ανεργίας.

Όλα αυτά τα καλά μηνύματα, δείχνουν ότι μπορούμε πλέον να κοιτάξουμε μπροστά. Μπορούμε να τα καταφέρουμε.
Δεν μπορούν όμως από μόνα τους να εξασφαλίσουν τη θετική πορεία της οικονομίας στο άμεσο μέλλον.
Και δεν μπορούν, γιατί εξακολουθεί να υπάρχει ένα μεγάλο αγκάθι. Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα.

Η ελληνική οικονομία μπορεί να έχει επιτύχει δημοσιονομική εξυγίανση. Δεν έχει καταφέρει όμως να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά βασικά δομικά της προβλήματα.

Προβλήματα που αποτέλεσαν τη ρίζα της κρίσης και που εξακολουθούν να εμποδίζουν την πραγματική ανάκαμψη και ανάπτυξη.

Αναποτελεσματικός και δαπανηρός δημόσιος τομέας. Υψηλή φορολογία και ασταθές φορολογικό περιβάλλον. Χαώδες ρυθμιστικό περιβάλλον, που γεννά γραφειοκρατία και διαφθορά. Αδυναμία παραγωγής καινοτομίας. Περιορισμοί που εμποδίζουν την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Πριν από εννέα σχεδόν χρόνια, όλοι – εντός και εκτός Ελλάδας – μιλούσαν για την ανάγκη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, προκειμένου να αντιμετωπιστούν όλες αυτές οι αδυναμίες.

Που βρισκόμαστε σήμερα;

Η Ελλάδα είναι ουραγός των διεθνών κατατάξεων για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της. Και μάλιστα χάνοντας, αντί να κερδίζει θέσεις. Οι απογοητευτικές επιδόσεις της χώρας μας σε θέματα ανταγωνιστικότητας, σε μια περίοδο μάλιστα όπου η ελληνική οικονομία έχει άμεση ανάγκη από νέα κεφάλαια, επενδύσεις και θέσεις εργασίας, δείχνουν ότι κάτι γίνεται λάθος όλα αυτά τα χρόνια.

Το λάθος είναι γνωστό. Και η ευθύνη γι’ αυτό ανήκει τόσο στις ελληνικές κυβερνήσεις όσο και στους δανειστές.
Από την αρχή της κρίσης, αντί να δοθεί έμφαση στις μεταρρυθμίσεις, η χώρα μπήκε σε μια μέγγενη υπερφορολόγησης και λιτότητας, με μόνο κριτήριο την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.

Από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όσες προχώρησαν, προχώρησαν με τα χίλια ζόρια. Με καθυστερήσεις, με παζάρια και εκπτώσεις. Και υπάρχουν ακόμη πολλές, που εκκρεμούν εδώ και χρόνια. Και επανεμφανίζονται κάθε φορά ως προαπαιτούμενα στην εκάστοτε αξιολόγηση.

Η αλήθεια είναι ότι όλες οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, φοβήθηκαν τις δύσκολες μεταρρυθμίσεις.

Συμφώνησαν, αντίθετα, και επεδίωξαν σκληρούς δημοσιονομικούς στόχους, με ένα μείγμα πολιτικής που μπορεί μεν να έφερε, τελικά, πλεονάσματα, αλλά έφερε και βαθιά ύφεση. Κι ακόμα και τώρα που ελπίζουμε ότι η ύφεση αποτελεί παρελθόν, εξαιτίας του ίδιου μείγματος, καθυστερούμε να δούμε ανάπτυξη.

Και θα καθυστερήσουμε πολύ ακόμη φοβάμαι, όταν:

 Η Ελλάδα έχει έναν από τους υψηλότερους εταιρικούς φορολογικούς συντελεστές μεταξύ των χωρών – μελών του ΟΟΣΑ και τον υψηλότερο μεταξύ των ανταγωνιστικών χωρών της ευρύτερης περιοχής.

 Όταν έχουμε μέσα σε 4 χρόνια πάνω από 80 νόμους, με αλλαγές στο φορολογικό καθεστώς.

 Όταν οι ετήσιες καθαρές αποδοχές 25.000 χιλιάδων για έναν εργαζόμενο, στοιχίζουν 43.000 στον εργοδότη.

 Όταν για μια μεταβίβαση ακινήτου απαιτούνται από 10 δικαιολογητικά ώς και 22 δικαιολογητικά.

 Όταν σταματούν επενδύσεις γιατί δεν δεν υπάρχει ακόμη ολοκληρωμένος και σαφής χωροταξικός σχεδιασμός με κωδικοποίηση των επιτρεπόμενων χρήσεων γης

 Όταν η διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης είναι τόσο αργή που αγγίζει τα όρια της αρνησιδικίας.

 Όταν οι Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις που αποτελούν το 99,8% των ελληνικών επιχειρήσεων, αδυνατούν να αντλήσουν κεφάλαια για επενδύσεις.

 Όταν το κόστος της ενέργειας στη βιομηχανία, αγγίζει το 40% του συνολικού κόστους παραγωγής σε ορισμένους κλάδους.

 Όσο τα πανεπιστήμια της χώρας παραμένουν δέσμια του κρατικού και κομματικού εναγκαλισμού, αντί να βρίσκονται σε διάλογο με την αγορά και με τον κόσμο της παραγωγής.

Μετά από τόσα χρόνια θυσιών, οι πολίτες αυτής της χώρας περιμένουν πλέον, να δουν μια άσπρη μέρα.
Θα το επαναλάβω, λοιπόν, όσο πιο ξεκάθαρα γίνεται: καμία θυσία δεν θα πιάσει τόπο, αν η ελληνική οικονομία δεν αρχίσει να αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς.

Η οικονομία δεν θα αναπτυχθεί αν δεν προσελκύσει κεφάλαια και επενδύσεις.
Κεφάλαια και επενδύσεις δεν θα έρθουν, αν δεν βελτιωθεί πραγματικά η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και το περιβάλλον άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Ο μόνος τρόπος για να φθάσουν περισσότεροι πόροι στην κοινωνία, είναι να παραχθούν μέσω της ανάπτυξης.
Πριν από δύο μήνες περίπου, από το βήμα της ΔΕΘ, ακούσαμε τον πρωθυπουργό και τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, να τονίζουν την ανάγκη προσέλκυσης επενδύσεων, για να μπορέσει η χώρα να βγει από την κρίση.
Το γεγονός ότι υπάρχει πολιτική σύγκλιση σε αυτό το θέμα, είναι σαφώς ευχάριστο.

Πέρα από τα λόγια όμως, χρειάζονται και πράξεις. Αυτό που λέμε στους πολιτικούς είναι ότι αν θέλουν να φέρουν επενδύσεις, θέσεις εργασίας και ανάπτυξη στη χώρα, οι προτεραιότητες είναι ξεκάθαρες:

– Μειώστε τη φορολογία και τις ασφαλιστικές εισφορές

– Ολοκληρώστε τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, τώρα.

– Τολμήστε τη ριζική αναμόρφωση της Δημόσιας Διοίκησης

– Αντιμετωπίστε την πολυνομία και την κακονομία, τώρα.

– Δώστε στη Μικρομεσαία Επιχείρηση εργαλεία και κίνητρα για να επενδύσει στην καινοτομία και στην εξωστρέφεια.

– Τολμήστε να απαλλάξετε τα πανεπιστήμια από το κρατικό μονοπώλιο, ανοίξτε δρόμους συνεργασίας με τον ιδιωτικό τομέα, για την χρηματοδότηση της έρευνας και την αξιοποίηση της καινοτομίας.

Η προσπάθεια που έγινε, με κόπους και θυσίες από όλους τους Έλληνες, τα προηγούμενα χρόνια, κρίνεται τώρα.

Τώρα κρίνεται το αν θα καταφέρουμε κάνουμε το απαραίτητο άλμα μπροστά – το άλμα που θα μας επιτρέψει να επουλώσουμε τις πληγές της κρίσης.

Ή αν θα συμβιβαστούμε με μια οικονομία που φυτοζωεί, λίγο πάνω από το όριο της ύφεσης.

  • Ο Ερντογάν εκπαιδεύει τη νέα γενιά τζιχαντιστών στα τζαμιά που ελέγχει η Τουρκία στην Ευρώπη
    Ιατρός, Μέλος της Ευρωπαϊκής Διπλωματικής Αντιπροσωπείας του κουρδικού PYD από τη Ροζάβα
  • Η μυθολογία των 100 ή 200 δισ. κόστους διαχείρισης ΣΥΡΙΖΑ
    Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης
  • Στη Ρω έγινε σαφής η κόκκινη γραμμή – Ο Τούρκος απέναντι στα πολυβόλα
    Αρθρογράφος, Συγγραφέας